Στην έρευνα τους οι Hahn, Noland, Rayens και Christie (2002), αξιολόγησαν την αποτελεσματικότητα ενός μοντέλου για τη διάδοση του Προγράμματος Εκπαίδευσης Δεξιοτήτων Ζωής (Life Skills Training - LST) στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εξετάζοντας την πιστότητα στην εφαρμογή του προγράμματος καθώς και διερεύνησαν τους παράγοντες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στην εκπαίδευση και την εφαρμογή του προγράμματος.
Στην μεθοδολογία, χρησιμοποιήθηκε ένα δείγμα από εκπαιδευτές (n=44) και δασκάλους (n=45) από 16 κομητείες του Kentucky των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Οι εκπαιδευτικοί παρατηρήθηκαν για την εμπιστοσύνη στο περιεχόμενο και τη διαδικασία.
Στη συνέχεια οι εκπαιδευτές και οι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για να αξιολογήσουν τους παράγοντες που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την εφαρμογή του προγράμματος.
Περισσότερο από το ένα τέταρτο (27%) των εκπαιδευτών έκαναν εκπαιδευτικές συναντήσεις και το 60% των εκπαιδευτικών δίδαξαν το πρόγραμμα σπουδών.
Τα αποτελέσματα της έρευνας, έδειξαν ότι ενώ η πιστότητα στην εφαρμογή ήταν σχετικά υψηλή, οι εκπαιδευτικοί είχαν λιγότερες πιθανότητες να χρησιμοποιήσουν τα πιο καινοτόμα στοιχεία του προγράμματος.
Οι εκπαιδευτές και οι εκπαιδευτικοί που πραγματοποίησαν εκπαίδευση ή / και δίδαξαν το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Δεξιοτήτων Ζωής (Life 32 Skills Training - LST) ήταν πιο ενθουσιασμένοι προς το συγκεκριμένο πρόγραμμα από όσους δεν έκαναν τίποτα πέρα από την εκπαίδευσή τους.
Οι Sosada, Zurawinski, Stepien, Makarska και Myrcik D. (2002), στην έρευνα τους αξιολόγησαν το επίπεδο γνώσεων στην παροχή πρώτων βοηθειών στην πολωνική κοινωνία (στην περιοχή του Κατοβίτσε) τόσο σε δείγμα μαθητών όσο και δασκάλων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η έρευνα διεξήχθη από τον Νοέμβριο του 2001 έως τον Μάρτιο του 2002 σε δείγμα 227 μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (34 μαθητές και 193μαθήτριες) και 79 εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (28 άνδρες και 51 γυναίκες).
Πραγματοποιήθηκε ανώνυμη έρευνα αξιολογώντας το επίπεδο των γνώσεων στις πρώτες βοήθειες..
Εφτά (7) από τους ερωτηθέντες μαθητές πέτυχαν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, πενήντα (50) ένα καλό αποτέλεσμα και εκατόν εξήντα τρεις (163) μη ικανοποιητικό επίπεδο γνώσης.
Κανένας από τους ερωτηθέντες εκπαιδευτικούς δεν πέτυχε άριστο αποτέλεσμα, έντεκα (11) πέτυχαν ένα καλό αποτέλεσμα και εξήντα τρεις (63) μη ικανοποιητικό επίπεδο γνώσης.
Στα αποτελέσματα της έρευνας των Sosada, Zurawinski, Stepien, Makarska και Myrcik D. (2002), διαπιστώθηκε ότι η γνώση των μαθητών και των δασκάλων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης φαίνεται να είναι ανεπαρκής στην εκτέλεση βασικής υποστήριξης της ζωής καθώς επίσης, τέτοιου είδους εκπαιδευτικά προγράμματα θα πρέπει να συνδέονται με ανάλογα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης.
Οι Abernethy, Mac-Auley, Mac-Nally και Mac-Cann (2003), πραγματοποίησαν έρευνα στην οποία συμμετείχαν ένα τυχαίο δείγμα από 450 μετάδημοτικό σχολεία της Β. Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας απαντώντας σε ταχυδρομικό ερωτηματολόγιο, με σκοπό να διαπιστωθεί η τρέχουσα διαχείριση σε αθλητικούς τραυματισμούς, ο βαθμός ετοιμότητας των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής, η εμπειρία τους καθώς και το επίπεδο εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής.
Τα αποτελέσματα πάρθηκαν από 333 μετά-δημοτικό σχολεία (74%). Στο 37% αυτών των σχολείων υπήρξαν Εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής με καθόλου κατάρτιση στην διαχείριση αθλητικού τραυματισμού. Άμεση φροντίδα από πλευράς μηχανισμών και εξοπλισμού για αντιμετώπιση σε τραυματισμό ήταν διαθέσιμο στο 35%-81% των σχολείων.
Οι σωστές απαντήσεις που δόθηκαν στο ερωτηματολόγιο σε σχέση με τα τέσσερα σενάρια περίπτωσης αθλητικού τραυματισμού κυμάνθηκαν σε ποσοστό 65%-90%, παρουσιάζοντας δυνητικά σοβαρά προβλήματα διαχείρισης.
Τα συμπεράσματα της έρευνας των Abernethy και συν. (2003), κατέδειξαν έλλειψης στην φροντίδα τραυματισμών από αθλητικές δραστηριότητες.
Εκτός από την ανησυχία για την τρέχουσα εκπαίδευση, αναδεικνύεται η ανάγκη για εκπαίδευση στην βασική κατάρτιση υποστήριξης της ζωής. Αυτά τα ευρήματα της έρευνας έχουν επιπτώσεις στην πρόληψη των σχολικών αθλητικών τραυματισμών.
Ο Stergioulas (2006), στα πλαίσια της μελέτης του σχετικά με την Καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ), έδειξε ότι οι συμμετέχοντες στη έρευνα εξέφρασαν την αναγκαιότητα για περαιτέρω εκπαίδευση τους σε θέματα με αυτό το περιεχόμενο, καθότι οι εν λόγω δάσκαλοι στη καθημερινότητα τους καλούνται να αντιμετωπίζουν καταστάσεις απειλητικές για την ανθρώπινη ζωή .
Οι Olympia, Dixon, Brady και Avner (2007), πραγματοποίησαν έρευνα για να εξεταστεί ο βαθμός ετοιμότητας των σχολείων στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ανταποκριθούν σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με σχολικό αθλητισμό.
Ταχυδρομήθηκε ένα ερωτηματολόγιο σε 1000 τυχαία επιλεγμένα μέλη της Εθνικής Ένωσης Αθλητικών Εκπαιδευτών, όπου περιελάμβανε ερωτήσεις σχετικά με το κλινικό υπόβαθρο του αθλητικού εκπαιδευτή, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του σχολείου τους, την ετοιμότητα του σχολείου τους να διαχειριστούν στιγμές έκτακτης ανάγκης, τα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή πιθανών καταστάσεων άμεσες ανάγκης που συνδέονται με τον αθλητισμό και τέλος την άμεση διαθεσιμότητα εξοπλισμού επείγουσας ανάγκης.
Αποτελέσματα: Εστάλησαν 944 ερωτηματολόγια, και επεστράφησαν 643 (ποσοστό 68%). Το 70% των σχολείων έχει ένα Γραπτό Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης (Written Emergency Plan,WEP), αν και το 36% των σχολείων με (WEP) δεν εφαρμόζει το σχέδιο.
Τα αθλήματα που σημειώθηκαν προηγουμένως να έχουν υψηλότερα ποσοστά θανάτων / τραυματισμών με βάση τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία, όπως ο χόκεϋ επί πάγου και η γυμναστική, είχαν, σύμφωνα με τα στοιχεία, λιγότερη κάλυψη από αθλητικούς εκπαιδευτές σε σύγκριση με άλλα αθλήματα με χαμηλότερα ποσοστά θανάτων / τραυματισμών.
Σε σχέση με την διαθεσιμότητα του εξοπλισμού οι αθλητικοί εκπαιδευτές ανάφεραν: κολάρο αυχενικής σπονδυλικής στήλης (62%), αυτόματο ηλεκτρονικό απινιδωτή (61%) συσκευή εισπνοής μετρημένης δόσης βρογχοδιασταλτικού (36%) και αυτόματο εγχυτήρα επινεφρίνης (37%).
Διαπιστώθηκε στην έρευνα των Olympia και συν. (2007), ότι τα σχολεία συμμορφώνονται με πολλές από τις συστάσεις για ετοιμότητα αθλητικής έκτακτης ανάγκης στο σχολείο, ενώ σε συγκεκριμένες περιοχές σχολείων πραγματοποιούν αρκετές φορές το χρόνο άσκηση με βάση το Γραπτό Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης (WEP), συνδέοντας όλες τις περιοχές του σχολείου άμεσα με ιατρικές υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Αυτό το σχέδιο περιλαμβάνει την παρουσία υποχρεωτικά – και μόνο - αθλητικών εκπαιδευτών στα αθλητικά γεγονότα, ειδικά στα αθλήματα με υψηλότερο ποσοστό θανάτων / τραυματισμών, την προληπτική επιθεώρηση των 35 αθλητικών εγκαταστάσεων, τη χρήση εξοπλισμού ασφάλειας (όπως προστατευτικά στο στόμα και προστατευτικά εξοπλισμού ματιών) και την αύξηση της διαθεσιμότητας αυτόματου ηλεκτρονικού απινιδωτή στα σχολεία.
Σε μία άλλη μελέτη οι Yurumez, Yavuz, Saglam, Koken και Tunay (2007), πραγματοποίησαν έρευνα προσδιορίζοντας το επίπεδο γνώσης της πρώτης βοήθειας και της βασικής υποστήριξης ζωής των εκπαιδευτικών που εργάζονται στα νηπιαγωγεία της περιοχής Afyonkarahisar στην Τουρκία χρησιμοποιώντας ένα γραπτό ερωτηματολόγιο.
Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν το γραπτό ερωτηματολόγιο ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών ξεχωρίζοντας τις δημογραφικές ερωτήσεις από τις ερωτήσεις των πρώτων βοηθειών και της βασικής υποστήριξης ζωής με στόχο τη δοκιμή γνώσεων σε σχετικά θέματα.
Στα αποτελέσματα και οι 118 ερωτηθέντες απάντησαν, ο μέσος όρος των ηλικιών ήταν 27,7_+ 9 και οι 111 ερωτηθέντες ήταν γυναίκες.
Το 61,9% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι έχει προηγουμένως λάβει την εκπαίδευση πρώτων βοηθειών και από αυτό το 54,2% ανέφερε ότι ήταν θεωρητικό.
Το 84,7% των συμμετεχόντων θεωρούν ανεπαρκείς τις γνώσεις τους στις πρώτες βοήθειες και το 85,6% από αυτούς έκανε έρευνα για να έχει την εκπαίδευση πρώτων βοηθειών.
Το μέσο όρο επιτυχίας για τους συμμετέχοντες στις πρώτες βοήθειες και στη βασική υποστήριξη ζωής βρέθηκε να είναι 48,9%.
Το συμπέρασμα ήταν ότι παρόλο που οι εκπαιδευτικοί του νηπιαγωγείου στη μελέτη έχουν ανεπαρκείς γνώσεις για την παροχή πρώτων βοηθειών και την παροχή βασικής υποστήριξης ζωής, ενδιαφέρονται όμως για κατάλληλη εκπαίδευση.
Ειδικά καθώς η προσχολική εκπαίδευση είναι ευρέως διαδεδομένη στην Τουρκία, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον τομέα αυτό πρέπει να έχουν επείγοντα αληθινή και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση σχετικά με την παροχή πρώτων βοηθειών και την βασική υποστήριξη ζωής.
Οι Wisniewki & Majiewski (2007), διερεύνησαν το επίπεδο γνώσεων και στάσης των εκπαιδευτικών σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την παροχή των πρώτων βοηθειών στη Δυτική Πομερανία της Πολωνίας.
Κατά την μεθοδολογία: Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ 100 καθηγητών από δύο γυμνάσια, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται στη πόλη Szczecin (50) και το άλλο σε μια μικρότερη πόλη, στη Gryfice (50). Χρησιμοποιήθηκε ως διαγνωστικό εργαλείο ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι παρόλο που η πλειονότητα των ερωτηθέντων συμμετείχε σε μαθήματα πρώτων βοηθειών, αποκτώντας διαφορετικές στάσεις και προσόντα, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι το επίπεδο γνώσεων σχετικά με την παροχή πρώτων βοηθειών είναι ανεπαρκές.
Οι μισοί από τους ερωτηθέντες γνωρίζουν κανόνες παροχής πρώτων βοηθειών και το ένα τρίτο δηλώνει ότι μπορεί να θέσει αυτούς τους κανόνες στην πρακτική.
Ένα μεγάλο μέρος των ερωτηθέντων αποδεικνύει μάλλον παθητική στάση απέναντι στην παροχή των πρώτων βοηθειών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο γνώσεων σχετικά με τις πρώτες βοήθειες μεταξύ δασκάλων από μια μεγάλη πόλη και μια μικρή πόλη.
Τα συμπεράσματα της έρευνας των ανωτέρω ερευνητών, επισημαίνουν ότι είναι υποχρεωτική η εκπαίδευση για τη βελτίωση της γνώσης των κανόνων παροχής πρώτων βοηθειών στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές.
Οι συγγραφείς αυτής της εργασίας προτείνουν κυκλικά μαθήματα κατάρτισης για εκπαιδευτικούς υπό την καθοδήγηση ειδικών ιατρικών επαγγελμάτων και επιπλέον μαθήματα για μαθητές υπό την καθοδήγηση αυτών των εκπαιδευτικών σε συνεργασία με φοιτητές του τελευταίου έτους παραϊατρικών σπουδών.
Σε έρευνα τους οι Forck, Marzhauser και Weisser (2008), αναλύθηκαν οι γνώσεις σχετικά με το άσθμα και την άσκηση μεταξύ των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής των δημοτικών σχολείων.
Κατά την μεθοδολογία εξετάστηκαν 120 εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής στο Βόρειο κρατίδιο Schleswig-Holstein της Γερμανίας σχετικά με τα βασικά δεδομένα (ηλικία, φύλο, εκπαίδευση) και τις γνώσεις τους για το άσθμα και τη φυσική άσκηση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας τους το 44% των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής δεν σχεδιάζει τα μαθήματά τους σχετικά με πιθανά ερεθίσματα άσθματος.
Μόνο το 32% από τους εκπαιδευτικούς Φυσικής Αγωγής προτιμούν τη σωστή εκπαίδευση για παρέμβαση σε περιπτώσεις κρίσης άσθματος και μόνο μια μικρή μειοψηφία ελέγχει το φάρμακο έκτακτης ανάγκης για άσθμα πριν από τα μαθήματα άσκησης.
Δεν βρέθηκαν διαφορές όσον αφορά το φύλο, την ηλικία ή την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής. Τα συμπεράσματα της έρευνας έδειξαν ανεπαρκή γνώση του βρογχικού άσθματος μεταξύ των εκπαιδευτικών που μελετήσαμε. Τόσο η παρέμβαση πρώτων βοηθειών αντίδραση σε περίπτωση οξείας επεισοδίων άσθματος όσο και οι αρχές φυσικής άσκησης σε παιδιά με άσθμα δεν ήταν ικανοποιητικές.
Σε έρευνα τους οι Mohandas & Chandan (2009), θέλησαν να αξιολογήσουν χρησιμοποιώντας ένα αυτό-διαχειριζόμενο δομημένο ερωτηματολόγιο, το επίπεδο της γνώσης, της στάσης και της πρακτικής των καθηγητών φυσικής αγωγής στην πόλη του Μπανγκαλόρ στην Νότια Ινδία σε σχέση με την αντιμετώπιση έκτακτων οδοντικών τραυματισμών σε σχολεία της περιοχής.
Το ερωτηματολόγιο εμφάνισε το ιστορικό του καθηγητή της φυσικής αγωγής σε σχέση με την γνώση της διαχείρισης του θραύσματος των δοντιών, την θλίψη, τους τραυματισμούς από εκτοξεύσεις και διερεύνησε η στάση του καθηγητή της φυσικής αγωγής στον τρόπο χειρισμού των τραυματισμών. Το δείγμα αποτελούνταν από 580 εκπαιδευτικούς από 700 επιλεγμένα σχολεία στην πόλη του Μπανγκαλόρ. Εφαρμόστηκε Chi-square για να δοκιμαστεί η σημασία μεταξύ εκπαιδευμένων και μη εκπαιδευμένων εκπαιδευτικών.
Στο δείγμα, το 70% ήταν άνδρες καθηγητές φυσικής αγωγής, το 30% ήταν γυναίκες. Το 95% του δείγματος είχε εκπαίδευση πρώτων βοηθειών ενώ το 5% δεν είχε. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως το 25% των εκπαιδευμένων εκπαιδευτικών φυσικής αγωγής είχαν σωστές γνώσεις σχετικά με την αναγνώριση της ονομασίας των δοντιών ενώ 17% μεταξύ των μη εκπαιδευμένων εκπαιδευτικών.
Το 81% των εκπαιδευμένων εκπαιδευτικών απάντησαν σωστά σχετικά με τη διαχείριση των σπασμένων πρόσθιων δοντιών έναντι 27,5% των ανειδίκευτων εκπαιδευτικών (P <0,0002).
Στα συμπεράσματά τους οι ανωτέρω ερευνητές, διαπιστώνουν ότι υπάρχει έλλειψη γνώσης και πρακτικής μεταξύ των καθηγητών φυσικής αγωγής στη πόλη του Μπανγκαλόρ σχετικά με την αντιμετώπιση έκτακτων οδοντικών τραυματισμών.
Πρέπει να εφαρμοστούν εκπαιδευτικά προγράμματα πρώτων βοηθειών για τη βελτίωση της γνώσης και της ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών.
H έρευνα των Robertson, King, και Tomkinson (2009), διερεύνησε την συχνότητα και τη διαχείριση της ρινορραγίας στα σχολεία δευτεροβάθμιας και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Newport της Αγγλίας.
Στην μεθοδολογία της έρευνας στάλθηκε ερωτηματολόγιο ταχυδρομικά σε 41 σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και σε 116 δημοτικά σχολεία.
Η ερευνητική επεξεργασία έγινε σε των εκατόν δώδεκα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια, 32 από σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 80 από δημοτικά σχολεία.
Τα περισσότερα σχολεία δήλωσαν ότι αντιμετώπισαν αιμορραγία μύτης μία φορά το μήνα. Η συνηθέστερη μέθοδος αντιμετώπισης της αιμορραγίας ήταν το τσίμπημα της κορυφής της μύτης (μια αναποτελεσματική μέθοδος), αν και το τσίμπημα του κάτω μέρους της μύτης ήταν σχεδόν τόσο κοινό. Μόνο μια μειοψηφία των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (37,5 και 25 τοις εκατό, αντίστοιχα) είχε μια πολιτική αντιμετώπισης πρώτων βοηθειών σε περιπτώσεις αιμορραγιών από τη μύτη.
Τα συμπεράσματα της ανωτέρω έρευνας έδειξαν ότι παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους ερωτηθέντες χρησιμοποίησαν την αναποτελεσματική μέθοδο (το τσίμπημα της κορυφής της μύτης) μόνο δύο δήλωσαν ότι δεν αισθάνονται σίγουροι για την αντιμετώπιση αιμορραγιών από τη μύτη. Οι αιμορραγίες από τη μύτη στους μαθητές είναι συχνές και η παροχή πρώτων βοηθειών συχνά αποκλίνει από τις προτεινόμενες οδηγίες.
Οι Cross και συν. (2010), πραγματοποίησαν έρευνα με σκοπό να προσδιοριστεί η ανάγκη εκπαίδευσης των προπονητών καθηγητών Φυσικής Αγωγής στην πρόληψη, αξιολόγηση και διαχείριση των αθλητικών τραυματισμών σε αθλητικά Γυμνάσια στη περιοχή της Νότιας Ντακότας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στάλθηκαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ερωτηματολόγια, σε 1050 προπονητές καθηγητές φυσικής αγωγής και επιστράφηκαν 247 (23,5%) συμπληρωμένα.
Τα αποτελέσματα: απάντησαν προπονητές καθηγητές φυσικής αγωγής από 14 αθλήματα. Η πλειοψηφία δήλωσε ότι ήταν υπεύθυνη για την άμεση ιατρική περίθαλψη των αθλητών σε ποσοστό (89,07%), και ότι το 79,76% των προπονητών συμφώνησαν ή συμφώνησαν έντονα ότι χρειάζονται περισσότερη εκπαίδευση για τη διαχείριση τραυματισμών.
Επίσης τα αποτελέσματα υποδεικνύουν, σε ποσοστό (46,65%) βασικές γνώσεις εφαρμογής κάρδιο-αναπνευστικής αναζωογόνησης ( CPR) / Βασικής Υποστήριξης Ζωής (BLS), ενώ σε ποσοστό (47,4%) στην χορήγηση των πρώτων βοηθειών.
Τα συμπεράσματα της παραπάνω έρευνας, καταλήγουν ότι λόγω της ζήτησης των προπονητών καθηγητών φυσικής αγωγής να είναι οι αρχικοί φροντιστές για τραυματισμένους μαθητές-αθλητές, υπάρχει ανάγκη για αυξημένη εκπαίδευση των προπονητών καθηγητών φυσικής αγωγής των αθλητικών σχολείων της περιοχής της Νότιας Ντακότας που σχετίζονται με τη διαχείριση σοβαρών αθλητικών τραυματισμών.
Τέλος, ενδέχεται να αναφέρονται αλλαγές πολιτικής για την αντιμετώπιση της έλλειψης διαθέσιμου ιατρικού προσωπικού κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων μεταξύ αθλητικών γυμνασίων.
Η μελέτη των Govender, Rangiah, Ross και Campbell (2010), αξιολογεί την διατήρηση των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων μεταξύ των φορέων παροχής υγειονομικής περίθαλψης που παρακολούθησαν ένα βασικό μάθημα υποστήριξης ζωής Basic Life Support.
H μελέτη πραγματοποιήθηκε στο κέντρο κατάρτισης του νοσοκομείου στο Durban της Ν. Αφρικής που 20 πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης (νεαροί ιατροί και νοσοκόμες) είχαν παρακολουθήσει ένα βασικό μάθημα υποστήριξης ζωής Basic Life Support.
Το δείγμα συλλέχθηκε διαδοχικά μετά από τρεις μήνες της παρακολούθησης του μαθήματος. Τα δεδομένα περιλάμβαναν γραπτή δοκιμασία, λίστα δεξιοτήτων, ερωτηματολόγιο και με μία σειρά άλλων μεταβλητών όπως το επάγγελμα ή άλλα δημογραφικά στοιχεία σύμφωνα πάντα με το American Heart Association.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η διατήρηση γνώσεων ήταν καλή παρόλο που υπήρξε μία πτώση των δεξιοτήτων και της γνώσης. Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά μεταξύ των βαθμολογιών και των επαναληπτικών εξετάσεων στο τέλος του μαθήματος.
Το προσωπικό που εργάζεται στα ατυχήματα και στα τμήματα επειγόντων έχοντας περισσότερη πρακτική εμπειρία στη διατήρηση των γνώσεων και δεξιοτήτων, ήταν καλύτερη σε σχέση με το προσωπικό που εργάζεται σε άλλα τμήματα του Νοσοκομείου.
Τέλος, οι νοσηλευτές αποτελούν εξίσου σημαντική πηγή γνώσεων και δεξιοτήτων στην CPR με τους ιατρούς. Οι Wozniak και συν. (2011), πραγματοποίησαν έρευνα με σκοπό του τη ανάλυση της προετοιμασίας των δασκάλων του νηπιαγωγείου για παροχή πρώτων βοηθειών.
Η έρευνα διεξήχθη σε δείγμα 100 εκπαιδευτικών παιδικών σταθμών από την επαρχία Lubelskie της Πολωνίας. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν η χρήση ερωτηματολογίων που προετοιμάστηκαν στο σπίτι κατά τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του 2011.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί (84% των ερωτηθέντων) συμμετείχαν στα μαθήματα πρώτων βοηθειών. Οι εκπαιδευτικοί με αρχαιότητα απασχόλησης κάτω των 10 ετών και οι εκπαιδευτικοί με αρχαιότητα απασχόλησης μεταξύ 11 και 20 ετών συμμετείχαν συχνότερα στα μαθήματα πρώτων βοηθειών από ό, τι οι ερωτηθέντες με αρχαιότητα άνω των 20 ετών (p=0,02).
Το 5,42% των ερωτηθέντων αξιολόγησαν τις γνώσεις τους σχετικά με την παροχή πρώτων βοηθειών στον βαθμό 3 (σε ένα συνεχές από το 1). Ο μέσος βαθμός ήταν 2,98 +/- 0,97.
Οι στόχοι της έρευνας των Botha, Geyser και Engelbrecht (2012), ήταν να εκτιμηθούν οι γνώσεις για τις κατάλληλες αποφάσεις και δράσεις κατά την διάρκεια καρδιο αναπνευστικής ανάνηψης των κλινικών ιατρών σε νοσοκομεία σε περιπτώσεις καρδιακής ανακοπής.
Χρησιμοποιώντας δειγματοληψία ευκολίας πήραν μέρος 100 ιατροί τριτοβάθμιας περίθαλψης από τη Νότια Αφρική. Τα αποτελέσματα έδειξαν, σε κλειστού τύπου απαντήσεις και με βάση το μάθημα BLS (Βασικής Υποστήριξης της Ζωής) του American Heart Association (AHA),ότι κανένας από τους συμμετέχοντες ιατρούς δεν έδειξε επαρκή γνώση. Η μέση βαθμολογία CPR ενηλίκων ήταν 40,6% ενώ η μέση βαθμολογία παιδιατρικής μόλις το 36,6%.
Στα συμπεράσματα της έρευνας καταγράφηκε ότι οι γνώσεις των συμμετεχόντων ήταν κακές. Αυτό εγείρει ανησυχίες για το κατά πόσο αποτελεσματική μπορεί να υπάρξει η εφαρμογή CPR. Η μελέτη αυτή υπερτονίζει την ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση των κλινικών ιατρών στην ικανότητα ανάνηψης CPR, αλλά και την σημασία ανάπτυξης κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων CPR που να είναι προσιτά, φθηνά και καινοτόμα.
Στην έρευνα τους οι Ercan, Ozen, Karatepe, Berber και Cengizlier (2012), επιδίωξαν να διερευνήσουν τις γνώσεις και τις στάσεις των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με την αναφυλαξία.
Κατά την μεθοδολογία ερωτήθηκαν συνολικά 237 εκπαιδευτικοί: 91 που εργάζονται σε δημοτικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης στη Τουρκία και 146 σε ιδιωτικά σχολεία. Συμπληρώθηκε ένα ερωτηματολόγιο για την απόκτηση δεδομένων σχετικά με τις γνώσεις τους σχετικά με την αναφυλαξία και τη διαθεσιμότητα των εγκαταστάσεων έκτακτης θεραπείας στα σχολεία.
Στα αποτελέσματα που δόθηκαν βρέθηκαν πενήντα δύο τοις εκατό των δασκάλων οι οποίοι γνώριζαν ποιοι μαθητές είχαν μια αλλεργική ασθένεια. Όταν ερωτήθηκαν για παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν αναφυλαξία, οι σημαντικότερες αιτίες θεωρήθηκαν ότι είναι: η γύρη από το 54% των δασκάλων, τα τρόφιμα κατά 47%, τα ακάρεα κατά 40% και τα φάρμακα κατά 30%. Από τα τρόφιμα, θεωρήθηκαν δύο κύριες αιτίες: τα αυγά (30,4%) και οι φράουλες (25,3%).
Οι απαντήσεις των δασκάλων σχετικά με την αρχική τους παρέμβαση σε περίπτωση αναφυλακτικής αντίδρασης ήταν: θα έδινε πρώτες βοήθειες στο 24,3%, θα ενημέρωνε την σχολική νοσηλεύτρια στο 39,7% και θα καλούσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στο 19,8%. Μόνο το 10% γνώριζε την ύπαρξη αυτόματου εγχυτήρα επινεφρίνης και μόνο το 4% γνώριζε πού να το εφαρμόσει.
Και ενώ το 28% των εκπαιδευτικών ανέφεραν ότι γνώριζαν προηγουμένως για την αναφυλαξία, οι περισσότεροι δάσκαλοι είχαν διαμορφώσει τις ιδέες τους από φυλλάδια ή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επίσης το 25% των δασκάλων γνώριζαν όλα τα συμπτώματα της αναφυλαξίας, το 54% γνώριζε μερικά και το 21% δεν γνώριζε κανένα. Μόνο το 6% των δασκάλων ανέφερε ότι υπήρχε ένα σχέδιο διαχείρισης για αναφυλαξία στο σχολείο του.
Τα συμπεράσματα της ανωτέρω ομάδας ερευνητών, έδειξαν ότι οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στα σχολεία της Κωνσταντινούπολης δεν είναι καλά ενημερωμένοι τόσο για το τι είναι η αναφυλαξία όσο και την παροχή πρώτων βοηθειών.
Πρέπει να οργανωθούν προγράμματα εκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς σχετικά με το θέμα και πρέπει να υπάρξει επαναξιολόγηση των σχολικών και υγειονομικών πολιτικών με ευρύτερη παγκόσμια προοπτική. Υπάρχει άμεση ανάγκη να διερευνηθούν τα σχέδια και οι πολιτικές διαχείρισης των αλλεργιών στα σχολεία και να αναπτυχθούν προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών σχετικά με το θέμα.
Οι Hill και Hollis (2012), σε μια δίχρονη έρευνα μελέτησαν το χρόνο που ξοδεύουν οι δάσκαλοι στα δημοτικά σχολεία για θέματα που αφορούν την υγεία των μαθητών και η σχέση με τις υπηρεσίες των νοσηλευτών στα σχολεία. Στην μεθοδολογία ένας εγκάρσιος σχεδιασμός χρησιμοποιήθηκε για την έρευνα παραδοσιακών και εξαιρετικών (ειδικών αναγκών) δασκάλων της τάξης σχετικά με το χρόνο που πέρασαν για θέματα υγείας και την αντίληψή τους για την παρουσία νοσηλευτών στο σχολείο, ενώ οι σχολικοί νοσοκόμοι αναλύθηκαν σχετικά με τον αντίκτυπο της παρουσίας τους σε καταστάσεις πρώιμης ασθένειας.
Τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν (σχετικά με τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών), ότι με την παρουσία των νοσοκόμων στο σχολείο υπάρχουν λιγότερες περιπτώσεις παρέμβασης εκπαιδευτικού σε έκτακτο γεγονός τραυματισμού, καλύτερη και αυξημένη επικοινωνία, ενώ και οι μαθητές με χρόνιες ασθένειες είναι πιο ασφαλείς και υπάρχει διαθέσιμος χρόνος για πληροφορίες σε θέματα που αφορούν την υγεία.
Συμπερασματικά οι ερευνητές αναφέρουν, ότι τα δεδομένα της έρευνας παρέχουν τις βάσεις για συζητήσεις στη βελτίωση της επικοινωνίας των προγραμμάτων των νοσοκόμων, την αύξηση της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας των εκπαιδευτικών από τη συνεχή παρουσία των νοσοκόμων στο σχολείο καθώς και για την προστασία πολύτιμων σχολικών ωρών από άλλες παρεμβάσεις ή δεσμεύσεις σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών από τραυματισμούς.
Στην έρευνα τους οι Rios και συν. (2012), ανάλυσαν την έννοια του εγκεφαλικού θανάτου στους καθηγητές της υποχρεωτικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη νοτιοανατολική Ισπανία. Κατά την μεθοδολογία επελέγησαν τυχαία δέκα σχολεία επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στρωματοποιήθηκαν ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση στη νοτιοανατολική Ισπανία. Ελήφθη τυχαίο δείγμα των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η γνώση της έννοιας του εγκεφαλικού θανάτου αναλύθηκαν με τη χρήση ενός επικυρωμένου ερωτηματολογίου, το οποίο συμπληρώθηκε και ολοκληρώθηκε ανώνυμα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν, ότι το 64% (n=180) των ερωτηθέντων γνώριζαν την έννοια του εγκεφαλικού θανάτου και θεωρούσαν ότι ήταν ο θάνατος ενός ατόμου. Από τα υπόλοιπα, το 34% (n=95) δεν γνώριζε αυτή την έννοια και το υπόλοιπο 3% (n=8) πίστευε ότι δεν σημαίνει το θάνατο ενός ατόμου.
Συμπερασματικά λοιπόν το ένα τρίτο του διδακτικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχολείων στην νοτιοανατολική Ισπανία δεν γνώριζε ή δεν κατανοούσε την έννοια του εγκεφαλικού, ως το θάνατο ενός ατόμου, έτσι λοιπόν δεδομένου ότι οι εκπαιδευτικοί αποτελούν πηγή πληροφόρησης, η βασική εκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε βασικές γνώσεις και στάσεις στην αντιμετώπιση ενός εγκεφαλικού θα ήταν σημαντική (Rios et al.,2012).
Σε άλλη έρευνα, οι De Witt, Scott και Seshadri (2012), προσδιόρισαν το συνολικό επίπεδο των ιατρικών υπηρεσιών που παρέχονται στους αθλητές μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε αθλητικά γεγονότα στην περιοχή του Αρκάνσας των Ηνωμένων Πολιτειών, αξιολόγησαν την παροχή ιατρικών υπηρεσιών των αθλητικών εκπαιδευτών στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και σύγκριναν τις υπηρεσίες ιατρικής αθλητικής κατάρτισης που παρέχονται σε αθλητικές εκδηλώσεις μεταξύ σχολείων διαφόρων μεγεθών.
Κατά την μεθοδολογία ένα ερωτηματολόγιο διανεμήθηκε σε 199 σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του επιπολασμού. Συνολικά συμμετείχαν 144 αθλητικοί διευθυντές και διευθυντές σχολείων, από 199 δευτεροβάθμια σχολεία (ποσοστό ανταπόκρισης 72%).
Διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός των προπονητών που πιστοποιήθηκε στην καρδιοπνευμονική ανάνηψη ή την πρώτη βοήθεια ήταν ελάχιστος. Τα περισσότερα σχολεία δεν είχαν σχέδιο για την παροχή ελάχιστου εξοπλισμού έκτακτης ανάγκης, όπως πάγου ή νερού κατά τις επισκέψεις ομάδων σχολείων. Τέλος διαπιστώθηκε ότι το 88% (n = 7) των 8 βασικών συνιστωσών κάλυψης συμβάντων που η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής θεωρεί σημαντικές δεν αντιμετωπίστηκαν από τα σχολεία που εκπροσωπούνται στην έρευνα.
Σε άλλη έρευνα που πραγματοποίησε η Αλεξανδροπούλου (2013), σχετικά με την αξιολόγηση προγράμματος παροχής πρώτων βοηθειών στο προσωπικό που εργάζεται σε ειδικά σχολεία. Πήραν μέρος είκοσι τέσσερα τυχαία επιλεγμένα σχολεία ειδικής αγωγής στην Αττική, Ελλάδα. Τα σχολεία τυχαιοποιήθηκαν σε τέσσερις ομάδες. Οι δύο ομάδες παρέμβασης όπου αποτελούσαν 86 συμμετέχοντες και οι δύο άλλες δυο ως ομάδες ελέγχου με 94 συμμετέχοντες.
Τα αποτελέσματα κατέδειξαν στη στατιστική ανάλυση σημαντική διαφορά στις τέσσερις ομάδες. Οι ομάδες παρέμβασης βελτίωσαν σημαντικά τις γνώσεις τους δείχνοντας ότι το πρόγραμμα ήταν αποτελεσματικό. Τα συμπεράσματα έδειξαν ότι τέτοιου είδους προγράμματα είναι σημαντικά διότι ενισχύουν τη γνώση και συμβάλλουν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του προσωπικού. Ωστόσο, θα πρέπει να υλοποιούνται από επαγγελματίες που έχουν την εμπειρία αλλά και τις γνώσεις πάνω στο σχετικό αντικείμενο.
Οι Mpotos, Vekeman, Monsieurs, Derese και Valcke (2013), πραγματοποίησαν μια έρευνα σε εκπαιδευτικούς σχετικά με τις γνώσεις καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (cardiopulmonary resuscitation-CPR), την ετοιμότητα για την εκτέλεση και τη διδασκαλία του CPR, καθώς και τη στάση απέναντι σε μια εναλλακτική στρατηγική αυτο-μάθησης μεταξύ των Φλαμανδών εκπαιδευτικών.
Στην μεθοδολογία αναπτύχθηκε ερωτηματολόγιο αποτελούμενο από τέσσερα ξεχωριστά μέρη: (1) δημογραφικά στοιχεία, (2) επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων (CPR), (3) η στάση απέναντι στην εκπαίδευση και (4) η εμπειρία της αναζωογόνησης. Οι ειδικοί περιεχομένου εξέτασαν το ερωτηματολόγιο ενόψει της εγκυρότητας του περιεχομένου. Εκατόν εβδομήντα ένα φοιτητές στις Εκπαιδευτικές Επιστήμες κλήθηκαν να λάβουν συνέντευξη από 25 διαφορετικούς καθηγητές.
Στα αποτελέσματα: συνολικά 4273 εκπαιδευτικοί συμμετείχαν στη μελέτη (πρωτοβάθμια εκπαίδευση n=856, δευτεροβάθμια εκπαίδευση n=2562, ανώτατη εκπαίδευση n=855). Από το σύνολο των ερωτηθέντων, το 59% (2539/4273) είχε λάβει προηγούμενη εκπαίδευση (CPR) με το υψηλότερο ποσοστό στους πρωτοβάθμιους εκπαιδευτικούς (69%) και στην ηλικιακή ομάδα 21-30 ετών (68%).
Η υποχρεωτική εκπαίδευση στο σχολείο με (CPR) υποστηρίχθηκε από το 41% (1751/4273) των εκπαιδευτικών και μόνο το 36% γνώριζε ότι η εκπαίδευση CPR περιλαμβάνεται επίσημα στο αναλυτικό πρόγραμμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 61% (2621/4273) δεν αισθάνθηκε ικανό και δεν ήταν πρόθυμο να διδάξει (CPR) κυρίως λόγω της αντιλαμβανόμενης έλλειψης γνώσης στο 50% (2151/2621). Επιπλέον, το 69% (2927/4273) αισθάνθηκε μη ικανό να εκτελέσει σωστή (CPR) και το 73% (3137/4273) επιθυμούσε περισσότερη εκπαίδευση.
Το να αισθάνεσαι ανίκανος και να μην προτίθεσαι να διδάξεις σχετίζεται με την απουσία προηγούμενης εκπαίδευσης. Τέλος οι πρωτοβάθμιοι εκπαιδευτικοί και η ηλικιακή ομάδα 21-30 ετών ήταν πιο πρόθυμοι να διδάξουν 47 (CPR).
Τα συμπεράσματα των ερευνητών, έδειξαν ότι παρόλο που πολλοί δάσκαλοι αναφέρθηκαν σε προηγούμενη εκπαίδευση (CPR), μόνο μια μειοψηφία κυρίως νέων και πρωτοβάθμιων εκπαιδευτικών θεωρούνταν ικανοί στην (CPR) και ήταν πρόθυμες να την διδάξουν και στους μαθητές τους.
Στην έρευνα τους στη περιοχή Somme της Βόρειας Γαλλίας οι Ammirati και συν. (2014), αξιολόγησαν τις γνώσεις που αποκτήθηκαν σε πολύ μικρά παιδιά (<6 ετών) που εκπαιδεύτηκαν από τους δικούς τους νηπιαγωγούς. Αυτή η συγκριτική μελέτη αξιολόγησε την επίδραση της εκπαίδευσης πριν από την ηλικία των 6 ετών σε σύγκριση με μια ομάδα παιδιών της ίδιας ηλικίας που δεν εκπαιδεύτηκαν.
Ορισμένοι εκπαιδευτικοί νηπιαγωγοί εκπαιδεύτηκαν από ομάδες έκτακτης ανάγκης για να εκτελέσουν βασικές πρώτες βοήθειες. Από τις 24 τάξεις που περιελάμβαναν 285 μαθητές επιλέχθηκαν τυχαία, 9 τάξεις εκπαιδευμένων μαθητών (ομάδα C1) και 9 τάξεις μη εκπαιδευόμενων μαθητών (ομάδα C2).
Η αξιολόγηση περιελάμβανε την παρατήρηση και την περιγραφή τριών εικόνων καθώς και τη χρήση του τηλεφώνου κλήσης προς το κέντρο έκτακτης ανάγκης. Η αξιολόγηση του κάθε παιδιού βασίστηκε σε εννέα κριτήρια και εκτελέστηκε από τον νηπιαγωγό 2 μήνες μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης πρώτων βοηθειών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευμένων μαθητών έδωσε τις αναμενόμενες απαντήσεις για όλα τα κριτήρια και αντέδρασε κατάλληλα αξιολογώντας την κατάσταση και προειδοποιώντας τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (55,7%-89,3% σύμφωνα με τις ερωτήσεις).
Η σύγκριση των δύο ομάδων αποκάλυψε μια σημαντικά μεγαλύτερη ικανότητα εκπαιδευμένων μαθητών να περιγράψουν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης (p <0.005) και να βελτιώσουν τη πιθανότητα της έγκαιρης ειδοποίησης (p <0.0001).
Τα συμπεράσματα της έρευνας, κατέδειξαν υψηλή ικανότητα των μικρών 48 μαθητών να αφομοιώνουν βασικές δεξιότητες πρώτων βοηθειών ειδικά όταν εκπαιδεύονται από τους ίδιους τους δασκάλους τους.
Στην έρευνα τους οι Adams, Mazerolle, Casa, Huggins και Burton (2014), στην πολιτεία του Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής εξέτασαν τις αντιλήψεις των προπονητών ποδοσφαίρου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με την θερμοπληξία (exertional heat stroke-EHS) και την επαγγελματική τους σχέση με τους προπονητές.
Χρησιμοποιήθηκε ποιοτική μελέτη στη μεθοδολογία ενώ συμμετείχαν καθηγητές ποδοσφαίρου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (37 άνδρες, 1 γυναίκα). Η μέση ηλικία τους ήταν 47 ± 10 ετών και είχαν 12 + 9 χρόνια εμπειρίας ως προπονητής ποδοσφαίρου.
Οι συμμετέχοντες απάντησαν ηλεκτρονικά σε μια σειρά από ερωτήσεις στο διαδίκτυο οπού επικεντρώθηκαν στην γνώση τους σχετικά με την θερμοπληξία (exertional heat stroke-EHS) καθώς για την και τις επαγγελματικές σχέσεις τους προπονητές ποδοσφαίρου.
Η αξιοπιστία των δεδομένων δημιουργήθηκε μέσω τριγωνισμού πολλαπλών αναλυτών και αξιολόγησης από συναδέλφους καθηγητές ποδοσφαίρου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με δανεισμό από τις αρχές μιας γενικής επαγωγικής προσέγγισης.
Στα αποτελέσματα της έρευνας προέκυψαν δύο κυρίαρχα θέματα: η αντιληπτή αυτοπεποίθηση του προπονητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η επιρροή του προπονητή.
Το πρώτο θέμα έδειξε την εμπιστοσύνη του προπονητή σχετικά με τη διαχείριση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, παρά την έλλειψη γνώσεων, λόγω της βασικής εκπαίδευσης σε θέματα έκτακτης ανάγκης.
Στο δεύτερο θέμα παρουσιάστηκαν οι θετικές επαγγελματικές σχέσεις του προπονητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με τους προπονητές ποδοσφαίρου σχετικά με τη φροντίδα των ασθενών αλλά και τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης.
Από τους προπονητές ποδοσφαίρου που συμμετείχαν, 49 το 89% (34 από τους 38) έδειξαν θετικές αλληλεπιδράσεις με τους καθηγητές ποδοσφαίρου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Τα συμπεράσματα της έρευνας των Adams, Mazerolle, Casa, Huggins και Burton (2014), έδειξαν ότι αυτοί οι προπονητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που πήραν μέρος στην ποιοτική έρευνα δεν γνώριζαν τις πιθανές αιτίες της θερμοπληξίας ή τα συμπτώματα που σχετίζονται με αυτή και είχαν υψηλότερα αντιληπτά επίπεδα αυτοπεποίθησης στις ικανότητες διαχείρισης από ό, τι φανερώνεται από το επίπεδο γνώσεων τους.
Η έρευνα των Goel, Singh, Lal και Singh (2014), διερεύνησε τις γνώσεις και τις πρακτικές που χρησιμοποιούν οι εκπαιδευτικοί για τη διαχείριση των επιληπτικών κρίσεων. Η έρευνα τους εξέτασε επίσης ένα εκπαιδευτικό πακέτο παρέμβασης επιληψίας για να διαπιστώσει εάν βελτίωσε τις γνώσεις και τις πρακτικές των εκπαιδευτικών σχετικά με την επιληψία.
Μεθοδολογία : Συνολικά πήραν μέρος σε αυτή την έρευνα, 85 δάσκαλοι σε σχολεία από το Chandigarh, μια πόλη της βόρειας Ινδίας. Στην αρχή της έρευνας οι δάσκαλοι ολοκλήρωσαν ένα προκαταρκτικά ελεγμένο, ημι-δομημένο ερωτηματολόγιο σχετικά με τη διαχείριση πρώτων βοηθειών σε καταστάσεις επιληπτικών κρίσεων.
Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ένα πακέτο παρέμβασης που περιλάμβανε οπτικοακουστικό υλικό σχετικά με τις βασικές πτυχές της επιληψίας. Στη συνέχεια οι δάσκαλοι επανεξετάστηκαν πριν την παρέμβαση και μία αμέσως μετά την παρέμβαση. Δημιουργήθηκε ένα σύστημα βαθμολόγησης για την ποσοτικοποίηση της γνώσης και της στάσης και των δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών.
Οι ερευνητές ανάμεσα σε άλλα, διαπίστωσαν στην έρευνα τους ότι περισσότερο από το 90% των εκπαιδευτικών είχε προηγουμένως ακούσει ή διαβάσει σχετικά με την επιληψία. Σχεδόν οι μισοί δάσκαλοι δήλωσαν ότι τα βιβλία και τα περιοδικά ήταν η πιο κοινή πηγή των πληροφοριών τους, ακολουθούμενη από το διαδίκτυο. Η σύγκριση των γνώσεων, των στάσεων και των δεξιοτήτων σχετικά με τη διαχείριση πρώτων βοηθειών της επιληψίας με βάση τα αποτελέσματα πριν και μετά το ερωτηματολόγιο έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στους διάφορους τομείς (p <0,05).
Σχεδόν οι μισοί δάσκαλοι δήλωσαν ότι τα βιβλία και τα περιοδικά ήταν η πιο κοινή πηγή των πληροφοριών τους, ακολουθούμενη από το διαδίκτυο. Η σύγκριση των γνώσεων, των στάσεων και των δεξιοτήτων σχετικά με τη διαχείριση πρώτων βοηθειών της επιληψίας με βάση τα αποτελέσματα τόσο πριν όσο και μετά από το ερωτηματολόγιο, έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στους διάφορους τομείς (p <0,05).
Σε άλλη μελέτη οι Li και συν. (2014), προσπάθησαν να αξιολογήσουν το βασικό επίπεδο των γνώσεων στις Πρώτες Βοήθειες και την συνολική τους στάση ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό νηπιαγωγείων στη Σαγκάη της Κίνας.
Μία δια τομεακή μελέτη συλλέχθηκε από το εκπαιδευτικό προσωπικό των νηπιαγωγείων της Σαγκάης. Χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της διαστρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας για να αναγνωρίσουν το συγκεκριμένο θέμα. Ελήφθησαν δεδομένα από πολλαπλών απαντήσεων ερωτηματολόγιο. Έγινε μία τυποποιημένη συλλογή δημογραφικών στοιχείων και οι συμμετέχοντες απάντησαν στο προαναφερόμενο ερωτηματολόγιο για να καταγράψουν τις γνώσει και τις στάσεις των στις Πρώτες Βοήθειες.
Τα αποτελέσματα των 1067 ερωτηματολογίων κατέδειξαν: Μόλις 39 άτομα (3,7%) πέτυχε τις σωστές απαντήσεις. Ο αριθμός των σωστών απαντήσεων σε σχέση με τις ερωτήσεις κυμάνθηκε από το 16,5 % έως το 910,2%.
Συγκεκριμένα στα θέματα που σχέση με την παροχή πρώτων βοηθειών για σπασμούς το 16,5% απάντησε σωστά, για χημικά τραύματα στα μάτια το 23%, σε εισπνεόμενα δηλητήρια το 27,6%, ενώ για θέματα πνιγμού, το 30,1%.
Η ανάλυση της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης κατέδειξε σημαντικά υψηλότερη βαθμολογία των μελών του εκπαιδευτικού προσωπικού των νηπιαγωγείων με περισσότερη εκπαίδευση δηλαδή σε 51 αυτούς που είχαν εκπαιδευτεί στις Πρώτες Βοήθειες, ήταν πάροχοι υγείας, ήταν νέοι εκπαιδευτικοί ή τέλος προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.
Όλο το προσωπικό συμφωνεί ότι η γνώση στις Πρώτες Βοήθειες είναι πολύ χρήσιμη. Η συντριπτική πλειοψηφία συμφωνεί ότι είναι πολύ βοηθητική και κυρίως σημαντική η γνώση πάνω σε θέματα παιδιατρικής πρώτων βοηθειών.
Συμπερασματικά οι Li et all. (2012), κατέληξαν ότι το επίπεδο γνώσης ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό των νηπιαγωγείων στην Σαγκάη ήταν χαμηλό. Θεωρήθηκε επιτακτική ανάγκη τα μέλη των νηπιαγωγείων να εκπαιδευτούν τόσο σε πρακτικές εφαρμογής Πρώτων Βοηθειών όσο και στο να μπορούν να αναγνωρίζουν διάφορους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με συγκεκριμένους τραυματισμούς.
Οι Oyinlade, Oqunkule και Olanrewaju (2014), πραγματοποίησαν έρευνα για να αξιολογήσουν τις υπηρεσίες υγείας σε ιδιωτικές και δημόσιες σχολικές μονάδες στη περιοχή Sagamu της νοτιοδυτικής Νιγηρίας. Κατά τη μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε μια συγχρονική μελέτη (cross-sectional study), που διεξήχθη σε ιδιωτικούς και δημόσιους βρεφονηπιακούς σταθμούς / σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Sagamu της πολιτείας Ogun της νοτιοδυτικής Νιγηρίας.
Συνολικά, 91 σχολεία, που επιλέχθηκαν τυχαία από τα 182 διαθέσιμα, περιλαμβάνονταν 53 ιδιωτικά νηπιαγωγεία / δημοτικά σχολεία, 22 δημόσια νηπιαγωγεία / δημοτικά σχολεία, 11 ιδιωτικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 5 δημόσια σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ελέγχθηκαν για τη διαθεσιμότητα των συστατικών στοιχείων των υπηρεσιών υγείας (school health service, SHS) και αξιολόγησαν την κλίμακα SHS με τη μέθοδο Evaluation Scale (SHSES).
Τα δεδομένα αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας SPSS έκδοση 15.0. Οι κατηγορικές μεταβλητές αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας τεστ Chi-square. Το επίπεδο σπουδαιότητας θεωρήθηκε ότι ήταν Ρ <0,05. 52 Τα αποτελέσματα της ανωτέρω έρευνας κατέδειξαν, ότι μόνο ένα (1,1%) σχολείο επωφελήθηκε από τις υπηρεσίες ενός σχολικού γιατρού. Τα βασικά φάρμακα και τα υλικά για υπηρεσίες πρώτων βοηθειών ήταν διαθέσιμα σε 85 (93,4%) από τα σχολεία, ενώ μόνο τα 26 (28,6%) είχαν αναρρωτήριο. Τα ιδιωτικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είχαν το υψηλότερο ποσοστό καλών βαθμολογιών αξιολόγησης των υπηρεσιών υγείας των σχολείων (63,6%), ενώ το 96,2% των ιδιωτικών δημοτικών σχολείων είχαν κακές βαθμολογίες αξιολόγησης στην υγειονομική περίθαλψη.
Τα συμπεράσματα της παραπάνω ομάδας ερευνητών, έδειξαν ότι οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και πρώτων βοηθειών σε αυτή τη περιοχή της Νιγηρίας δεν είναι ικανοποιητικές. Συνεπώς, είναι απαραίτητο όλοι οι φορείς των σχολειών στο Sagamu (ιδιωτικά και δημόσια) να παρέχουν τα υλικά και το προσωπικό που απαιτείται για την επίτευξη αποτελεσματικής υγειονομικής περίθαλψης (school health services, SHS ) .
Οι Sonmez, Uskun και Pehlivan (2014), πραγματοποίησαν μελέτη αξιολογώντας το επίπεδο γνώσεων των νηπιαγωγών εκπαιδευτικών που εργάζονται στο κέντρο της επαρχίας Isparta στη Νοτιοδυτική Τουρκία σχετικά με τις βασικές πρακτικές πρώτων βοηθειών και ορισμένους παράγοντες που επηρέασαν αυτά τα επίπεδα γνώσης. Σε αυτήν την αναλυτική, επιπολασμού μελέτη πήραν μέρος 110 εκπαιδευτικοί νηπιαγωγοί της επαρχίας Isparta.
Ένα ερωτηματολόγιο που αμφισβήτησε τις κοινωνικό-δημογραφικές ιδιότητες και το επίπεδο γνώσεων που σχετίζονται με τις πρακτικές πρώτων βοηθειών εφαρμόστηκε υπό την εποπτεία.
Το επίπεδο γνώσης αξιολογήθηκε σε κλίμακα 20 σημείων. Στις αναλύσεις χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμές Kruskal-Wallis και Mann-Whitney U και η συσχέτιση του Spearman. Η μελέτη εγκρίθηκε από την Ηθική Επιτροπή Κλινικών Μελετών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Süleyman Demirel (αριθμός καταχώρισης: 105). 53 Η μέση βαθμολογία της γνώσης πρώτων βοηθειών των νηπιαγωγών εκπαιδευτικών βρέθηκε να είναι 11,9 ± 2,9.
Τα λιγότερο γνωστά προβλήματα ήταν η πλύση της πληγής με σαπούνι και νερό μετά από ένα δάγκωμα σκύλου, οι πληροφορίες σχετικά με την αναγκαιότητα ακινητοποίησης παιδιού που έχει πέσει από υψηλό επίπεδο και του αριθμού τηλεφώνου του Εθνικού Κέντρου Πληροφοριών για την δηλητηρίαση (16,4%, 20,9% και 20,9%). 22,7%, αντίστοιχα).
Οι βαθμολογίες των ατόμων έδειξαν ότι οι γνώσεις πρώτων βοηθειών ήταν σε ικανοποιητικότερο επίπεδο σε σύγκριση με τα άτομα των οποίων η γνώση πρώτων βοηθειών αξιολογήθηκε ως μέτρια (p=0.009) και φτωχή (p=0.001). Επίσης διαπιστώθηκε ότι οι βαθμολογίες πρώτων βοηθειών δεν παρουσίαζαν σημαντική διαφορά όσον αφορά την ηλικία, την περίοδο εργασίας, την εκπαίδευση πρώτων βοηθειών και την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που απαιτούσε προηγουμένως πρώτες βοήθειες (p>0,05 για όλες τις συγκρίσεις). Τέλος, διαπιστώθηκε λοιπόν ότι οι εκπαιδευτικοί νηπιαγωγοί δεν είχαν επαρκείς γνώσεις πρώτων βοηθειών.
Δεδομένου ότι οι βαθμολογίες γνώσης πρώτων βοηθειών των ατόμων που δήλωσαν ότι είχαν προηγούμενη εκπαίδευση πρώτων βοηθειών πριν την μελέτη δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά, θεωρήθηκε ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης ήταν εξίσου σημαντική.
Oι Agbo, Envuladu, Hassan, Enokela και Zoakah (2015), πραγματοποίησαν μελέτη όπου καθόρισε τον επιπολασμό και τα είδη ιατρικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε 22 δημοτικά σχολεία περιοχής της Νιγηρίας και το επίπεδο ιδιοκτησίας των FAB (κυτίων πρώτων βοηθειών). Χρησιμοποιώντας τεχνική δειγματοληψίας πολλαπλών σταδίων, είκοσι δύο δημοτικά σχολεία μελετήθηκαν. Το ερωτηματολόγιο και ο κατάλογος ελέγχου ήταν τα μέσα συλλογής.
Για την ανάλυση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε Στατιστικό λογισμικό SPSS Έκδοση 16.0. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στα 22 δημοτικά σχολεία με συνολικό πληθυσμό 6.933 54 μαθητές το (27%) είχαν υποστεί μώλωπες, πτώσεις και εκδορές, το ( 22,7% ) πυρετό και σπασμούς και το (13,6%) πόνους στο στομάχι, πτώσεις και κατάγματα. Το (59,1%) είχαν First Aid Boxes (κυτία πρώτων βοηθειών). Κι από αυτό το (59,1%) το (45.5%) μόνο περιείχε το βασικό εξοπλισμό.
Oι Joseph και συν. (2015), πραγματοποίησαν έρευνα με σκοπό να προσδιορίσουν τη επίγνωση, τις στάσεις και τις πρακτικές των εκπαιδευτικών των σχολείων και των διαθέσιμων εγκαταστάσεων στα σχολεία όσον αφορά τη διαχείριση των πρώτων βοηθειών μιας και είναι οι πρώτοι που καλούνται να αντιμετωπίσουν έκτακτα περιστατικά. Τα δεδομένα ελήφθησαν από 146 εκπαιδευτικούς σε εννέα σχολεία στην επαρχία Mangalore της Ινδίας, κάνοντας χρήση του εργαλείου του ερωτηματολογίου. Τα σχολεία ελέγχθηκαν επίσης για εξοπλισμό πρώτων βοηθειών και τις παρεχόμενες εγκαταστάσεις.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως μόλις οι 69 εκπαιδευτικοί (47%) δηλαδή είχαν λάβει προηγούμενη εκπαίδευση. Η κακή και μέτρια γνώση των πρώτων βοηθειών παρατηρήθηκε μεταξύ 17 εκπαιδευτικών που είχαν λάβει προηγούμενη γνώση (13%) και 127 (87%) εκπαιδευτικών που δεν είχαν ξανά εκπαιδευτεί, αντίστοιχα. Μόνο οκτώ ήξεραν σωστά τη διαδικασία της κάρδιο αναπνευστικής αναζωογόνησης (CPR). Οι 96 από τους συμμετέχοντες (66%), ήταν διατεθειμένοι να διαχειρίζονται πρώτες βοήθειες εάν υπάρχει προηγούμενη εκπαίδευση. Οι 74 είχαν προσφέρει κάποια στιγμή πρώτες βοήθειες όταν ζητήθηκε στο σχολείο τους. Οι τραυματισμοί (36%) και τα καρδιακά επεισόδια (23%) συγκαταλέγονται στις καταστάσεις που απαιτούν διαχείριση των πρώτων βοηθειών στα σχολεία. Η αυτοπεποίθηση παροχής πρώτων βοηθειών έχει άμεση σχέση με την προηγούμενη εκπαίδευση στις πρώτες βοήθειες (p =0,001). Υλικά πρώτων βοηθειών ήταν διαθέσιμα σε 5 από τα 9 σχολεία που πήραν μέρος στην έρευνα.
Τα συμπεράσματα της προαναφερθήσας έρευνας κατέδειξαν, ότι το σημερινό επίπεδο 55 ικανοτήτων μεταξύ των εκπαιδευτικών στο Mangalore για τη διαχείριση των πρώτων είναι ανεπαρκές ώστε για να εξασφαλιστεί η παροχή άμεσης φροντίδας, Απαιτείται να ακολουθηθεί περιοδική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στον τομέα των πρώτων βοηθειών.
Οι Lear, Hoang και Zyzanski (2015), στην έρευνα τους ανέφεραν περιστατικά ξαφνικής καρδιακής ανακοπής στα οποία χρησιμοποιήθηκαν αυτοματοποιημένοι εξωτερικοί απινιδωτές (Automated External Defibrillator AEDs) στα γυμνάσια του Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών, και να αξιολογήσουν την εφαρμογή με AEDs των γυμνασίων του Οχάιου, δημοσιεύοντας παράλληλα κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των (AED) αλλά και τα Σχέδια Επείγουσας Δράσης (Εmergency Αction Plan EAP) στα Γυμνάσια σχολεία.
Κατά την μεθοδολογία που ακολούθησε στάλθηκε ερευνητικό ερωτηματολόγιο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που βασίστηκε στο Διαδίκτυο σε 827 Αθλητικούς Διευθυντές σχολείων που ήταν μέλη της Αθλητικής Ομοσπονδίας Γυμνασίου του Οχάιο. Συνολικά 264 σχολεία (32%,) ολοκλήρωσαν την έρευνα.
Τα αποτελέσματα της διατμηματικής έρευνας, των ανωτέρω ερευνητών, αναφέρουν είκοσι πέντε επεισόδια εφαρμογής (AED) σε 22 σχολεία για μια περίοδο 11 ετών στα οποία πήραν μέρος 8 (32%) μαθητές και 17 (68%) ενήλικες. Το αναφερόμενο ποσοστό επιβίωσης ήταν 60% (n=15). Τα περισσότερα συμβάντα (n=20, 80%) τόσο σε μαθητές όσο και σε ενήλικες εμφανίστηκαν σε εγκαταστάσεις ή κοντά σε αθλητικές εγκαταστάσεις. Το ετήσιο ποσοστό χρήσης των (AED) ήταν 0,7%. Πενήντα τρία τοις εκατό (n=140) των σχολείων ανέφεραν ότι έχουν εφαρμόσει (Εmergency Αction Plan EAP) σε επεισόδια καρδιακής ανακοπής. Από τα σχολεία με EAP s, το 57% (n=80) ανέφεραν ότι είχαν κάνει δοκιμές.
Τα συμπεράσματα υποστήριξαν την τοποθέτηση των (AED) στα γυμνάσια δεδομένης της συχνότητας χρήσης για την αιφνίδια καρδιακή ανακοπή και την αναφερόμενη επιβίωση. Επίσης, πρότειναν την ανάγκη μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης σχετικά με τα (EAP) και την ανάγκη διαμόρφωσης και εφαρμογής αυτών. Τα σχολεία θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα για (ΕΑP) ειδικά όταν πρόκειται να συμβούν αθλητικές εκδηλώσεις κοντά σε αθλητικές εγκαταστάσεις.
Oι Zinckernagel και συν. (2015), διερεύνησαν τα εμπόδια στην εφαρμογή της εκπαίδευσης CPR σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Δανίας. Η μελέτη αυτή βασίστηκε σε μεμονωμένες συνεντεύξεις αλλά και ομάδες καθηγητών αλλά και διευθυντών. Τα 8 σχολεία επιλέχθηκαν με τη χρήση στρατηγικών δειγματοληψιών για την επίτευξη μέγιστης διακύμανσης, συμπεριλαμβανομένων των σχολείων με ή χωρίς πρόσφατη εμπειρία στην εκπαίδευση CPR των μαθητών δημόσιων - ιδιωτικών σχολείων και σχολείων κοντά και μακριά από νοσοκομεία. Στη μελέτη πήραν μέρος 25 συμμετέχοντες, 9 Διευθυντές σχολείων και 16 εκπαιδευτικοί.
Στα αποτελέσματα της έρευνας, διαπιστώθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί έκριναν ότι είναι σημαντικό για την εφαρμογή και τη βιωσιμότητα της κατάρτισης CPR οι εκπαιδευτικοί που διενεργούν CPR να έχουν λάβει πιστοποίηση. Ωστόσο, προτιμούσαν εκπαιδευτές από εξωτερικούς πιστοποιημένους οργανισμούς να εκπαιδεύσουν τους μαθητές, εκτός εάν οι εκπαιδευτικοί αποκτήσουν τις δεξιότητες CPR που θεωρούσαν αναγκαίες.
Θεώρησαν ότι η εκπαίδευση CPR διαφέρει ουσιαστικά από άλλα διδακτικά αντικείμενα επειδή πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου και για το λόγο αυτό πίστευαν ότι απαιτούνται εξαιρετικές δεξιότητες για τη διεξαγωγή της εκπαίδευσης. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ανασφάλεια τους για τις δικές τους ικανότητες παροχής CPR.
Τα προγράμματα εκπαίδευσης CPR φάνηκαν να μειώνουν τις προσδοκίες των απαιτήσεων δεξιοτήτων για την εκπαίδευση CPR, αλλά μόνο μεταξύ εκείνων που ήταν εξοικειωμένοι με τέτοιου είδους εκπαιδευτικά προγράμματα.
Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή της εκπαίδευσης στα σχολεία, είναι απαραίτητο να υπάρχουν σαφείς οδηγίες σχετικά με το επίπεδο επάρκειας γνώσεων ώστε να παρέχονται στους εκπαιδευτικούς αυτές οι δεξιότητες και να υπογραμμίζεται ότι δεν είναι απαραίτητες εκτεταμένες δεξιότητες για την παροχή CPR.
Επιπλέον κρίνεται εξόχως σημαντικό να εξοικειωθούν οι δάσκαλοι με συνεχή εκπαιδευτικά προγράμματα CPR.
Το αντικείμενο της έρευνας των Al Enizi BA και συν. (2016), ήταν να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση το σημερινό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων κάρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (CPR) μεταξύ των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην επαρχία Κασίμ της Σαουδικής Αραβίας.. Στην συνέχεια ήταν να εκτιμηθεί η στάση και η προθυμία τους να συμμετάσχουν σε εκπαίδευση κάρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (CPR). Στην μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε μελέτη επιπολασμού η οποία διεξήχθη σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή Κασίμ το 2015. Τριάντα από 99 σχολεία επιλέχθηκαν τυχαία, δέκα καθηγητές από κάθε σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί που πήραν μέρος συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο. Οι δοκιμασίες t-test χρησιμοποιήθηκαν για να εξετασθεί εάν οι συμμετέχοντες με προηγούμενη εκπαίδευση CPR ή προηγούμενες εμπειρίες ανάνηψης είχαν υψηλότερες βαθμολογίες στη δοκιμασία δεξιοτήτων από ό, τι οι άνδρες χωρίς κατάρτιση ή εμπειρία.
Τα αποτελέσματα της έρευνας, στην οποία έλαβαν μέρος 305 εκπαιδευτικοί από τους οποίους το 80% είχαν υπηκοότητα Σαουδικής Αραβίας καθώς και το 75,4% ήταν άνδρες ενώ το 66,5% ήταν ηλικίας μεταξύ 31 και 50 ετών έδειξαν, ότι μεταξύ των εκπαιδευτικών, το 35,7% είχε προηγουμένως ολοκληρώσει την εκπαίδευση στη κάρδιο-αναπνευστική αναζωογόνηση (CPR), αλλά συνολικά οι γνώσεις και οι ικανότητες στην κάρδιο - αναπνευστική αναζωογόνηση (CPR) ήταν χαμηλές (μέσος όρος=4,0 και τυπική 58 απόκλιση=1,62).
Στην πραγματικότητα, οι μέσες βαθμολογίες δεν διέφεραν μεταξύ αυτών που είχαν κατάρτιση και εκείνων που δεν είχαν. Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ήθελε περισσότερη κατάρτιση (64,9%) και ήταν πρόθυμοι να παρακολουθήσουν νέα εκπαίδευση (78,4%).
Τα συμπεράσματα της έρευνας των ανωτέρω ερευνητών,διαπίστωσαν ότι οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των σχολείων της περιοχής Κασίμ στην Σαουδική Αραβία δεν διαθέτουν κατάρτιση (CPR) με αποτέλεσμα να κατέχουν λίγες γνώσεις ή δεξιότητες). Σε περίπτωση που οι υπάλληλοι της υγειονομικής περίθαλψης παρέχουν μελλοντική κατάρτιση σε σεμινάρια (CPR), οι εκπαιδευτικοί είναι πρόθυμοι και επιθυμούν να εκπαιδευτούν .
Σε πρόσφατη έρευνα των Calicchia και συν. (2016), είχαν θέσει ως σκοπό να παρουσιάσουν μία εμπειρία εκπαίδευσης σχετικά με την BLSD (Basic Life Support and Defibrilation - Βασική Υποστήριξη Ζωής και Απινίδωση) που σχεδιάστηκε για μια ομάδα μαθητών σε ένα ιταλικό δημοτικό σχολείο, με αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς της από απόσταση.
Μέθοδοι: η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση ερωτηματολογίου πολλαπλής επιλογής σε δείγμα 130 μαθητών ηλικίας 11-12 ετών, 62 εκπαιδευμένων σε BLSD και 68 ως ομάδας ελέγχου. Η εκπαιδευμένη ομάδα πραγματοποίησε επίσης μια προσομοίωση έκτακτης ανάγκης για να αξιολογήσει στη συνέχεια την εκμάθηση πρακτικών δεξιοτήτων.
Αποτελέσματα: Χρησιμοποιώντας t-test προέκυψαν σημαντικές διαφορές στις βαθμολογίες του ερωτηματολογίου μεταξύ της ομάδας ελέγχου και των εκπαιδευομένων. Τα αποτελέσματα της δοκιμασίας δεξιοτήτων ήταν θετικά, ακόμη και για τους πιο δύσκολους χειρισμούς όπως το άνοιγμα των αεραγωγών, η αξιολόγηση της αναπνοής ή η χρήση ενός AED (Automated External Defibrillator -αυτόματος εξωτερικός απινιδωτής).
Συμπεράσματα: Η εμπειρία σε σχολεία της Ιταλίας επιβεβαιώνει ότι η διδασκαλία των παιδιών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι δυνατή, αποτελεσματική και διασκεδαστική. Παρόλο που εξακολουθούν να υπάρχουν κάποια ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα διατήρησης αυτών των δεξιοτήτων μεσοπρόθεσμα / μακροπρόθεσμα, η έρευνα δείχνει ότι οι μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορούν να διδαχθούν αποτελεσματικά τους ελιγμούς της ζωής. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ευαισθητοποίηση και η ενθάρρυνση της συμμετοχής άλλων παραγόντων (διευθυντές σχολείων, καθηγητές, τοπικοί διοικητικοί υπάλληλοι και γονείς) που παρουσιάζουν αντίσταση και δυσπιστία που είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.
Oι Cuijpres, Bookelman, Kicken, Vries και Gorgels (2016), αναφέρουν ότι η ολοκλήρωση της εκπαίδευσης καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης (CPR), στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα αυξήσει τον αριθμό των πιθανών παροχών CPR. Προς το παρόν υπάρχουν πολλοί λίγοι εκπαιδευτές. Ωστόσο η εκπαίδευση φοιτητών ιατρικής και νοσηλευτικής και φοιτητών φυσικής αγωγής για να γίνουν εκπαιδευτές CPR θα μείωνε την έλλειψη αυτή.
Στην έρευνα τους που πραγματοποιήθηκε στη Ολλανδική επαρχία του Limburg εξέτασαν αν οι φοιτητές της ιατρικής, νοσηλευτικής και οι φοιτητές της φυσικής αγωγής μπορούν να παρέχουν εκπαίδευση σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. 144 μαθητές ανατέθηκαν τυχαία σε εκπαιδευτές φοιτητές ιατρικής (n=17),φοιτητές φυσικής αγωγής (n=15) και νοσηλευτικής (n=12).
Η απόδοση τους αξιολογήθηκε μετά την εκπαίδευση και μετά από οκτώ εβδομάδες σε ένα προσομοιωμένο σενάριο χρησιμοποιώντας ανδρείκελο ανάνηψης , χρήση βίντεο και λογισμικό ανδρεικέλου.
Στα αποτελέσματα της έρευνας δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων εκπαιδευτών σχετικά με τις συνολικές βαθμολογίες Cardiff Test και την ορθότητα των τεχνικών CPR τόσο κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης όσο και μετά την εκπαίδευση. Όλοι οι μαθητές έδειξαν επαρκή ικανότητα στις πρακτικής CPR.
Tα συμπεράσματα της έρευνας έδειξαν ότι η κατάρτιση από φοιτητές δεν είναι κατώτερη από ότι κάποιων πιστοποιημένων νοσοκόμων, γεγονός που υποδηλώνει πως μετά από την ανάλογη εκπαίδευση μπορούν να προσφέρουν τέτοιου είδους πρώτες βοήθειες ακόμα και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Σε άλλη έρευνα, οι Kuponiyi, Amoran, Kuponiyi και συν. (2016), προσδιόρισαν τις διαθέσιμες υπηρεσίες σχολικής υγείας και τις πρακτικές της στα σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην πολιτεία Ogun της Δυτικής Νιγηρίας. Κατά την μεθοδολογία της έρευνας έγινε συγκριτική συγχρονική έρευνα ιδιωτικών και δημόσιων δημοτικών σχολείων στην πολιτεία Ogun χρησιμοποιώντας μια τεχνική δειγματοληψίας πολλαπλών σταδίων. Οι συμμετέχοντες πραγματοποίησαν συνέντευξη χρησιμοποιώντας ένα δομημένο ερωτηματολόγιο και ένα κατάλογο ελέγχου. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας την έκδοση SPSS 15.0.
Αποτελέσματα: Συνολικά συμμετείχαν 360 εκπαιδευτικοί επικεφαλής με συνολική μέση ηλικία 45,7 ± 9,9 έτη. Περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων και στις δύο ομάδες ( ομάδα δημόσιων και ομάδα ιδιωτικών σχολείων) δεν μπορούσαν να ορίσουν σωστά το πρόγραμμα υγείας. Τα 86 δημόσια σχολεία (47,8%) και τα 110 (61,1%) ιδιωτικά σχολεία δεν διέθεταν υγειονομικό προσωπικό ή εκπαιδευμένο προσωπικό σε θέματα υγείας, αλλά 57 δημόσια (31,7%) και 27 ιδιωτικά (15,0%) και σχολεία διέθεταν νοσοκόμα (χ2=17.122, Ρ=0.002).
Στο 95% περίπου των σχολείων, ο εκπαιδευτικός διενήργησε τακτική επιθεώρηση των μαθητών ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε περιοδική ιατρική εξέταση για το προσωπικό και τους μαθητές σε μόνο 13 (7,2%) δημόσια και 31 (17,2%) ιδιωτικά σχολεία (χ2=8,398, P=0,004). Επίσης η πρακτική του σχολικού προγράμματος υγείας 61 εξαρτάται από την ηλικία (χ2=12.53, P=0.006) και την εθνικότητα των ερωτηθέντων (χ2=6.330, P=0.042). Τέλος χρησιμοποιώντας ανάλυση πολλαπλών μεταβλητών, μόνο μία μεταβλητή (τύπος σχολείου) βρέθηκε να αποτελεί πρόβλεψη του προγράμματος για την υγεία των σχολείων.
Τα συμπεράσματα της πρόσφατης αυτής έρευνας καταλήγουν ότι η πρακτική των διαφόρων υπηρεσιών υγείας των σχολείων ήταν κακή. Το προσωπικό της υγειονομικής περίθαλψης που ήταν διαθέσιμο ήταν ανεπαρκές, αλλά η κατάσταση ήταν γενικά καλύτερη στα ιδιωτικά σχολεία. Οι υπηρεσίες υγείας των σχολείων είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό να εφαρμοστούν σε ιδιωτικά σχολεία σε σύγκριση με το δημόσιο σχολείο. Η τακτική επιθεώρηση από τους δασκάλους ήταν η πιο κοινή μορφή εκτίμησης της υγείας. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι πρέπει να απασχολείται υγειονομικός υπάλληλος για να καλυφθεί η υγεία των παιδιών στα σχολεία της Νιγηρίας .
Σε αυτή τη διαχρονική μελέτη οι Lukas και συν. (2016), σε διάστημα έξι ετών συνέκριναν δασκάλους σχολείων και ιατρούς ως εκπαιδευτές καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης για μαθητές. Επίσης διερεύνησαν κατά πόσο οι μαθητές που εκπαιδεύονται ετησίως και σε βάθος τριετίας διατηρούν τις δεξιότητες ανάνηψης και μετά τη λήξη της έρευνας . Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας της Γερμανίας αφού έλαβε έγκριση από το Επιμελητήριο του Ιατρικού Συλλόγου της Βεστφαλίας υπό την αιγίδα του Υπουργείου Σχολείων και Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης του κρατιδίου. Πήραν μέρος στην έρευνα 261 μαθητές Γυμνασίων λαμβάνοντας κατάρτιση από εκπαιδευμένους εκπαιδευτικούς ή από πιστοποιημένους εκπαιδευτές CPR. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα σταμάτησαν μετά από τρία χρόνια στη μια ομάδα και συνεχίστηκαν για έξι χρόνια στην άλλη ομάδα. Μετρήθηκαν οι γνώσεις στην ανάνηψη (ερωτηματολόγιο), ο ρυθμός συμπίεσης στο θώρακα (min-1), το βάθος συμπίεσης στο θώρακα (mm), το ρυθμό εξαερισμού (min- 62 1), τον όγκο εξαερισμού (mL) καθώς και την αυτοαποτελεσματικότητα (ερωτηματολόγιο). Η απόδοση τους αξιολογήθηκε μετά από 1 έως 3 και 6 χρόνια.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η εκπαίδευση αύξησε τις γνώσεις στις πρακτικές και στις δεξιότητες των μαθητών. Όταν οι εκπαιδευόμενοι εκπαιδεύτηκαν από τους εκπαιδευτικούς, οι μαθητές πέτυχαν καλύτερα αποτελέσματα, στη γνώση (92,86% ± 8,38 έναντι 90,10% ± 8,63 από όταν εκπαιδεύτηκαν από τους πιστοποιημένους εκπαιδευτές, P=0,04) καθώς και στον ρυθμό εξαερισμού (4,84 / λεπτό ± 4,05 έναντι 3,76 / λεπτό ± 2,37, Ρ=0,04). Ενώ δεν υπήρξαν διαφορές όσον αφορά τον ρυθμό συμπίεσης στο θώρακα, το βάθος, στον όγκο εξαερισμού ή την αυτοαποτελεσματικότητα στο τέλος της μελέτης. Τέλος οι γνώσεις και οι δεξιότητες μετά από 6 χρόνια ήταν ισοδύναμες στην ομάδα με εκπαίδευση 6 ετών σε σύγκριση με την ομάδα 3ετούς εκπαίδευσης. Διαπιστώθηκε δηλαδή πως οι εκπαιδευόμενοι εκπαιδευτικοί μπορούν να παρέχουν ικανοποιητική κατάρτιση εκπαίδευσης ανάνηψης στα σχολεία.
Οι πιστοποιημένοι εκπαιδευτές δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να προσφέρουν ικανοποιητικά CPR ενόσω είναι πιο εύκολο για τα σχολεία να εφαρμόσουν την εκπαίδευση για την ανάνηψη. Η τελική αξιολόγηση κατέδειξε ότι οι δεξιότητες ανάνηψης διατηρούνται ακόμα και όταν η εκπαίδευση διακόπτεται για 3 χρόνια.
Σε άλλη έρευνα οι Salciccioli και συν. (2016), αξιολόγησαν τις τρέχουσες πρακτικές της κατάρτισης Bασίκης Υποστήριξης της Ζωής (Basic life support, BLS) στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Λονδίνου. Στην αρχή πραγματοποιήθηκε έλεγχος της εκπαίδευσης (BLS) στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Λονδίνου. Τα δεδομένα εστάλησαν στα σχολεία με 63 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και διεξήχθη μεταγενέστερη τηλεφωνική συνέντευξη με το εκπαιδευτικό προσωπικό το οποίο ήταν καταρτισμένο. Τα δεδομένα απόκρισης ήταν ανώνυμα και καταγράφηκαν ηλεκτρονικά. Η καθολική εκπαίδευση ορίστηκε ως οποιοδήποτε πρόγραμμα που παρέχει εκπαίδευση BLS σε όλους τους μαθητές του σχολείου.
Χρησιμοποιήθηκαν περιγραφικά στατιστικά στοιχεία για να συνοψιστούν τα αποτελέσματα, τα οποία έδειξαν ότι σε δείγμα 65 σχολείων με εκτιμώμενο πληθυσμό 65396 μαθητών σε 19 από 32 δήμους του Λονδίνου, υπήρχαν 5 (8%) σχολεία που παρέχουν προγράμματα γενικής κατάρτισης Βασικής Υποστήριξης Ζωής (BLS) για τους μαθητές και επιπλέον 31 (48%) που προσφέρει εκπαίδευση ως μέρος ενός εξωσχολικού προγράμματος ή μιας επιλεγμένης ενότητας.
Ένας αυτοματοποιημένος εξωτερικός απινιδωτής (Automated External Defibrillator AED) ήταν διαθέσιμος σε 18 (28%) σχολεία, μη διαθέσιμα σε 40 (61%) και 7 (11%) ,ανέφεραν ότι η παροχή τους (AED) είναι άγνωστη.
Οι πιο συνηθισμένοι λόγοι για να μην υπάρχει καθολικό πρόγραμμα εκπαίδευσης (BLS) είναι η απαίτηση για επιπλέον χρόνο διδασκαλίας (28%) καθώς και ότι η χρηματοδότηση δεν είναι διαθέσιμη για ένα τέτοιο πρόγραμμα (28%). Αναφορικά, υπήρξαν 5 μαθητές που πέθαναν από αιφνίδια καρδιακή ανακοπή κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών. Τα συμπεράσματα της παραπάνω έρευνας κατέδειξαν ότι τα ποσοστά εκπαίδευσης Βασικής Υποστήριξης Ζωής (BLS) στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Λονδίνου είναι χαμηλά. Επίσης η πλειοψηφία των σχολείων δεν διαθέτει αυτοματοποιημένο εξωτερικό απινιδωτή (AED) σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Αυτά τα δεδομένα υπογραμμίζουν την ευκαιρία βελτίωσης της εκπαίδευσης (BLS) και της παροχής( AED).
Ο σκοπός της έρευνας των Siitonen, Hameen-Anttila. Karkkainen και Vainio (2016), ήταν να προσδιοριστεί εάν τα σχολεία στη χώρα της Φινλανδίας έχουν κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση των φαρμάκων και να διερευνήσουν τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τις πρακτικές διαχείρισης φαρμάκων και τα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν αυτές τις πρακτικές χρησιμοποιώντας τη θεωρία οικολογικών συστημάτων του μοντέλου Bronfenbrenner ως πλαίσιο(η θεωρία του μοντέλου στηρίζεται στο γεγονός ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ανάπτυξη).
Κατά τη μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε διασταυρούμενη ταχυδρομική έρευνα από όλη τη χώρα της Φινλανδίας η οποία κάλυπτε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα καθηγητών (n=1700). Η έρευνα περιελάμβανε τμήματα σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις πρακτικές για τη διαχείριση φαρμάκων, τις πεποιθήσεις σχετικά με τα φάρμακα και τις πληροφορίες σχετικά με τον ερωτώμενο και το σχολείο του ερωτώμενου. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν ποσοτικές και ποιοτικές μέθοδοι ανάλυσης.
Τα αποτελέσματα: το ποσοστό απόκρισης ήταν 56% (928/1664). Σε εθνικό επίπεδο οι εκπαιδευτικοί ανέφεραν αβεβαιότητα σχετικά με τους υφιστάμενους νόμους και τις κατευθυντήριες γραμμές, ενώ σε τοπικό επίπεδο, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί ανέφεραν ότι γνώριζαν τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση των φαρμάκων (73% στην πρωτοβάθμια και 76% στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Όμως, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αναφέρει κατευθυντήριες γραμμές που τους καθοδηγούν να μην χορηγούν φάρμακα σε μαθητές. Οι πρακτικές χορήγησης και διαχείρισης φαρμάκων βρέθηκαν να διαφέρουν ανάλογα με την επαρχία και το μέγεθος του σχολείου. Σε προσωπικό επίπεδο, οι πρακτικές επηρεάστηκαν επίσης από την εμπειρία των εκπαιδευτικών και τις απόψεις τους σχετικά με τα φάρμακα.
Τα συμπεράσματα της έρευνας στα σχολεία της σκανδιναβικής αυτής χώρας, έδειξαν ότι δεν υπάρχουν οδηγίες στα σχολεία της Φινλανδίας για χορήγηση φαρμάκων από τους εκπαιδευτικούς στους μαθητές. Για να εξασφαλιστεί η σωστή διαχείριση φαρμάκων, το προσωπικό του σχολείου χρειάζεται εκπαίδευση, σαφή και συνεπή καθοδήγηση που αναπτύσσεται σε συνεργασία μεταξύ διαφόρων επαγγελμάτων και διερεύνηση τρόπων συμμετοχής των φαρμακοποιών σε αυτό το καθήκον.
Σε έρευνα από τους Takamura και συν. (2016), και έχοντας εισάγει από το 2004 η κυβέρνηση αυτόματους ηλεκτρονικούς απινιδωτές (Automated External Defibrillator AED) σε όλα τα σχολεία της Ιαπωνίας καθώς και τη διδασκαλία της βασικής υποστήριξης ζωής (Basic Life Support BLS), εξέτασαν την ποιότητα της εκπαίδευσης τόσο στην διδασκαλία της βασικής υποστήριξης ζωής (Basic Life Support BLS), όσο και στην εγκατάσταση αυτόματων ηλεκτρονικών απινιδωτών (Automated External Defibrillator AED). Κατά την μεθοδολογία της έρευνας τους που διεξήχθη στο νομό Ishikawa της Ιαπωνίας σε όλα τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το 2016, χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο για να αξιολογηθεί η εκπαίδευση BLS και η εγκατάσταση AED και αποτελέσματα αναλύθηκαν με τη χρήση περιγραφικών στατιστικών και χ2 -τεστ (Pearson chi-squared test).
Τα αποτελέσματα: Συνολικά, 195 σχολεία από τα 315 (62%) απάντησαν, εκ των οποίων το 38% εισήγαγε εκπαίδευση βασικής υποστήριξης ζωής (Basic Life Support BLS), για παιδιά. Η εκπαίδευση (BLS) πραγματοποιήθηκε σε μικρότερο ποσοστό των δημοτικών σχολείων (18%) από ότι τα γυμνάσια (86%). Περισσότερο από το 90% του προσωπικού της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είχε υποβληθεί σε εκπαίδευση (BLS) τα προηγούμενα 2 χρόνια. Οι πιο συνηθισμένες τοποθεσίες εφαρμογής του αυτόματου ηλεκτρονικού απινιδωτή (Automated External Defibrillator AED) ήταν το γυμναστήριο (32%) ακολουθούμενο από την αίθουσα υποδοχής (28%), την αίθουσα του προσωπικού (25%) και ιατρείο (12%). Οι λόγοι για τον εντοπισμό της τοποθεσίας ήταν ότι ήταν προφανές (34%), βολικό για το προσωπικό (32%), μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εκτός ωρών (17%) και το ότι ήταν πιθανότερο σημείο για καρδιακή προσβολή (15%). Περίπου το 18% των σχολείων ανέφερε ότι χρειάζονται > 5 λεπτά για να φτάσουν στο χώρο της τοποθεσίας του (AED)από το απώτατο σημείο.
Τα συμπεράσματα της παραπάνω έρευνας, έδειξαν ότι η εκπαίδευση (BLS), η θέση που είναι τοποθετημένος ο (AED) και η κατανόηση και των δύο δεν επαρκούν για να σωθούν αποτελεσματικά οι ζωές των παιδιών. Οι αρχές πρέπει να υποβάλλουν συστάσεις σχετικά με τον σωστό αριθμό (AED) και την τοποθεσία τους και να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης ( BLS) στα σχολεία.
Η έρευνα των Al Aloola, Saba, Nissen, Alewairdhi, Alaloola και Saini (2017), είχε σκοπό να αναπτύξει, να εφαρμόσει και να αξιολογήσει τις επιπτώσεις ενός σχολικού εκπαιδευτικού προγράμματος πρώτων βοηθειών για τη κρίση άσθματος σχετικά με τη συνειδητοποίηση και την επάρκεια γνώσεων και παροχής πρώτων βοηθειών του άσθματος των δασκάλων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Σαουδική Αραβία .
Στην μεθοδολογία της έρευνας εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα εκπαιδευτικής παρέμβασης για το άσθμα με τίτλο «Πρόγραμμα Δράσης για το Άσθμα του Σχολείου», (School asthma action program (SAAP), όπου σχεδιάστηκε με βάση τις παιδαγωγικές αρχές και εφαρμόστηκε μεταξύ των εκπαιδευτικών που επιλέχθηκαν τυχαία από δημοτικά σχολεία κοριτσιών στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Χρησιμοποιήθηκε πιλοτική μελέτη με πειραματικό σχεδιασμό πριν από την δοκιμή / μετά την δοκιμή 67 (pre-test/post-test). Στη συνέχεια δόθηκε ένα ερωτηματολόγιο με ερωτήσεις προσαρμοσμένες σχετικά με το άσθμα και ένα προσαρμοσμένο φύλλο βαθμολογίας για την καταλληλότητα του άσθματος.
Αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις του εκπαιδευτικού προγράμματος παρέμβασης και οι γνώσεις των δασκάλων στην παροχή πρώτων βοηθειών σε περιπτώσεις που σχετίζονται με το άσθμα στα σχολεία. Τα αποτελέσματα: πήραν μέρος στη έρευνα σαράντα επτά καθηγητές από πέντε διαφορετικά δημοτικά σχολεία της περιοχής του Ριάντ.
Από τους 47 εκπαιδευτικούς, οι 39 συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια πριν και μετά το πρόγραμμα.
Το «Πρόγραμμα Δράσης για το Άσθμα του Σχολείου», school asthma action program (SAAP), βελτίωσε τη γνώση των εκπαιδευτικών σχετικά με το άσθμα (η μέση βαθμολογία πριν το πρόγραμμα των εκπαιδευτικών ήταν 11 (εύρος 5-18) και η βαθμολογία τους μετά το πρόγραμμα ήταν 15 (εύρος 7-18), p <0,001). Η δε στάση τους απέναντι στη διαχείριση του άσθματος τα σχολεία (η μέση βαθμολογία πριν το πρόγραμμα των εκπαιδευτικών ήταν 74 (εύρος 15-75) και η βαθμολογία τους μετά το πρόγραμμα ήταν 75 (εύρος 15-75), p = 0,043). Ακόμα βελτιώθηκε η ικανότητα των εκπαιδευτικών να παρέχουν παρεμβάσεις πρώτων βοηθειών που σχετίζονται με το άσθμα (η βαθμολογία πριν το πρόγραμμα των εκπαιδευτικών ήταν 1,4 ± 2,3 και η μέση βαθμολογία μετά το πρόγραμμα ήταν 9,8 ± 0,5, p <0,001).
Μετά την ολοκλήρωση του «Πρόγραμμα Δράσης για το Άσθμα του Σχολείου», school asthma action program (SAAP), ένα υψηλό ποσοστό εκπαιδευτικών ανέφερε αυξημένη εμπιστοσύνη στην παροχή πρώτων βοηθειών στα παιδιά με άσθμα στο σχολείο.
Άρα τα συμπεράσματα της έρευνας απέδειξαν μια σημαντική παράμετρο, ότι δηλαδή τα σχολικά προγράμματα εκπαίδευσης για το άσθμα μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τις γνώσεις των εκπαιδευτικών σχετικά με το άσθμα αυξάνοντας την εμπιστοσύνη για τις ικανότητες τους να παρέχουν παρεμβάσεις πρώτων βοηθειών σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών κρίσεων άσθματος σε παιδιά στο σχολείο.
Στην έρευνα τους οι Bakke και Schwebs (2017), αποσκοπούσαν στον προσδιορισμό του χρόνου που αφιερώνεται στην εκπαίδευση πρώτων βοηθειών, τα μέτρα πρώτων βοηθειών που διδάσκονται και ποιοι είναι οι παράγοντες που παρεμποδίζουν τους εκπαιδευτικούς να παρέχουν την ποσότητα και την ποιότητα της εκπαίδευσης πρώτων βοηθειών που θέλουν να πραγματοποιήσουν στους μαθητές τους. Διανεμήθηκε ένα ερωτηματολόγιο και ολοκληρώθηκε σε ένα σύνολο 579 εκπαιδευτικών. Συνολικά 225 διδάσκουν στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (επίπεδα 1-7), 161 στο κατώτερο επίπεδο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (επίπεδα 8-10), 69 σε ανώτερο επίπεδο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (επίπεδα 11-13), και 170 διδάσκουν σε επαγγελματικά τύπου σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (επίπεδα 11-13).
Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι κατά μέσο όρο δίδαξαν δύο μαθήματα το έτος. Η καρδιοπνευμονική ανάνηψη (CPR) διδάχθηκε από το 64% των καθηγητών, η ελεύθερη θέση των αεραγωγών και η θέση ανάκαμψης κατά 69% και η διακοπή της σοβαρής αιμορραγίας κατά 51%. Η αναγνώριση της καρδιακής προσβολής και του εγκεφαλικού επεισοδίου διδάχθηκε με ποσοστό 25% και 23% αντίστοιχα. Οι κύριοι παράγοντες που οι εκπαιδευτικοί αντιλήφθηκαν ότι περιορίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης πρώτων βοηθειών ήταν οι ανεπαρκείς στόχοι μάθησης στο πρόγραμμα σπουδών, έλλειψη ασφαλούς εκπαίδευσης στην καρδιοπνευμονική ανάνηψη (CPR) και τέλος η έλλειψη εκπαίδευσης και κατάρτισης ως εκπαιδευτές πρώτων βοηθειών.
Συμπερασματικά, οι Νορβηγοί εκπαιδευτικοί παρέχουν στους μαθητές, σπουδαστές τους μια αξιόλογη εκπαίδευση πρώτων βοηθειών. Παρόλα, αυτά πολλά από τα δυνητικά μέτρα διάσωσης δεν καλύπτονται επαρκώς. Το πρόγραμμα σπουδών πρέπει να περιέχει πρώτες βοήθειες, αλλά επίσης να διευκρινίζει τι μέτρα πρώτων βοηθειών πρέπει να διδάσκονται. Η εκπαίδευση πρώτων βοηθειών των εκπαιδευτικών θα πρέπει να τους προετοιμάζει κατάλληλα για να είναι και εκείνοι εκπαιδευτές πρώτων βοηθειών.
Στην συγχρονική μελέτη των Awad και συν. (2017), εκτιμήθηκε το επίπεδο γνώσης και στάσης των εκπαιδευτικών δημοτικού σχολείου σχετικά με τραυματικές οδοντικές βλάβες (traumatic dental injuries -TDI) Στην μεθοδολογία ένα ερωτηματολόγιο διανεμήθηκε σε 330 δασκάλους δημοτικών σχολείων σε 30 τυχαία επιλεγμένα σχολεία στα Εμιράτα του Sharjah του Ντουμπάι. Το ερωτηματολόγιο συγκέντρωσε πληροφορίες σχετικά με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων, την εκπαίδευση στις πρώτες βοήθειες και τη στάση τους σχετικά με τη διαχείριση έκτακτων περιστατικών σε οδοντικούς τραυματισμούς σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε στην ασιατική αυτή περιοχή, έδειξαν ότι 292 εκπαιδευτικοί (88%) ολοκλήρωσαν τα ερωτηματολόγια. Το 95% από αυτά συμπληρώθηκαν από γυναίκες ενώ το 50% των συμμετεχόντων είχε εκπαίδευση στις πρώτες βοήθειες. Οι γνώσεις σχετικά με τη θωράκιση των δοντιών ήταν ανεπαρκείς και η εκπαίδευση πρώτων βοηθειών δεν συσχετίστηκε με τις σωστές απαντήσεις στη διαχείριση των τραυματισμών των δοντιών (p>0,05). Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό νεότερων εκπαιδευτικών (p<0,05) εξέφρασε την ανάγκη για μελλοντική εκπαίδευση σχετικά με τη διαχείριση των τραυματισμών δοντιών.
Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό συμμετεχόντων –δασκάλων (95%) δήλωσαν ότι δεν είχαν επαρκείς γνώσεις σχετικά με τους οδοντικούς τραυματισμούς σε σύγκριση με τους εκπαιδευτικούς φυσικής αγωγής (79%) και τους διευθυντές (87%) (p<0,05).
Συμπερασματικά, στην έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι δάσκαλοι των δημοτικών σχολείων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν χαμηλό επίπεδο γνώσεων σχετικά με τη διαχείριση του οδοντικού τραύματος. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται στο οδοντικό τραυματισμό είναι απαραίτητα και θα μπορούσαν να βελτιώσουν το επίπεδο γνώσεων των δασκάλων του δημοτικού σχολείου στη διαχείριση έκτακτων περιστατικών οδοντικών τραυματισμών.
Στόχος της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από τους Johnson, Norcross, Bovbjerg, Hoffman, και Koester (2017), ήταν να καθοριστεί εάν τα γυμνάσια της Πολιτείας του Όρεγκον των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είχαν εφαρμόσει τις 3 παρακάτω συστάσεις σε κατάσταση εφαρμογής σχεδίων δράσης έκτακτης ανάγκης όπως είναι :
α) η πρόσβαση σε πρώιμη απινίδωση και οι πρώτοι ανταποκριτές
β) ειδικοί προπονητές εκπαιδευμένοι σε καρδιοπνευμονική ανάνηψη και αυτοματοποιημένη χρήση εξωτερικού απινιδωτή (Automated External Defibrillator) και
γ) αν τα σχολεία με πιστοποιημένο αθλητικό εκπαιδευτή (athletic trainer) ήταν πιο πιθανό να το έχουν κάνει.
Κατά την μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε διατομεακή μελέτη (cross-sectional-study) Χρησιμοποιήθηκαν ακριβείς δοκιμές Chi-square και Fisher για να αναλυθούν οι συσχετισμοί μεταξύ ετοιμότητας έκτακτης ανάγκης και διαθεσιμότητας αθλητικού εκπαιδευτή (athletic trainer).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι καταρχήν συνολικά 108 ερωτηθέντες υπεύθυνοι αθλητικών δραστηριοτήτων (ποσοστό ανταπόκρισης 37%) ολοκλήρωσαν την έρευνα. Ακριβώς οι μισοί από αυτούς ανέφεραν ότι είχαν διαθέσιμο αθλητικό εκπαιδευτή. Μόνο το 11% των σχολείων είχε εφαρμόσει και τις 3 συστάσεις, το 29% υλοποίησαν 2, 32% είχε εφαρμόσει 1, και 27% δεν είχαν εφαρμόσει καμία από τις συστάσεις. Η διαθεσιμότητα των αθλητικών εκπαιδευτών συσχετίστηκε με την εφαρμογή των συστάσεων (χ2=10,3, P=0,02) και το ποσοστό των σχολείων με αθλητικό εκπαιδευτή αυξήθηκε με τον αριθμό των εφαρμοζόμενων συστάσεων (χ2=9,3, P<0,01). Τα σχολεία με αθλητικό εκπαιδευτή είχαν περισσότερες πιθανότητες να εφαρμόσουν συγκεκριμένα σχέδια δράσης έκτακτης ανάγκης (52% έναντι 24%, P <0,01) και να έχουν διαθέσιμα εξωτερικό απινιδωτή για πρόωρη απινίδωση (69% έναντι 44%, P = 0,02) αλλά όχι πιο πιθανό να απαιτούν αθλητικό εκπαιδευτή (33% έναντι 28%, P = 0,68).
Τα συμπεράσματα της έρευνας ανέδειξαν την σημαντική παράμετρο, ότι παρά τις συστάσεις βέλτιστης πρακτικής, τα περισσότερα σχολεία της περιοχής του Όρεγκον ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένα για έκτακτες ανάγκες σε αθλήματα. Τα σχολεία με αθλητικό εκπαιδευτή ήταν πιθανότερο να εφαρμόσουν ορισμένες, αλλά όχι όλες, τις συστάσεις. Απαιτούνται αλλαγές πολιτικής για τη βελτίωση της εφαρμογής των βέλτιστων πρακτικών.
Οι Nelson Miguel Galindo Neto και συν. (2017), διαπίστωσαν στην μελέτη τους την ανάγκη ύπαρξης εγχειριδίου βασικής εκπαίδευσης Πρώτων Βοηθειών για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σε νηπιαγωγούς και δασκάλους εκπαιδευτικούς . Η επικύρωση του περιεχομένου και η αξιολόγηση έγινε από 22 ειδικούς και 22 καθηγητές. Η επικύρωση περιεχομένου δημιουργήθηκε με βάση το Δείκτη Ισχύος Περιεχομένου και ήταν υψηλότερο από 0,8, ενώ για την αναλογία συμφωνίας μεταξύ των εμπειρογνωμόνων χρησιμοποιήθηκε διωνυμικός έλεγχος(ποσοστό επιτυχίας) θεωρώντας το p ίσο ή μεγαλύτερο από 0,8. Το εκπαιδευτικό φυλλάδιο που περίεχε 44 σελίδες αφορά τις διαδικασίες πρώτων βοηθειών που πρέπει να εκτελούνται για 15 72 προβλήματα υγείας. Όλα τα στοιχεία θεωρήθηκαν σχετικά και ο δείκτης επιπέδου περιεχομένου παρουσίασε μέση τιμή 0,96.
Το φυλλάδιο εγκρίθηκε από τους δασκάλους με δείκτη συμφωνίας 1.0. Το φυλλάδιο αναπτύχθηκε και επικυρώθηκε για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τη νοσηλευτική στην εκπαίδευση υγειονομικής περίθαλψης με εκπαιδευτικούς σχετικά με τις διαδικασίες πρώτων βοηθειών στα σχολεία. Επίσης μπορεί να συμβάλει στη μεθοδολογική απόφαση των επαγγελματιών που ασχολούνται με την εκπαίδευση για την υγεία να δημιουργήσουν εκπαιδευτικές τεχνολογίες σε διάφορους τομείς.
Οι Schneider, Meeteer, Nolan και Campbell (2017), διεξήγαν έρευνα για να προσδιορίσουν το επίπεδο εφαρμογής των διαδικασιών ετοιμότητας έκτακτης ανάγκης και των διοικητικών διαδικασιών για την παροχή της κατάλληλης ιατρικής κάλυψης στο αθλητικό γυμνάσιο της Δυτικής Βιρτζίνια. Πήραν μέρος στην έρευνα όλα τα δημόσια σχολεία της περιοχής της Δυτικής Βιρτζίνια.
Μια ηλεκτρονική έρευνα στάλθηκε στον Διευθυντή του κάθε γυμνασίου με οδηγίες ότι ένας Διευθυντής ή επαγγελματίας του αθλητικού ιατρείου θα ολοκλήρωναν την έρευνα. Συνολικά, 62 άτομα απάντησαν στην έρευνα (ποσοστό ανταπόκρισης 49,6%).
Οι περισσότεροι ερωτηθέντες ήταν Διευθυντές (92%), ακολουθούμενοι από αθλητικούς διαχειριστές (8%). Αξιολογήθηκαν τα δημογραφικά στοιχεία των σχολείων, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους και της αγροτικής ανάπτυξης.
Πρόσθετα μέτρα αξιολόγησαν την ανάπτυξη και την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου διοικητικού συστήματος αθλητικής υγειονομικής περίθαλψης καθώς και την ανάπτυξη και εφαρμογή ενός συνολικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης.
Η πλειονότητα των ερωτηθέντων ανέφερε ότι υπήρχε ένα έντυπο συγκατάθεσης για τους μαθητές αθλητές (91%) αφού είναι απαίτηση η πλήρης ασφάλιση για οποιαδήποτε συμμετοχή (80%).
Το ένα τρίτο των ερωτηθέντων 73 (33%) ανέφεραν ότι όλα τα μέλη του προπονητικού προσωπικού είχαν πιστοποιηθεί στις πρώτες βοήθειες και καρδιακή πνευμονική ανάνηψη (CPR) και το 31% δήλωσε «ποτέ» όταν ρωτήθηκε αν όλοι οι προπονητές έπρεπε να πιστοποιούνται στην καρδιακή πνευμονική ανάνηψη CPR.
Όταν ερωτήθηκαν εάν υπήρχε ένα γραπτό σχέδιο δράσης έκτακτης ανάγκης, Εmergency action plan (EAP), που περιγράφει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια της αθλητικής συμμετοχής, το 36% απάντησε «ποτέ» και το 38% απάντησε «πάντα». Τέλος όταν ρωτήθηκαν για συγκεκριμένους περιορισμούς κυρίως για την υγειονομική περίθαλψη στους αθλητές, τα τρία κύρια θέματα που εντοπίστηκαν στην ποιοτική ανάλυση ήταν η έλλειψη χρηματοδότησης, η έλλειψη πιστοποιημένου ιατρικού προσωπικού και η αδυναμία εξεύρεσης πιστοποιημένου ιατρικού προσωπικού σε μια αγροτική περιοχή.
Τα συμπεράσματα της έρευνας επιβεβαίωσαν τα αναμενόμενα εμπόδια στην υγειονομική περίθαλψη των μαθητών αθλητών γυμνασίου στη Δυτική Βιρτζίνια, και συγκεκριμένα την έλλειψη οικονομικών πόρων που διατίθενται στα αγροτικά σχολεία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση για να αποφευχθεί μια απειλητική για τη ζωή έκτακτη ανάγκη ή ενδεχομένως ξαφνικός καρδιακός θάνατος, η προετοιμασία και ο σχεδιασμός για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης πρέπει να αποτελούν ουσιαστικό σκοπό των αθλητικών προγραμμάτων των γυμνασίων. Διαπιστώθηκε έλλειμμα εξειδικευμένου προσωπικού αλλά και της απαιτούμενης χρηματοδότησης.
Η απαίτηση της παροχής πρώτων βοηθειών και πιστοποίησης CPR για εκπαιδευτικούς φυσικής αγωγής ,προπονητές και η απαίτηση ενός σχεδίου δράσης έκτακτης ανάγκης (Εmergency Αction Plan- EAP) είναι δύο βήματα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την υγειονομική περίθαλψη που παρέχεται στους μαθητές αθλητές. Αυτά είναι απλά και οικονομικά βήματα που βελτιώνουν την ασφάλεια των μαθητών αθλητών τόσο σε αγροτικές όσο κα σε μη αγροτικές περιοχές.
Συμπεράσματα
Από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση προέκυψε ότι τα τελευταία χρόνια στα σχολεία έχουν συμβεί αρκετοί σοβαροί τραυματισμοί, ενώ οι Εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής βρέθηκαν αντιμέτωποι πολλών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
Επίσης, από την ανασκόπηση διαπιστώνεται ότι οι γνώσεις για θέματα που αφορούν άμεση φροντίδα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, είναι ανεπαρκείς, γεγονός που επιτείνει την ανάγκη για συνεχή ενημέρωση και συνεχιζόμενη εκπαίδευση, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν με θετικότερο τρόπο τις καταστάσεις επείγουσας βοήθειας. Διαπιστώθηκε ακόμη ότι έρευνες με διαχείριση σεμιναρίων πρώτων βοηθειών με εκπαιδευτική παρέμβαση λείπουν.
Η παρούσα διατριβή θα καλύψει ένα σημαντικό χώρο, αφού σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης οι Εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής είναι εκείνοι που δίνουν άμεσες πρώτες βοήθειες, είτε γιατί είναι παρόντες στη σκηνή του τραυματισμού, είτε γιατί καλούνται από άλλους συναδέλφους τους που δεν έχουν τις γνώσεις να ενεργήσουν.
Μπορούν τα σεμινάρια Πρώτων Βοηθειών να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των Εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής σε Καταστάσεις Επείγουσας Ανάγκης; Εισαγωγή (Μέρος Πρώτο)
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ: ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΒΕΛΤΙΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑΣ ΑΝΑΓΚΗΣ;
Βασιλάκης Νικόλαος Εκπαιδευτικός Φυσικής Αγωγής MSc στη Διοίκηση του Αθλητισμού
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου