Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Η συζήτηση για τη φροντίδα σε προχωρημένο στάδιο (Μέρος Τρίτο)

 Σχετική εικόνα

Η συζήτηση για τη φροντίδα σε προχωρημένο στάδιο 

Η συζήτηση για τη φροντίδα σε προχωρημένο στάδιο περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις που θα έχει η φροντίδα του ασθενή σε περίπτωση που δεν θα είναι σε θέση να λαμβάνει ο ίδιος αποφάσεις. Οι περισσότεροι ασθενείς πιστεύουν ότι είναι ευθύνη του γιατρού να ξεκινήσει τη συζήτηση για τη φροντίδα σε προχωρημένο στάδιο της νόσου (Emanuel, 1998· Emanuel, Danis, Pearlman, & Singer, 1995· Teno & Lynn, 1996). 

Ο οικογενειακός γιατρός, αρχικά, θα πρέπει να διερευνήσει αν ο ασθενής είναι έτοιμος να συζητήσει κάτι τέτοιο. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να το έχουν ήδη σκεφτεί και να έχουν καταγράψει τις επιθυμίες τους σε μορφή έγγραφης διαθήκης ή να έχουν ορίσει κάποιο μέλος του περιβάλλοντός τους ως υπεύθυνο σε περίπτωση που οι ίδιοι δεν θα μπορούν να λάβουν αποφάσεις. 

Αρκετοί ασθενείς παρακινούνται να συζητήσουν για κάτι τέτοιο, έχοντας ήδη προηγούμενη σχετική εμπειρία από άλλα μέλη της οικογένειας ή από φίλους. Αν ο ασθενής ορίσει κάποιο μέλος του περιβάλλοντός του ως υπεύθυνο, είναι σημαντικό να συμμετέχει κι εκείνο στις συζητήσεις. Επίσης, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να εξουσιοδοτήσουν ένα νομικό πρόσωπο να λάβει αποφάσεις γι’ αυτούς σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. 

Μία από τις βασικές αποφάσεις που αφορούν τη φροντίδα σε προχωρημένο στάδιο είναι η απόσυρση ή η άρνηση θεραπευτικών μέτρων, όπως η παρεντερική σίτιση και ενυδάτωση, και η μη εφαρμογή του πρωτοκόλλου καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, αν χρειαστεί (von Gunten et al., 2000). 


Η χορήγηση τροφής και νερού αποτελεί για πολλούς ένδειξη φροντίδας. 

Η απόσυρση παρεντερικής διατροφής μπορεί να θεωρηθεί λανθασμένα από την οικογένεια ως ένδειξη αδιαφορίας προς τον ασθενή, αν ο γιατρός δεν εξηγήσει το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνεται αυτή η απόφαση. 

Θα πρέπει αρχικά να εξηγήσει στην οικογένεια την κλινική κατάσταση και να συμφωνήσει μαζί τους για τους στόχους που τίθενται τη δεδομένη στιγμή. Στη συνέχεια, μπορεί να διευκρινίσει ότι η χορήγηση τροφής και νερού δεν πρόκειται να βοηθήσει στην επίτευξη των στόχων. Σε πολλές περιπτώσεις, η παρεντερική διατροφή και ενυδάτωση δεν θα αναστρέψει την υποκείμενη παθολογία ούτε θα κάνει τον ασθενή να νιώσει καλύτερα. 

Για παράδειγμα, αν για έναν ασθενή με καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο έχει τεθεί ως στόχος η βελτίωση της ενέργειας, του σωματικού βάρους και της μυϊκής ισχύος, η παρεντερική διατροφή και ενυδάτωση είναι απίθανο να βοηθήσουν (American College of Physicians, 1989· Finucane, Christmas, & Travis, 1999· Roy & MacDonald, 1998). 

Στην πραγματικότητα, τέτοιες παρεμβάσεις μπορεί να προκαλέσουν οίδημα, ασκίτη, αυξημένες πνευμονικές εκκρίσεις και επιδείνωση της δύσπνοιας, ιδιαίτερα αν συνυπάρχει σημαντική υποαλβουμιναιμία. 

Αν και πολλοί πιστεύουν ότι η ενυδάτωση θα πρέπει να συνεχίζεται για έναν ασθενή μέχρι να πεθάνει, μια κατάσταση σχετικής αφυδάτωσης σε έναν ασθενή κατακεκλιμένο ο οποίος πεθαίνει μπορεί να έχει κάποια οφέλη. 

Συγκεκριμένα, μπορεί να ελαττώσει τις πνευμονικές εκκρίσεις, τους εμέτους και την ακράτεια ούρων, και επίσης μπορεί να διεγείρει την έκκριση ενδορφινών και άλλων ενδογενών αναισθητικών ουσιών, οι οποίες συμβάλλουν σε έναν ήρεμο θάνατο (Council on Ethical and Judicial Affairs, 1998a· Council on Ethical and Judicial Affairs, American Medical Association, 1992· Ellershaw, Sutcliffe, & Saunders, 1995). 

Συχνή παρερμηνεία από την πλευρά της οικογένειας αποτελεί η πεποίθηση ότι η αδυναμία του ασθενή οφείλεται στην ανορεξία και την ελαττωμένη πρόσληψη φαγητού από το στόμα και υγρών. Μπορεί να υποθέτουν ότι, αν ο ασθενής λάβει φαγητό και υγρά, θα ανακτήσει τις δυνάμεις του. Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να εξηγήσει με απλά λόγια την πραγματική αιτία που ευθύνεται για την κατάσταση του ασθενή. Οφείλει, ακόμη, να βοηθήσει την οικογένεια να αναγνωρίσει τη δική της συναισθηματική ανάγκη να παράσχει φροντίδα στον ασθενή. 

Με τη βοήθεια και άλλων επαγγελματιών υγείας η οικογένεια μπορεί να βρει διαφορετικούς τρόπους να εκφράσει τις ανάγκες της. 

Η συζήτηση με τον ασθενή για την άρνηση εφαρμογής του πρωτοκόλλου καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, αν χρειαστεί σε προχωρημένο στάδιο, θα πρέπει να προκύψει ως αποτέλεσμα μιας ευρύτερης συζήτησης σχετικά με τις παρεμβάσεις που θα γίνουν, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι φροντίδας για τον ασθενή. Η προσπάθεια να αποσπάσει ο γιατρός από τον ασθενή μια απόφαση που θα αφορά 196 μεμονωμένα την άρνηση καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και ανησυχία για το μέλλον στον ασθενή και την οικογένειά του και μπορεί να θεωρηθεί ως κίνηση εγκατάλειψης (Tulsky, Chesney, & Lo, 1995). 

Οι περισσότεροι ασθενείς και μερικοί γιατροί δεν γνωρίζουν ότι η καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση αναπτύχθηκε και παραμένει κατάλληλη κυρίως για μη αναμενόμενα συμβάντα, όπως συμβάντα κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης ή μιας καρδιακής ανακοπής σε έναν κατά τα άλλα υγιή άνθρωπο (Council on Ethical and Judicial Affairs, 1998a)· δεν αναπτύχθηκε και δεν ενδείκνυται για την αναστροφή του τελικού σταδίου ενός μη αναστρέψιμου κατά τα άλλα νοσήματος (Council on Ethical and Judicial Affairs, 1998b· Council on Ethical and Judicial Affairs, American Medical Association, 1991). 

Μετά την ανασκόπηση των στόχων της φροντίδας του ασθενή, θα πρέπει να διερευνηθεί αν η καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση μπορεί να επιτύχει κάποιον από τους στόχους. Η απάντηση για τους ασθενείς σε προχωρημένο στάδιο της νόσου είναι συνήθως αρνητική. 

Κατά τη διαχείριση του ασθενή που βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο ενός ανίατου νοσήματος, ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να διεξάγει συζητήσεις με τον ασθενή ή και την οικογένειά του σχετικά με την πρόγνωση, με το τι είναι γνωστό για τον χρόνο που απομένει και με το είδος των αποφάσεων που θα χρειαστεί να ληφθούν. 

Οι συζητήσεις με τα μέλη της οικογένειας θα πρέπει να γίνονται με τη συγκατάθεση του ασθενή ή και χωρίς αυτή, στην περίπτωση που ο ασθενής δεν μπορεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον.

 Οι συζητήσεις με τον ασθενή και την οικογένειά του μπορεί να περιλαμβάνουν τα παρακάτω θέματα: 
 Τη δυνατότητα αναζήτησης υποστήριξης από τοπικές ομάδες παροχής παρηγορητικής φροντίδας.  Την ανάγκη διευθέτησης νομικών ζητημάτων του ασθενή, καθώς και θεμάτων που αφορούν τις επιθυμίες του ασθενή για τη φροντίδα στο τέλος της ζωής του. 
 Την ανάγκη να εκφράζει ο ασθενής τα συμπτώματα και τις επιθυμίες του, ώστε να γίνει δυνατή η παροχή φροντίδας υψηλής ποιότητας. 
 Τον τρόπο αντιμετώπισης πιθανών συμπτωμάτων που μπορεί να οδηγήσουν στον θάνατο, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής δυσχέρειας, της βραδυκαρδίας και του οπισθοστερνικού άλγους. Η συζήτηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει και το εάν σε μια τέτοια περίπτωση ο ασθενής και η οικογένειά του επιθυμούν να μεταφερθεί στο νοσοκομείο ή να παραμείνει και να πεθάνει στο σπίτι (Pollock, 2015). 

Παρηγορητική φροντίδα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (Μέρος Πρώτο)



Παρηγορητική φροντίδα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
 Α. Τατσιώνη

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου