
Η καρδιακή ανακοπή είναι συνώνυμη με τον κλινικό θάνατο.
Η καρδιακή ανακοπή συνήθως διαγιγνώσκεται κλινικά με βάση την απουσία παλμού. Σε πολλές περιπτώσεις, η έλλειψη παλμού της καρωτίδας αποτελεί το χρυσό κανόνα για τη διάγνωση της καρδιακής ανακοπής, αλλά η έλλειψη παλμού (ιδιαίτερα των περιφερειακών παλμών) μπορεί να προκύψει και από άλλες συνθήκες (σοκ), ή απλά να αποτελεί λάθος εκ μέρους του διασώστη.
Μελέτες έχουν δείξει ότι οι διασώστες κάνουν συχνά λάθος όταν ελέγχουν το σφυγμό της καρωτίδας σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, είτε αυτοί είναι επαγγελματίες του τομέα της υγείας είτε άτομα χωρίς την αντίστοιχη εκπαίδευση.
Λόγω της ανακρίβειας αυτής της μεθόδου διάγνωσης, φορείς όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Αναζωογόνησης (ERC) έχουν υποβαθμίσει τη σπουδαιότητά της.
Το Συμβούλιο Αναζωογόνησης, σύμφωνα με τις συστάσεις του ERC, καθώς και των συστάσεων της American Heart Association, έχουν προτείνει ότι η τεχνική θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από επαγγελματίες υγείας, με ειδική κατάρτιση και εμπειρία και ακόμα και τότε ότι θα πρέπει να συνεκτιμάται σε συνδυασμό με άλλους δείκτες, όπως η αγωνιώδης αναπνοή (Peberdy, et al, 2003).
Έχουν προταθεί διάφορες άλλες μέθοδοι για την ανίχνευση της κυκλοφορίας.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες μετά από συστάσεις της Διεθνούς Επιτροπής του Συνδέσμου για την Αναζωογόνηση (ILCOR) το 2000 ήταν οι διασώστες να αναζητούν «σημάδια κυκλοφορίας», αλλά όχι ειδικά τον παλμό. Αυτές οι ενδείξεις περιλαμβάνουν βήχα, γρήγορη αναπνοή (λαχάνιασμα), αλλαγή στο χρώμα, σύσπαση και κίνηση. Ωστόσο, λόγω στοιχείων που αποδεικνύουν ότι αυτές οι κατευθυντήριες οδηγίες είναι αναποτελεσματικές, η τρέχουσα σύσταση της ILCOR είναι ότι, η καρδιακή ανακοπή θα πρέπει να διαγνωστεί σε όλα τα θύματα που είναι αναίσθητα και δεν αναπνέουν κανονικά (Lavonas, et al, 2015).
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου