Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ - ΜΕΤΡΗΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ (Μέρος Δεύτερο)

Μπορείς να έχεις υπερθερμία χωρίς να έχεις πυρέτο - iPop

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο   ΜΕΤΡΗΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ 

 Η σωστή μέτρηση της θερμοκρασίας είναι ο βασικός δείκτης με τον οποίο μπορούμε να κρίνουμε εάν η θερμοκρασία του σώματος βρίσκεται στα επιθυμητά επίπεδα. Για να γίνει αυτό εφικτό, έχουν αναπτυχθεί μια σειρά μέθοδοι που μας επιτρέπουν να εξετάσουμε και να εκτιμήσουμε την κατάσταση της θερμοκρασίας ενός ατόμου, χρησιμοποιώντας κυρίως συσκευές ικανές να μας δώσουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα. 
 Η μέτρηση της κεντρικής θερμοκρασίας μπορεί αξιόπιστα να πραγματοποιηθεί (α) μέσω ενός ηλεκτρονικού δέκτη-θερμομέτρου (θερμίστορα) στην πνευμονική αρτηρία, η οποία θεωρείται και ως μέθοδος αναφοράς, (β) μέσω ενός θερμίστορα επί της μεμβράνης του τυμπάνου, η οποία παρουσιάζει μεγάλη διάδοση λόγω της γειτνίασης του τυμπάνου με τον υποθάλαμο, όπως και λόγω της ευκολίας και του μη επεμβατικού χαρακτήρα της μεθόδου και τέλος, (γ) μέσω ενός δέκτη τοποθετημένου στον οισοφάγο ή στον ρινοφάρυγγα. Στην κλινική πράξη, η κεντρική θερμοκρασία μπορεί με αρκετή ακρίβεια επίσης να προσεγγισθεί μέσω μέτρησης της υπογλώσσιας, μασχαλιαίας, δι-ορθικής ή ενδοκυστικής μέτρησης2-11.  
  Επομένως μπορούμε να πούμε ότι η σωστή μέτρηση της θερμοκρασίας και η παρακολούθηση αλλά και η αξιολόγηση των χρονικών διακυμάνσεών της, αποτελούν βασικό στοιχείο της φροντίδας όχι μόνο του ασθενή σαν νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και της απαιτούμενης γενικής γνώσης ενός ατόμου για τον εντοπισμό διαταραχών της θερμοκρασίας στην καθημερινότητά του.

2.1. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ-ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ


Ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να χωριστεί σε δύο θερμικά διαμερίσματα: τον πυρήνα, συμπεριλαμβάνοντας την κεφαλή και τον τράχηλο, όπως και την περιφέρεια που περιλαμβάνει τα άνω και κάτω άκρα. Φυσιολογικά υπάρχει μια διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στα δύο αυτά διαμερίσματα της τάξης των 2-4οC. Η διαφορά αυτή συντηρείται χάρη στην αγγειοσύσπαση που υπάρχει στους περιφερικούς ιστούς (θερμορυθμιστική αγγειοσύσπαση) και αποτελεί ουσιαστικά έναν φραγμό ανάμεσα στον πυρήνα και την περιφέρεια, δηλαδή το εξωτερικό περιβάλλον. Η θερμότητα μπορεί να μεταφερθεί μεταξύ των δύο αυτών τμημάτων μέσω της αγωγής θερμότητας ή μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Η κυκλοφορία του αίματος είναι ένας μηχανισμός πολύ πιο σημαντικός από την αγωγή, γι’ αυτό και η αγγειοκινητική κατάσταση αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα στη διάδοση της θερμότητας μέσα στο ανθρώπινο σώμα2
Το θερμορυθμιστικό κέντρο του σώματος εντοπίζεται στον υποθάλαμο. Δεδομένου ότι η θερμοκρασία αποτελεί μέτρο της περιεχόμενης θερμότητας ενός ιστού, με βάση την κατανομή της περιεχόμενης θερμότητας θεωρείται ότι το ανθρώπινο σώμα διαιρείται σε δύο διαμερίσματα, το κεντρικό και το περιφερικό. Η θερμοκρασία του αίματος στα αγγεία της κεντρικής κυκλοφορίας ορίζεται ως κεντρική θερμοκρασία και αντιστοιχεί στο κεντρικό διαμέρισμα, ενώ στο περιφερικό αντιστοιχεί η μέση θερμοκρασία δέρματος. Σύμφωνα με θερμιδομετρικές μελέτες, η μέση θερμοκρασία σώματος καθορίζεται κατά 66% από την κεντρική θερμοκρασία και κατά 34% από τη μέση θερμοκρασία δέρματος12.

2.2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ13

Με βάση τα προηγούμενα, είναι προφανές ότι το ανθρώπινο σώμα δε χαρακτηρίζεται από μια ενιαία τιμή θερμοκρασίας. Αντίθετα, σε διαφορετικές περιοχές του σώματος αντιστοιχούν διαφορετικές τιμές θερμοκρασίας, οι οποίες καθορίζονται από την περιεχόμενη θερμότητα της κάθε περιοχής. Επιπλέον, η κεντρική θερμοκρασία αντιστοιχεί στη θερμοκρασία του αίματος των αγγείων που αρδεύουν τον υποθάλαμο, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη μέθοδος άμεσης μέτρησης στο κλινικό περιβάλλον. Προκειμένου να ξεπερασθεί αυτό το πρόβλημα, έχει χρησιμοποιηθεί η μέτρηση της θερμοκρασίας του αίματος στην πνευμονική αρτηρία ή, εναλλακτικά, σε περιοχές προσκείμενες σε μεγάλα αγγεία, όπως η στοματική κοιλότητα, η μασχάλη, ο οισοφάγος, το ορθό, η ουροδόχος κύστη και η τυμπανική μεμβράνη. Η μέτρηση της θερμοκρασίας του φλεβικού αίματος της πνευμονικής αρτηρίας παρέχει τις πιο έγκυρες, αξιόπιστες και ακριβείς τιμές μέτρησης κεντρικής θερμοκρασίας. Εντούτοις, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της τοποθέτησης καθετήρα Swan-Ganz, συνεπώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιορισμένο αριθμό ασθενών14.
Τυμπανική μεμβράνη: Αιματώνεται από τα ίδια αγγεία που τροφοδοτούν τον υποθάλαμο. Τα τελευταία χρόνια έχουν χρησιμοποιηθεί θερμόμετρα που μετρούν την εκπομπή υπέρυθρης ακτινοβολίας από αυτή, τα οποία τοποθετούνται στον ακουστικό πόρο. Η σωστή τεχνική απαιτεί την έλξη του πτερυγίου του αυτιού προς τα άνω και πίσω, ώστε να ευθειαστεί ο ακουστικός πόρος. Το θερμόμετρο υπέρυθρης ακτινοβολίας κρατείται όπως το ωτοσκόπιο και κατευθύνεται προς την τυμπανική μεμβράνη, προκειμένου να μετρήσει την πραγματική θερμοκρασία αυτής και όχι εκείνη του ακουστικού πόρου15. Χαρακτηρίζεται από άνεση και ασφάλεια για τον ασθενή αλλά στερείται της δυνατότητας συνεχούς μέτρησης. Εναλλακτικά, οι καθετήρες τυμπανικής μεμβράνης μετρούν τη θερμοκρασία της ερχόμενοι σε άμεση επαφή με αυτή και παρέχουν εγκυρότερες και συνεχείς μετρήσεις της θερμοκρασίας. Εντούτοις, η τοποθέτησή τους απαιτεί μεγάλη προσοχή επειδή ενέχουν τον κίνδυνο ρήξης της μεμβράνης16.
Οι θερμοκρασίες της τυμπανικής μεμβράνης παρουσιάζουν ισχυρή συσχέτιση με τις θερμοκρασίες της πνευμονικής αρτηρίας, ενώ η διαφορά τους είναι πολύ μικρή (0,0260,0900C)17-18. Επιπλέον, οι μετρήσεις στον ίδιο ασθενή παρουσιάζουν σχετικά χαμηλή διακύμανση (+0,20C)19. Η χρήση του θερμομέτρου τυμπανικής μεμβράνης σε ευρεία κλίμακα καθιστά αναγκαία την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού. Όταν χρησιμοποιείται από έμπειρο προσωπικό, η συσχέτιση με τις τιμές της πνευμονικής αρτηρίας αυξάνει σημαντικά, ενώ η διαφορά τους μειώνεται20.
Στοματική κοιλότητα: Για τη μέτρηση απαιτείται η τοποθέτηση του θερμομέτρου (υδραργύρου ή ηλεκτρονικού) στην οπίσθια υπογλώσσια κοιλότητα. Πρόκειται για εύκολη στη χρήση της, μη επεμβατική μέθοδο που όμως μπορεί να επηρεασθεί από παράγοντες, όπως η λήψη τροφής, το κάπνισμα, η αναπνοή από το στόμα και η ύπαρξη βλαβών σ’ αυτό, η ταχύπνοια και η χρήση νεφελοποιητών21. Η χρήση γυάλινου θερμομέτρου υδραργύρου δεν ενδείκνυται σε παιδιά, αναίσθητους ή διεγερτικούς ασθενείς, καθώς η θραύση του μπορεί να προκαλέσει δηλητηρίαση λόγω κατάποσης του υδραργύρου. Στις παλαιότερες μελέτες, η διαφορά της θερμοκρασίας της στοματικής κοιλότητας σε σχέση με εκείνη της πνευμονικής αρτηρίας έχει μετρηθεί από 0,050C ως -0,20C, ενώ η μεταξύ τους συσχέτιση ανευρίσκεται σχετικά ισχυρή19. Σύμφωνα όμως με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1999, η ακρίβεια και η αξιοπιστία των μετρήσεων της στοματικής κοιλότητας διαπιστώθηκαν να είναι υψηλότερες από εκείνες της τυμπανικής μεμβράνης (σε σχέση με την πνευμονική αρτηρία), ενώ και η εκπαίδευση του προσωπικού για την εφαρμογή της απαιτούσε σημαντικά λιγότερο χρόνο22.
Ορθό: Χρησιμοποιούνται εύκαμπτοι καθετήρες και πλαστικά ηλεκτρονικά θερμόμετρα, προκειμένου να μειωθεί η δυσφορία των ασθενών και ο κίνδυνος ρήξης του ορθού (ιδίως σε νεογνά και αναίσθητους ενήλικες). Αν και στο παρελθόν έχει αποτελέσει μια από τις συχνότερες μεθόδους μέτρησης της θερμοκρασίας, σήμερα δε θεωρείται ότι αντανακλά αξιόπιστα τη θερμοκρασία του υποθαλάμου, δεδομένου ότι το ορθό είναι ανατομικά απομακρυσμένο από αυτόν (και αιματώνεται από διαφορετικά αγγεία)23. Ειδικά σε περιπτώσεις αιμοδυναμικής αστάθειας, υποογκαιμίας ή καταπληξίας, η κυκλοφορία του αίματος ανακατανέμεται από τα σπλάγχνα στα ζωτικά όργανα, καθιστώντας τη θερμοκρασία του ορθού αναξιόπιστη. Επιπλέον, η τοπική παρουσία μικροοργανισμών ευνοεί την παραγωγή θερμότητας και την αλλοίωση της μέτρησης16. Η συσχέτιση της θερμοκρασίας του ορθού με εκείνη της πνευμονικής αρτηρίας είναι ισχυρή, ενώ η διαφορά τους ανευρίσκεται μεταξύ -0,070C και -0,50C24.
Ουροδόχος κύστη: Οι μετρήσεις γίνονται μέσω θερμίστορα που συνδέεται στον ουροκαθετήρα και παρέχει τη δυνατότητα συνεχούς μέτρησης. Γενικά, ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί με τη μέτρηση στο ορθό. Επιπλέον, στους ασθενείς με καταπληξία, η μέθοδος επηρεάζεται σημαντικά από τη μείωση της νεφρικής ροής αίματος και τη συμπύκνωση των ούρων και καθίσταται αναξιόπιστη25. Η διαφορά της σε σχέση με τη θερμοκρασία της πνευμονικής αρτηρίας έχει μετρηθεί από 0,040C ως -0,210C24. Σύμφωνα όμως με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2007, η μέση διαφορά (+σταθερή απόκλιση) της θερμοκρασίας σε σχέση με τις τιμές της πνευμονικής αρτηρίας ήταν 0,36+0,470C για τις τιμές της τυμπανικής μεμβράνης και -0,05+0,330C για τις τιμές της ουροδόχου κύστης, δηλ. οι μετρήσεις της ουροδόχου κύστης χαρακτηρίζονταν από σημαντικά υψηλότερη εγκυρότητα26.
Οισοφάγος/ρινοφάρυγγας: Χρησιμοποιείται καθετήρας που επιτρέπει τη συνεχή μέτρηση. Οι τιμές των μετρήσεων μπορούν να επηρεασθούν από την παρουσία τοπικών τραυματισμών ή από την εισπνοή των αναισθητικών αερίων, ενώ η εισαγωγή του καθετήρα ενέχει και τον κίνδυνο δημιουργίας τραχειοοισοφαγικού συριγγίου. Τις πιο αξιόπιστες μετρήσεις παρέχει η τοποθέτηση του καθετήρα στο κατώτατο τεταρτημόριο του οισοφάγου (τιμές πλησιέστερες στη θερμοκρασία της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων)27. Η διαφορά της θερμοκρασίας του οισοφάγου σε σχέση με εκείνη της πνευμονικής αρτηρίας έχει μετρηθεί στους 0,110C, ενώ σε σχέση με εκείνη της τυμπανικής μεμβράνης στους -0,10C28.
Μασχάλη: Έχει αποτελέσει παραδοσιακά την περισσότερο χρησιμοποιούμενη μέθοδο για λόγους ευκολίας και άνεσης του ασθενή. Μετρά τη θερμοκρασία της μασχαλιαίας αρτηρίας και η τοποθέτησή του ανάμεσα σε δυο δερματικές επιφάνειες το προφυλάσσει από την επίδραση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος. Εντούτοις, δε θεωρείται ιδιαίτερα αξιόπιστη μέθοδος, δεδομένου ότι οι επιφανειακοί ιστοί χαρακτηρίζονται από μειωμένη αιματική ροή και χαμηλότερη θερμοκρασία σε σχέση με τις βαθύτερες στιβάδες. Έτσι, η διαφορά της θερμοκρασίας της σε σχέση με εκείνη της πνευμονικής αρτηρίας ποικίλλει μεταξύ -0,330C και -0,680C29. Επίσης, η θερμοκρασία της μασχάλης επηρεάζεται σημαντικά από την αγγειοσύσπαση, γι’ αυτό, αν και παρουσιάζει υψηλή συσχέτιση με τη θερμοκρασία της πνευμονικής αρτηρίας, πιθανολογείται ότι η συσχέτιση αυτή μειώνεται στους ασθενείς με υποθερμία ή υψηλό πυρετό.

2.3. ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ

Ο όρος "θερμόμετρο" χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ευρεία ποικιλία θερμοευαίσθητων οργάνων που περιλαμβάνουν τα γυάλινα θερμόμετρα υδραργύρου, τα ηλεκτρονικά θερμόμετρα, τους θερμίστορες, τα θερμικά ζεύγη και τα θερμόμετρα υπέρυθρης ακτινοβολίας30-31. Τα γυάλινα θερμόμετρα αποτελούν το κατεξοχήν παραδοσιακό όργανο και βασίζονται στον υδράργυρο, ο οποίος διαστέλλεται όταν θερμανθεί και ανέρχεται κατά μήκος μιας προτυποποιημένης, αριθμημένης κλίμακας. Τα ηλεκτρονικά θερμόμετρα μετατρέπουν τη θερμική ενέργεια σε ηλεκτρικό σήμα, μετρώντας ηλεκτρική διαφορά δυναμικού ή ηλεκτρική αντίσταση. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα ηλεκτρονικά θερμόμετρα, αν και πλεονεκτούν σημαντικά από άποψης ταχύτητας μέτρησης έναντι των θερμομέτρων υδραργύρου (4-40 δευτερόλεπτα έναντι 2-8 λεπτών), προσφέρουν μια κατ’ εκτίμηση τιμή μέτρησης της θερμοκρασίας (με βάση την άνοδο της θερμοκρασίας κατά τα πρώτα δευτερόλεπτα της μέτρησης αντί για την πραγματική τιμή, η μέτρηση της οποίας απαιτεί περισσότερο χρόνο) και θεωρούνται λιγότερο αξιόπιστα από τα δεύτερα11.
Οι θερμίστορες είναι κατασκευασμένοι από μείγματα οξειδίων μετάλλων, των οποίων η ηλεκτρική αντίσταση μεταβάλλεται με τη μεταβολή της θερμοκρασίας και χρησιμοποιούνται στους καθετήρες (εισέρχονται στο εσωτερικό του σώματος). Τα θερμικά ζεύγη βασίζονται στη μέτρηση της θερμοηλεκτρικής διαφοράς δυναμικού μεταξύ του ηλεκτροδίου που τοποθετείται στην περιοχή της μέτρησης και ενός ηλεκτροδίου αναφοράς. Τόσο οι θερμίστορες όσο και τα θερμικά ζεύγη παρέχουν τη δυνατότητα σύνδεσης με monitor και συνεχούς μέτρησης της θερμοκρασίας σε πραγματικό χρόνο. Τέλος, τα θερμόμετρα υπέρυθρης ακτινοβολίας μετρούν τη θερμότητα που εκπέμπεται με τη μορφή υπέρυθρης ακτινοβολίας από την τυμπανική μεμβράνη, χωρίς να έρχονται σε άμεση επαφή μ’ αυτή.

2.4. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΩΝ ΘΕΡΜΟΜΕΤΡΗΣΗΣ

Η καταλληλότητα μιας μεθόδου μέτρησης καθορίζεται από ένα πλήθος κριτηρίων32-33
(Πίνακας 1). Δυστυχώς, καμία από τις διαθέσιμες μεθόδους δεν πληρεί όλα τα κριτήρια και δε μπορεί να θεωρηθεί ιδανική. Η μέτρηση της θερμοκρασίας του μεικτού φλεβικού αίματος της πνευμονικής αρτηρίας παρέχει αποδεδειγμένα τις πιο έγκυρες, αξιόπιστες και ακριβείς τιμές μέτρησης κεντρικής θερμοκρασίας σε σύγκριση με τις άλλες μεθόδους και αποτελεί το πρότυπο μέτρησης αυτής. Εντούτοις, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της τοποθέτησης καθετήρα Swan-Ganz και αποτελεί μια έντονα επεμβατική μέθοδο που συνοδεύεται από υψηλό κίνδυνο επιπλοκών. Η μέθοδος αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε μικρό αριθμό ασθενών, για τους οποίους υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις τοποθέτησης του καθετήρα αυτού.
Πίνακας 1 : Κριτήρια αξιολόγησης μεθόδων θερμομέτρησης.

Εγκυρότητα (accuracy) μετρήσεων
Ακρίβεια (precision) μετρήσεων
Αξιοπιστία (reliability) μετρήσεων
Ασφάλεια ασθενή (πιθανότητα πρόκλησης επιπλοκών)
Άνεση ασθενή (έλλειψη δυσφορίας, πόνου)
Ευκολία εφαρμογής (αναγκαιότητα εκπαίδευσης προσωπικού)
Ταχύτητα μέτρησης
Δυνατότητα συνεχούς μέτρησης
Κόστος συχνής εφαρμογής μεθόδου

Οι υπόλοιπες μέθοδοι μέτρησης αξιολογούνται κυρίως ως προς την εγκυρότητα, την ακρίβεια και την αξιοπιστία τους. Η εγκυρότητα αναφέρεται στην ικανότητα της μεθόδου να παρέχει την πραγματική τιμή αυτού που μετρά και εκτιμάται συνήθως ως ο βαθμός συμφωνίας (ή απόκλισης) με τις μετρήσεις της πνευμονικής αρτηρίας, υπολογίζοντας τη μέση τιμή (και τη σταθερή απόκλιση ή σφάλμα) των διαφορών μεταξύ των τιμών που παρέχουν οι δυο μέθοδοι. Σύμφωνα με τη Fulbrook33, απόκλιση μεγαλύτερη των 0,2οC μεταξύ δυο μεθόδων θεωρείται κλινικά σημαντική. Η ακρίβεια αναφέρεται στην ικανότητα ανίχνευσης μικρών μεταβολών της θερμοκρασίας σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, ενώ η αξιοπιστία αναφέρεται στη σταθερότητα των μετρήσεων στη διάρκεια του χρόνου (αν η μέτρηση παρέχει τα ίδια αποτελέσματα όταν επαναλαμβάνεται στον ίδιο πληθυσμό κάτω από τις ίδιες συνθήκες). Η γραμμική συσχέτιση των τιμών της κάθε μεθόδου με εκείνες της μέτρησης της πνευμονικής αρτηρίας, εκτιμάται με το συντελεστή συσχέτισης r του Pearson. Η γραμμικότητα αναφέρεται στη σταθερότητα της συσχέτισης καθ’ όλο το εύρος των θερμοκρασιακών διακυμάνσεων. Για παράδειγμα, είναι πιθανόν να παρατηρείται υψηλή συσχέτιση μεταξύ δυο μεθόδων μέτρησης όταν η θερμοκρασία είναι φυσιολογική, η οποία όμως μειώνεται κατά την εκδήλωση πυρετού ή υποθερμίας. 
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 


ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
HYPERTHERMIAETIOLOGYCONSEQUENSES AND TREATMENT 
ΦΟΙΤΗΤΗΣ: ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ 

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου