καθημερινή πρακτική τους να κάνουν τόσο ρητές όσο και σιωπηρές επιλογές
που εκτείνονται πέραν του αντικειμενικού και πρακτικού και κινούνται
ανάμεσα στο αμφισβητούμενο και στο ηθικό (Schröder-Bäck et al, 2014).
Κάθε ιατρική πράξη διέπεται από κανόνες δεοντολογίας. Η έλλειψη γνώσης
της δεοντολογίας και των νόμων είναι πιθανό να ασκήσει επιφυλακτική
επιρροή και να δημιουργήσει υπερβολικές ανησυχίες για την ηθική και νομική
ευθύνη. Η ηθική απαιτεί ισορροπία μεταξύ της κλασικής ιατρικής φροντίδας
και της επιθυμίας των ασθενών. Οι τέσσερις βασικές αρχές της ιατρικής
ηθικής είναι το δικαίωμα της αυτονομίας, η αρχή της ωφελιμότητας, η αρχή
αποφυγής πρόκλησης βλάβης, η αρχή της δικαιοσύνης (Piers et al, 2011;
Buscaino et al, 2013).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αρχή της αυτονομίας έγκειται στον
σεβασμό της επιθυμίας και των αξιών του ασθενή, του οποίου η επιλογή
αποτελεί δικαίωμα αλλά όχι καθήκον. Αναφορικά με την αρχή της ωφέλειας
υπάρχει ηθική υποχρέωση του ιατρού να δρα προς όφελος του ασθενούς. Η
αρχή διατυπώνεται ευκρινώς και στον όρκο του Ιπποκράτη ως εξής: «ἀσκεῖν
περὶ τὰ νοσήματα δύο, ὠφελεῖν ἢ μὴ βλάπτειν».
Η αρχή της αποφυγής πρόκλησης βλάβης αναφέρεται στον υπολογισμό κάθε πιθανού κινδύνου ή
οφέλους που δύναται να προκύψει από την εκάστοτε ιατρική πράξη. Σύμφωνα
με την αρχή της δικαιοσύνης, κάθε ασθενής δικαιούται να λαμβάνει την ίδια
ποιότητα φροντίδας ανεξάρτητα από το φύλο, την εθνικότητα και το
κοινωνικοοικονομικό του επίπεδο (Ψαρούλης & Βούλτσος, 2010).
Μια θεραπεία που δεν βελτιώνει την πρόγνωση, την άνεση, την ευεξία ή τη γενική
κατάσταση της υγείας του ασθενούς θα πρέπει να θεωρείται μάταιη, ή ακόμα
καλύτερα, ακατάλληλη (Becker et al, 2011).
Από την πρώτη στιγμή εμφάνισης της καρδιοπνευμονικής
αναζωογόνησης το 1960 έως σήμερα, οι τεχνικές της βασικής και εξελιγμένης
καρδιοπνευμονικής υποστήριξης έσωσαν πολλές ζωές, αλλά έχουν επίσης
εγείρει αρκετά ηθικά διλήμματα. Η ΚΑΡΠΑ και η τεχνητή παράταση της ζωής
όταν είναι μάταιες εναντιώνονται στην αρχή της ωφέλειας (Rubulotta, 2013).
Τραυματισμοί που προκαλούνται κατά την ανάνηψη μπορεί να προκαλέσουν
το θάνατο ανεξάρτητα από άλλα προϋπάρχοντα τραύματα ή φυσική νόσο.
Λόγω των εγγενών δυσκολιών στην γνώση των προτιμήσεων θεραπείας ενός
μεμονωμένου ασθενούς, αναλαμβάνονται μέτρα ανάνηψης για τους
περισσότερους ασθενείς με καρδιακή ανακοπή, εκτός εάν υπάρχει
τεκμηριωμένη πρόωρη οδηγία (Buscaino et al, 2013).

















