Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Στεφανιαία καρδιακή νόσος και ο ρόλος του Νοσηλευτή - Στοιχεία Ανατομίας Και Φυσιολογίας Της Καρδιάς (Μέρος Πρώτο)

 



ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Στις μέρες μας η στεφανιαία νόσος αποτελεί μια από τις συχνότερες παθολογικές καταστάσεις στη ζωή μας. Τη συναντάμε καθημερινά στην οικογένειά μας, στους φίλους μας, στο σύντροφό μας και ενδεχομένως να υπάρχει και στη δική μας ζωή. Η στεφανιαία νόσος σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της απαιτεί μια συγκεκριμένη θεραπεία αλλά και μια παράλληλη προσπάθεια του ασθενούς προς απομάκρυνση των επιβαρυντικών παραγόντων εξέλιξης της νόσου (δευτερογενής πρόληψη). Στην ουσία απαιτείται ένας καινούριος τρόπος ζωής, που να αφορά όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου. 

Η συχνότερη πλέον αιτία θανάτου στον Δυτικό κόσμο είναι η αθηροσκλήρωση και μια από τις βασικότερες κλινικές εκδηλώσεις της είναι η στεφανιαία νόσος. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου, απαιτείται πλήρη γνώση της νόσου από τον θεράποντα ιατρό και σφαιρική θεραπευτική παρέμβαση, η οποία περιλαμβάνει αναγνώριση και αντιμετώπιση των συνοδών νόσων, που μπορεί να επιταχύνουν ή επιδεινώσουν την εξέλιξη της, μείωση των παραγόντων κινδύνου, γενικές μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις με ιδιαίτερη έμβαση στον επανακαθορισμό του τρόπου ζωής του ασθενούς και φαρμακολογική ή επεμβατική θεραπευτική αγωγή. 

Η συντηρητική αντιμετώπιση εστιάζεται στην τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου, όπως διακοπή του καπνίσματος, εφαρμογή δίαιτας πτωχής σε λίπος και χοληστερόλης και πλούσιας σε διαλυτές και μη διαλυτές φυτικές ίνες, φυλλικό οξύ και βιταμίνες Β6 Β12, στη τακτική άσκηση, στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και σακχάρου του αίματος και στη λήψη φαρμακευτικής αγωγής που μπορεί να περιλαμβάνει αντιλιπιδαιμικά φάρμακα, νιτρώδη, β-αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου.

 Η χειρουργική αντιμετώπιση περιλαμβάνει επαναγγειώσεις, μέρος των οποίων αποτελεί η χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης. Η χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (coronary artery bypass grafting, CABG) ενδείκνυται σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, ή και την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης. 

Ο ρόλος του νοσηλευτή στη φροντίδα ασθενών με στεφανιαία νόσο είναι τεράστιος και αρκετά δύσκολος. Στις μέρες μας, κυρίως λόγω της τεχνολογίας, οι υπηρεσίες υγείας έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί σημαντικά. Γι’ αυτό όμως το λόγο, ο ρόλος του νοσηλευτή έχει γίνει πιο απαιτητικός. Εκτός της απλής/ καθημερινής νοσηλευτικής φροντίδας, έχει αποδειχθεί πως η πρόληψη είναι σημαντική για τη μείωση των παραγόντων κινδύνου της στεφανιαίας νόσου. Η εκπαίδευση των ασθενών με στεφανιαία νόσο αποτελεί το κλειδί για την πρόληψη αυτών των παραγόντων. Οι νοσηλευτές έχουν την πρώτη και κύρια ευθύνη για την εκπαίδευση των ατόμων που ζουν με τη νόσο. Για τη σωστή τους εκπαίδευση όμως, χρειάζεται τεράστιος χρόνος και αρκετή μελέτη για τη δημιουργία του κατάλληλου προγράμματος εκπαίδευσης. 

Κεφάλαιο 1 Μέρος 1ο 

Α.1 ΟΡΙΣΜΟΣ 

Στεφανιαία καρδιακή νόσος: ο όρος ‘στεφανιαία καρδιακή νόσος’ ή εν συντομία ‘στεφανιαία νόσος’ χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη παθολογική κατάσταση του μυοκαρδίου που οφείλεται σε στένωση των στεφανιαίων αρτηριών. Εξαιτίας της στένωσης αυτής, ο καρδιακός μυς δεν μπορεί να εφοδιαστεί επαρκώς με αίμα. Η παθολογική αυτή κατάσταση καλείται «ισχαιμία». Ο όρος «ισχαιμική καρδιακή νόσος» είναι συνώνυμος της στεφανιαίας καρδιοπάθειας. Συχνά, η παροχή αίματος γίνεται ανεπαρκής όταν αυξάνουν οι απαιτήσεις της καρδιάς, λόγου χάρη, έπειτα από σωματική άσκηση. Η παροδική αυτή ισχαιμία μπορεί να είναι η αιτία εκδήλωσης ενός ειδικού αισθήματος δυσφορίας στο στήθος, που καλείται «στηθάγχη» και χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι ότι εξαλείφεται στην ηρεμία. Εάν η αιματική παροχή μειωθεί σημαντικά επέρχεται νέκρωση (θάνατος) των μυοκαρδιακών κυττάρων της περιοχής μετά την απόφραξη, και η παθολογική αυτή κατάσταση χαρακτηρίζεται «έμφραγμα του μυοκαρδίου» (η λέξη «μυοκάρδιο» αναφέρεται στον καρδιακό μυ, και το «έμφραγμα» στον θάνατο των κυττάρων). Ταυτόσημοι είναι και οι όροι «στεφανιαίο» ή καρδιακό επεισόδιο ή προσβολή (Χατζηαντωνίου, 2003). 

Α.2 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ 

Η καρδιά του ενήλικου ζυγίζει 200-300 gr και κατά τη διάρκεια της ζωής αντλεί 200-300 εκατομμύρια λίτρα αίματος. Το έργο της καρδιάς οφείλεται στην ιδιάζουσα αρχιτεκτονική της, καθώς επίσης στις μηχανικές, ηλεκτρικές και μεταβολικές ιδιότητες των καρδιακών κυττάρων με τις οποίες εξασφαλίζεται η αδιάλειπτη λειτουργία της σε όλη τη διάρκεια της ζωής (Τρυποσκιάδης, 2003). 

Είναι μυώδες όργανο, με διαπλεκόμενες και διακλαδιζόμενες μυϊκές ίνες. Βρίσκεται στο θώρακα ανάμεσα στους δύο πνεύμονες, με τα δυο τρίτα της προς το αριστερό μεσοθωράκιο, και απ την δεύτερη μέχρι την Τρίτη πλευρά. Η βάση της 9 είναι προς τα πάνω και δεξιά και η κορυφή της προς τα κάτω και αριστερά. Περιβάλλεται από έναν σάκο, το περικάρδιο. Αυτός ο σάκος έχει δύο πέταλα, ανάμεσα στα οποία υπάρχει λίγο υγρό. Το μυϊκό τοίχωμα της καρδιάς είναι πολύ παχύ και λέγεται μυοκάρδιο. Εσωτερικά επενδύεται από έναν πολύ λεπτό ινώδη χιτώνα, το ενδοκάρδιο (Τσακρακλίδης, 2008). 

Επίσης η καρδιά έχει δυο άνω κοιλότητες, τον αριστερό και δεξιό κόλπο, οι οποίοι χωρίζονται μεταξύ τους με το μεσοκολπικό διάφραγμα. Οι κοιλίες είναι μεγαλύτερες από τους κόλπους και με παχύτερο τοίχωμα γιατί εξωθούν το αίμα στις αρτηρίες. Αυτό ισχύει για την αριστερή κοιλία διότι στέλνει το αίμα σε όλο το σώμα εκτός από τους πνεύμονες, σε αντίθεση με τη δεξιά που εξυπηρετεί κατ’ αποκλειστικότητα τους πνεύμονες (Τσακρακλίδης, 2008).


Α.3 ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΚΟΙΛΟΤΗΤΕΣ 

 Δεξιός κόλπος. 

Έχει λεπτό τοίχωμα και δέχεται αίμα από την άνω και κάτω κοίλη φλέβα, καθώς επίσης από το στεφανιαίο κόλπο απ τον οποίο αποχετεύεται το μεγαλύτερο μέρος του φλεβικού αίματος της καρδιάς. Επειδή μεταξύ κοίλων φλεβών και δεξιού κόλπου δεν υπάρχουν βαλβίδες, κάθε αύξηση της πίεσης στο δεξιό κόλπο μεταβιβάζεται στις κοίλες φλέβες. Το εισερχόμενο στον δεξιό κόλπο αίμα ρέει στη 10 συνέχεια προς τη δεξιά κοιλία διαμέσου της δεξιάς κολποκοιλιακής ή τριγλώχινας βαλβίδας. Η ροή του αίματος είναι στο μεγαλύτερο μέρος (80%) παθητική, οφειλόμενη στη διαφορά πίεσης μεταξύ δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας και μόνο κατά 20% ενεργητική δημιουργούμενη από την κολπική συστολή (κολπικό λάκτισμα). Η απώλεια του κολπικού λακτίσματος σε ορισμένες αρρυθμίες μπορεί να προκαλέσει ελάττωση της καρδιακής παροχής. Αύξηση των διαστάσεων (διάταση) του δεξιού κόλπου παρατηρείται σε στένωση ή ανεπάρκεια της τριγλώχινας βαλβίδας. 

 Δεξιά κοιλία. 

Έχει μηνοειδές σχήμα και η δημιουργούμενη στα φυσιολογικά άτομα μικρή σχετικά αύξηση της πίεσής της κατά τη διάρκεια της συστολής (μέγιστη συστολική πίεση 25mmHg περίπου) είναι επαρκής για την προώθηση του αίματος διαμέσου της δεξιάς μηνοειδούς ή πνευμονικής βαλβίδας στο σύστημα χαμηλών πιέσεων της πνευμονικής κυκλοφορίας. Σε παθήσεις με χρόνια αύξηση της πίεσης στην πνευμονική κυκλοφορία η δεξιά κοιλία εμφανίζει υπερτροφία (αύξηση του πάχους του τοιχώματος) και διάταση, ενώ σε καταστάσεις με οξεία αύξηση της πίεσης στην πνευμονική κυκλοφορία η αντλητική λειτουργία μπορεί να διακοπεί και να επέλθει ο θάνατος. Τέλος, παθήσεις χαρακτηριζόμενες από αυξημένη διακίνηση αίματος διαμέσου της δεξιάς κοιλίας προκαλούν κυρίως αύξηση των διαστάσεών της. 

 Αριστερός κόλπος. 

Δέχεται οξυγονωμένο αίμα από τις πνευμονικές φλέβες, το οποίο στη συνέχεια προωθείται διαμέσου της αριστερής κολποκοιλιακής ή μιτροειδούς βαλβίδας στην αριστερή κοιλία. Επειδή μεταξύ των πνευμονικών φλεβών και του αριστερού κόλπου δεν υπάρχουν βαλβίδες, κάθε αύξηση της πίεσης στον αριστερό κόλπο μεταβιβάζεται στις πνευμονικές φλέβες. Όπως συμβαίνει και με τις δεξιές καρδιακές κοιλότητες, η ροή του αίματος από τον αριστερό κόλπο στην αριστερή κοιλία είναι κυρίως παθητική (80%) και μόνο σε ποσοστό 20% ενεργητική, οφειλόμενη στη συστολή του αριστερού κόλπου. Διάταση του αριστερού κόλπου παρατηρείται σε παθήσεις (στένωση ή ανεπάρκεια) της μιτροειδούς βαλβίδας και στην αρτηριακή υπέρταση. 

 Αριστερή κοιλία. 

Το τοίχωμά της είναι παχύτερο και η αναπτυσσόμενη κατά τη διάρκεια της συστολής πίεση είναι κατά πέντε φορές μεγαλύτερη από εκείνη της δεξιάς κοιλίας (μέγιστη συστολική πίεση 125mmHg περίπου). Αυτό είναι απαραίτητο για την προώθηση του αίματος από την αριστερή κοιλία, μέσω της αριστερής μηνοειδούς ή αορτικής βαλβίδας, στο σύστημα υψηλών πιέσεων της αορτής. 11 Υπερτροφία της αριστερής κοιλίας παρατηρείται σε παθήσεις που εμποδίζουν την εξώθηση αίματος, όπως η στένωση αορτικής βαλβίδας και η αρτηριακή υπέρταση, ενώ διάταση σε παθήσεις χαρακτηριζόμενες από αυξημένη διακίνηση αίματος από την αριστερή κοιλία (π.χ. ανεπάρκεια της μιτροειδούς ή αορτικής βαλβίδας) (Λουρίδας, 2003). 

Α.4 ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΒΑΛΒΙΔΕΣ 

Εξασφαλίζουν μονόδρομη αιματική ροή. Ανοίγουν και κλείνουν παθητικά ακολουθώντας τις μεταβολές της πίεσης και του όγκου των περιοχών που διαχωρίζουν. Κολποκοιλιακές βαλβίδες. Η τριγλώχινα αποτελείται από τρεις και η μιτροειδής από δύο ανθεκτικές γλωχίνες, στις οποίες καταφύονται λεπτές δέσμες ινώδους ιστού, οι τενόντιες χορδές. Οι τελευταίες συνδέονται με τους θηλοειδείς μυς, οι οποίοι είναι προσεκβολές του μυοκαρδίου των κοιλιών και εμποδίζουν την πρόπτωση των γλωχίνων των κολποκοιλιακών βαλβίδων στους κόλπους και ως εκ τούτου την παλινδρόμηση αίματος (ανεπάρκεια) από τις κοιλίες προς τους κόλπους κατά τη διάρκεια της κοιλιακής συστολής. 

Μηνοειδής βαλβίδες. 

Τόσο η πνευμονική όσο και η αορτική βαλβίδα αποτελούνται από τρεις πτυχές προσφυόμενες σε ινώδη δακτύλιο. Επάνω από τις πτυχές της αορτικής βαλβίδας υπάρχουν προσεκβολές του τοιχώματος που ονομάζονται κόλποι του Valsalva (Τρυποσκιάδης, 2003). 



Πτυχιακή εργασία με θέμα 
«Στεφανιαία νόσος και αορτοστεφανιαία παράκαμψηνοσηλευτική παρέμβαση» 
Φοιτήτρια Μανιώτη Παρασκευή

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου