Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ - ΘΕΡΜΟΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (Μέρος Πρώτο)

Η θερμορύθμιση είναι ... Η θερμορύθμιση και ο μεταβολισμός


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μια απ’ τις κυριότερες διεργασίες του ανθρώπινου σώματος είναι η διατήρηση της θερμοκρασίας του σε σταθερά επίπεδα. Η διαδικασία αυτή είναι αναγκαία για τον ανθρώπινο οργανισμό ώστε να μπορέσουν να συντελεστούν ζωτικές και αναγκαίες για τη σωστή λειτουργία του σώματός μας ενέργειες. Αυτή η λειτουργία επιτυγχάνεται χάρη σε συγκεκριμένους μηχανισμούς του οργανισμού μας όπως ο θερμορυθμιστικός μηχανισμός. Ο μηχανισμός αυτός είναι υπεύθυνος για τη σωστή πρόσληψη, παραγωγή, κατανομή αλλά και απομάκρυνση της θερμοκρασίας από το σώμα μας.

Θερμότητα στο ανθρώπινο σώμα μπορεί και να παραχθεί απ’ αυτό το ίδιο μέσω του μεταβολισμού και της μυϊκής δραστηριότητας, αλλά και να προσληφθεί από το εξωτερικό περιβάλλον. Η πρόσληψη θερμότητας από το περιβάλλον γίνεται χάρη στους θερμοϋποδοχείς που βρίσκονται στην επιδερμίδα, αλλά και στο εσωτερικό του σώματος, όπως στον υποθάλαμο. Έπειτα ο ανθρώπινος οργανισμός έχει την ικανότητα να διατηρεί στο σώμα τη θερμοκρασία που είναι αναγκαία για τη σωστή λειτουργία του, να τη μεταφέρει και να την κατανέμει στο σύνολο σχεδόν του σώματος, αλλά και να την αποβάλλει με διάφορους τρόπους έξω απ’ αυτό. 
Ως φυσιολογική τιμή της θερμοκρασίας του ανθρώπινου σώματος έχουν οριστεί οι 36,6οC-37οC. Ο θερμορυθμιστικός μηχανισμός επομένως, είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση της θερμοκρασίας σταθερά σ’ αυτά τα επίπεδα, ανεξάρτητα τη θερμοκρασία που επικρατεί στο εξωτερικό περιβάλλον. Για την μέτρηση της θερμοκρασίας χρησιμοποιούνται διάφοροι μέθοδοι, καθώς επίσης και διάφορα σημεία στο σώμα επιτρέπουν την σωστή θερμομέτρηση με διακυμάνσεις ωστόσο μεταξύ τους.
Η ισορροπία στην ομαλή λειτουργία των μηχανισμών αυτών, όμως ενδέχεται να διαταραχθεί είτε από εξωγενείς παράγοντες, είτε από παθολογικά αίτια. Οι πιο σημαντικές διαταραχές της θερμοκρασίας του ανθρώπου είναι ο πυρετός, η υπερθερμία και η υποθερμία.
Ως υπερθερμία ορίζεται η απουσία θερμορυθμιστικής ομοιόστασης λόγω ανεξέλεγκτης παραγωγής θερμότητας και αδυναμίας αποβολής της προς το περιβάλλον, χωρίς επαναρύθμιση του κέντρου του υποθαλάμου, που είναι και το βασικό χαρακτηριστικό που την διαχωρίζει από τον πυρετό. Η υπερθερμία εμφανίζεται σε διάφορες καταστάσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο προκαλούνται από εξωγενής παράγοντες όπως για παράδειγμα η αυξημένη θερμοκρασία περιβάλλοντος, ορισμένα φάρμακα ή αναισθητικά. Οι καταστάσεις αυτές είναι η κακοήθης υπερθερμία, το κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο, η θερμοπληξία και το σεροτονινεργικό σύνδρομο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο  ΘΕΡΜΟΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

1.1. ΘΕΡΜΟΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται ως ενδόθερμοι, αλλά και ομοιόθερμοι οργανισμοί. Έχουν δηλαδή την ικανότητα να παράγουν οι ίδιοι την δική τους εσωτερική θερμοκρασία, αλλά και να διατηρούν τη θερμοκρασία του σώματος σε πολύ στενά, αυστηρά όρια παρά τη μεγάλη διακύμανση της περιβαλλοντικής θερμοκρασίας1. Ο θερμορυθμιστικός μηχανισμός και κυρίως η διατήρηση της θερμοκρασίας σε σταθερά επίπεδα δημιουργεί ένα εσωτερικό περιβάλλον, στο οποίο μπορούν να συντελεστούν ομαλά οι λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. 
Ο μηχανισμός της θερμορύθμισης περιλαμβάνει ένα κύκλωμα με τρία σκέλη : την προσαγωγή του θερμικού σήματος από τους περιφερικούς θερμοϋποδοχείς προς το ΚΝΣ, την κεντρική ρύθμιση και την απαγωγή της θερμοκρασίας προς την περιφέρεια. Η αρμονική συνεργασία των τριών αυτών σκελών είναι απαραίτητη για τη σταθερή διατήρηση της κεντρικής θερμοκρασίας. Η διατήρηση αυτή αποτελεί μια δυναμική διαδικασία μιας συνεχούς βασικής θερμογένεσης και απώλειας θερμότητας σ’ ένα σύστημα ισορροπίας, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το εξωτερικό περιβάλλον2.  

1.1.1. ΘΕΡΜΟΫΠΟΔΟΧΕΙΣ

 Το σώμα έχει ειδικούς αισθητήρες που παρέχουν στο ΚΝΣ πληροφορίες για τη θερμική κατάσταση του σώματος. Οι θερμοευαίσθητες ίνες, είναι ελεύθερες νευρικές απολήξεις που κατανέμονται σε ολόκληρη την επιφάνεια του δέρματος. Επίσης βρίσκονται σε υψηλή συγκέντρωση στον προοπτικό πρόσθιο υποθάλαμο. Επομένως μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τους θερμοϋποδοχείς σε : α) περιφερειακοί θερμοαισθητήρες, όπως οι θερμοϋποδοχείς δέρματος και β) κεντρικοί θερμοαισθητήτρες, στις εν τω βάθει περιοχές του σώματος, όπως όργανα κοιλιακής χώρας και υποθαλαμικοί θερμοϋποδοχείς.
Α) Θερμοϋποδοχείς δέρματος: Το δέρμα έχει ανατομικά διακριτούς υποδοχείς θερμού και ψυχρού. Η αύξηση της τοπικής θερμοκρασίας πάνω από 44-46οC, προκαλεί τους υποδοχείς θερμού να αυξήσουν το σταθερό ρυθμό πυροδότησής τους, ο οποίος ξεκινάει σε θερμοκρασία πάνω από 30οC. Οι υποδοχείς ψυχρού έχουν μια πολύ ευρύτερη θερμική απόκριση. Είναι σχετικά ήρεμοι σε θερμοκρασίες δέρματος 40οC περίπου, αλλά οι σταθεροί ρυθμοί εκφόρτισής τους αυξάνουν καθώς η θερμοκρασία πέφτει στους 24οC με 28οC. Περαιτέρω μειώσεις στη θερμοκρασία αναγκάζουν τον σταθερό ρυθμό εκφόρτισης των υποδοχέων του ψυχρού, να μειωθεί μέχρι η θερμοκρασία να πέσει γύρω στους 10οC. Κάτω από αυτή την θερμοκρασία, η πυροδότηση σταματά και το κρύο μετατρέπεται σε τοπικό αναισθητικό.  Και στις δύο περιπτώσεις, μια παρατεταμένη μεταβολή της θερμοκρασίας, μπορεί να προκαλέσει μια σταθερή αλλαγή στο ρυθμό πυροδότησης του αισθητήρα (δηλαδή τονική ή στατική απόκριση), ή μια προσωρινή αλλαγή (δηλαδή φασική ή δυναμική απόκριση)3. 
 Οι θερμοϋποδοχείς του δέρματος προμηθεύουν το υποθαλαμικό θερμορυθμιστικό κέντρο με πληροφορίες για τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και έτσι χρησιμεύουν ως ένα πρώιμο σύστημα προειδοποίησης σε συνθήκες ταχείας μεταβολής της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος. Πληροφορίες από τους θερμοϋποδοχείς του δέρματος επίσης άγονται μέσω θαλαμικών οδών στον εγκεφαλικό φλοιό, αποτελώντας τη βάση για συνειδητή αντίληψη του θερμικού περιβάλλοντος και εκτίμηση της θερμικής άνεσης.
Β) Κεντρικοί-Υποθαλαμικοί θερμοϋποδοχείς : Οι υποδοχείς αυτοί βρίσκονται κατά μήκος της έσω καρωτίδας, στο δικτυωτό σχηματισμό καθώς και στον προοπτικό οπίσθιο υποθάλαμο4.
Στον υποθάλαμο περίπου το 10% των υποθαλαμικών νευρώνων παρουσιάζουν έναν θετικό συντελεστή θερμοκρασίας όταν η τοπική θερμοκρασία ανακυκλώνεται από ένα εύρος 2οC με 4οC περί το μέσον. Οι υποθαλαμικοί θερμοϋποδοχείς είναι ιδιαίτερα σημαντικοί κατά τη διάρκεια της άσκησης, που είναι μια από τις λίγες καταστάσεις στην οποία η παραγωγή θερμότητας από το σώμα και ο ρυθμός απώλειας μπορούν να διαφέρουν σημαντικά, οδηγώντας σε ταχείες μεταβολές της θερμοκρασίας του πυρήνα. Οι υποθαλαμικοί υποδοχείς θερμού υπερτερούν κατά πολύ αριθμητικά των υποδοχέων ψυχρού.  
 Η ψύχρανση ή η θέρμανση του δέρματος ανυψώνει και τις τονικές και τις φασικές συνιστώσες της δραστηριότητας των υποδοχέων ψυχρού ή θερμού. Η νευρική δραστηριότητα αυτών των θερμοϋποδοχέων του δέρματος οδεύει δια μέσου του νωτιαίου μυελού στον υποθάλαμο, ο οποίος ολοκληρώνει τις θερμικές πληροφορίες από άλλα μέρη του σώματος, συμπεριλαμβανομένου και του υποθαλάμου, συγκρίνει την επικρατούσα θερμική κατάσταση με ένα εξιδανικευμένο σύνολο θερμικών καταστάσεων και κατευθύνει απαγωγές εντολές για να αλλάξει ο ρυθμός παραγωγής θερμότητας και να τροποποιηθούν οι ρυθμοί μεταφοράς θερμότητας εντός και εκτός του σώματος.

1.1.2. ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ-ΑΠΑΓΩΓΗ ΘΕΡΜΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΝΣ

 Τόσο οι υποδοχείς του κρύου όσο και του ζεστού, είναι ευρέως κατανεμημένοι στο ανθρώπινο σώμα και χωρίζονται, όπως είπαμε προηγουμένως, σε δύο κατηγορίες: τους κεντρικούς και τους περιφερικούς υποδοχείς. Το θερμικό σήμα μετά την εισαγωγή του σε διάφορα επίπεδα του νωτιαίου μυελού και το ΚΝΣ, τελικά φθάνει στον υποθάλαμο, που αποτελεί το κύριο θερμορυθμιστικό κέντρο στα θηλαστικά5. Κάθε απάντηση του θερμορυθμιστικού κέντρου μπορεί να χαρακτηρισθεί από τον ουδό, την ενίσχυση του ερεθίσματος και την μέγιστη ένταση ανταπόκρισης στο ερέθισμα. Ο ουδός είναι η τιμή της κεντρικής θερμοκρασίας στην οποία εκλύεται ένας συγκεκριμένος βαθμός απάντησης του θερμορυθμιστικού κέντρου και είναι ανάλογος ενός θερμοστάτη μιας απλής ηλεκτρικής συσκευής. Η ενίσχυση του ερεθίσματος καθορίζει την απάντηση του θερμορυθμιστικού κέντρου σε ένα συγκεκριμένο ποσό πτώσης της θερμοκρασίας κάτω από τον φυσιολογικό ουδό του ανθρώπινου οργανισμού (37οC). Επιπρόσθετα, ο ουδός αυτός μεταβάλλεται ανάλογα με την ημερήσια περιοδικότητα (κιρκαδιανός κύκλος) κατά ±0.5οC, στις γυναίκες συμβαδίζοντας με την πορεία του καταμήνιου κύκλου τους κατά 0.5οC και τέλος στους υπερήλικες είναι πάντα χαμηλότερος ανάλογα με την ηλικία τους. Ο ουδός για ανταπόκριση στο ζεστό προκαλεί εφίδρωση και αγγειοδιαστολή, ενώ ξεπερνά τον ουδό ανταπόκρισης στο κρύο που εκδηλώνεται με αγγειοσύσπαση και ρίγος, μόνο κατά 0.2οC. Έτσι, ανεξάρτητα με την ημερήσια μεταβλητότητα, θερμοκρασίες του οργανισμού ανάμεσα στις τιμές 37-37.2οC δεν οδηγούν σε απάντηση από το θερμορυθμιστικό κέντρο του οργανισμού6.
 Η συμπεριφορά των ατόμων αποτελεί την πιο αποτελεσματική απάντηση του θερμορυθμιστικού μηχανισμού του οργανισμού στις εξωτερικές μεταβολές της θερμοκρασίας. Ο τρόπος ένδυσης επιτρέπει στον άνθρωπο να προσαρμόζεται και συνεπώς να ρυθμίζει ο ίδιος την θερμοκρασίας του πυρήνα του οργανισμού του, έτσι ώστε να μπορεί να αποδίδει παρ’ όλες τις μεταβολές της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος. Αντίθετα, υπερήλικες ηλικίας άνω των 80 ετών εμφανίζουν αρκετά συχνά σημαντικά αποκλίνουσα συμπεριφορά στις μεταβολές της θερμοκρασίας από αυτήν των νεαρών ενηλίκων, με αποτέλεσμα την πρόκληση διαταραχών του θερμορυθμιστικού μηχανισμού και της θερμοκρασίας του σώματός τους7.
 Η αντίδραση του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος (ΑΝΣ) κατά την έκθεση του οργανισμού στο κρύο προκαλεί αγγειοσύσπαση, κυρίως σε αρτηριο-φλεβώδεις επικοινωνίες αρχικά στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών και τη μύτη. Η αγγειοσύσπαση αυτή ρυθμίζεται κυρίως από κεντρικά ελεγχόμενους α1 υποδοχείς, ενώ συνεργική δράση ασκεί και η τοπική υποθερμία η οποία επάγεται από τους α2 υποδοχείς8. Οι αρτηριο-φλεβώδεις αυτές επικοινωνίες είναι αγγεία διαμέτρου 100μm που μπορούν να αυξήσουν την ροή του αίματος μέχρι και 10 φορές. Έχει βρεθεί, ότι η προκληθείσα αυτή αγγειοσύσπαση των δερματικών αγγείων μπορεί να μειώσει την απώλεια της παραγόμενης θερμότητας μεταξύ 25 και 50%, ανάλογα με την θερμοκρασία του περιβάλλοντος. 

1.2. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ

Ο ανθρώπινος οργανισμός συγκαταλέγεται στα ενδόθερμα θηλαστικά, δηλαδή έχει τη δυνατότητα να παράγει μόνος του, τη δική του θερμοκρασία. Για να συντελεστεί η παραγωγή αυτή είναι απαραίτητη η διεργασία του μεταβολισμού. Μέσω των διάφορων βιοχημικών διαδικασιών που περιλαμβάνει ο μεταβολισμός, η προσλαμβανόμενη ενέργεια θα μετατραπεί σε θερμότητα και σε έργο που γίνεται στο περιβάλλον ή στο εσωτερικό του οργανισμού για τη λειτουργία και κίνηση των οργάνων, όπως για παράδειγμα η κίνηση του μυοσκελετικού συστήματος. Η ενέργεια αυτή προσλαμβάνεται στον οργανισμό μέσω της τροφής και των ουσιών που αυτή διαθέτει όπως λίπη, υδατάνθρακες, πρωτεΐνες. Μέσω του καταβολισμού, ο οργανισμός διασπά τις σύνθετες ουσίες που προσλαμβάνει σε απλούστερες και «απορροφά» όσες είναι χρήσιμες για τη λειτουργία του, ενώ τις υπόλοιπες «περιττές» τις απορρίπτει. 

1.2.1. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ

Επομένως, η θερμότητα στον ανθρώπινο οργανισμό παράγεται μέσω της ενέργειας που προσλαμβάνει από τα βασικά συστατικά των τροφών, η λήψη των οποίων και η απορρόφησή τους αντίστοιχα, γίνεται μέσω των μεταβολικών διεργασιών και συγκεκριμένα του καταβολισμού.  
Η μεγαλύτερη ποσότητα αυτής της ενέργειας αποθηκεύεται στους μύες, οι οποίοι μέσω της κίνησής τους, είναι αυτοί που ουσιαστικά θα τη μετατρέψουν σε θερμότητα. Ο ρυθμός με τον οποίο θα παραχθεί η θερμότητα στο ανθρώπινο σώμα ασφαλώς, ποικίλλει κι εξαρτάται αντίστοιχα από τον ρυθμό του μεταβολισμού. Ο μεταβολικός ρυθμός ανάπαυσης, άρα κι ο ρυθμός παραγωγής θερμότητας, δεν είναι σταθερός, ενώ αποτελούν επίσης και τον απαραίτητο ρυθμό για να διατηρηθούν οι λειτουργίες των κυττάρων. Η εκούσια ή ακούσια (ρίγος) μυϊκή δραστηριότητα προστίθεται στην ολική μεταβολική παραγωγή θερμότητας3.  
Αντίστοιχα, τα σημεία στο ανθρώπινο σώμα στα οποία παρατηρείται είτε παραγωγή είτε «αποθήκευση» θερμότητας είναι διαφορετικά και εξαρτάται και από την ίδια τη λειτουργία του οργανισμού, κατά πόσο είναι ομαλή και φυσιολογική χωρίς να υπάρχει κάποια παθολογική διαταραχή, αλλά και από εξωτερικούς παράγοντες. Αυξημένη παραγωγή θερμότητας εμφανίζεται στους ενεργούς σκελετικούς μύες και σε περιπτώσεις αυξημένης καρδιακής και αναπνευστικής δραστηριότητας στους αντίστοιχους μύες3.
Όπως είπαμε προηγουμένως, θερμότητα μπορεί να παραχθεί μέσω της μυϊκής δραστηριότητας. Σε συγκεκριμένες περιβαλλοντικές χαμηλές θερμοκρασίες ή σε περίπτωση διαταραχής της σωματικής θερμοκρασίας, ο οργανισμός ενεργοποιεί μυϊκή δραστηριότητα, με σκοπό την παραγωγή θερμότητας. Ο ενήλικας, επομένως, παράγει θερμότητα μέσω του ρίγους, που αποτελεί μία μη ελεγχόμενη γρήγορη μυϊκή δραστηριότητα, κυρίως των μεγάλων μυών, και αυξάνει το μεταβολισμό και την παραγωγή θερμότητας δύο έως τρεις φορές πάνω από το φυσιολογικό. Ως θεωρητικά ανώτατο όριο παραγωγής θερμότητας θεωρείται η πενταπλάσια αύξηση άνωθεν του φυσιολογικού. Παράλληλα όμως, το ρίγος είναι σχετικά ατελέσφορο ως μηχανισμός παραγωγής θερμότητας, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της θερμότητας παράγεται κοντά στην επιφάνεια του σώματος, ενώ περίπου το 75% χάνεται μέσω της αγωγής θερμότητας στο περιβάλλον9. 
Το ρίγος παρατηρείται σε θερμοκρασίες σώματος ακριβώς κάτω από 37οC μέχρι και τους 31οC και κάτω από αυτήν την θερμοκρασία δεν παρατηρείται πλέον ο μηχανισμός αυτός και κάνουμε λόγο πλέον για την έναρξη σοβαρής υποθερμίας10.
Η κύρια αντίδραση του ΑΝΣ στη ζέστη είναι η εφίδρωση και η αγγειοδιαστολή των αγγείων του δέρματος. Η εφίδρωση προκαλείται από τους ιδρωτοποιούς αδένες του δέρματος, οι οποίοι είναι διασκορπισμένοι σε όλο το σώμα και νευρώνονται από μεταγαγγλιακές χολινεργικές ίνες του συμπαθητικού. Ο ιδρώτας αποτελεί υπερδιήθημα του πλάσματος και η σύνθεση του εξαρτάται από την ταχύτητα παραγωγής του, την κατάσταση ενυδάτωσης του ατόμου και πολλούς άλλους παράγοντες. Ο μέγιστος ρυθμός παραγωγής ιδρώτα στους νεαρούς ενήλικες ξεπερνάει το 0.5 L/ώρα και μπορεί να είναι υψηλότερος στους αθλητές.
Η υπερδραστηριότητα των ιδρωτοποιών αδένων έχει ως συνοδό φαινόμενο την δερματική προτριχοειδική αγγειοδιαστολή και σε ένα σημαντικό βαθμό εκλύεται από έναν άγνωστο μέχρι σήμερα παράγοντα που εκλύεται από τους ιδρωτοποιούς αδένες6. Έτσι, όταν κάποιος ιδρώνει, ένα μεγάλο ποσοστό της παραγόμενης κεντρικά θερμοκρασίας μεταφέρεται στο δέρμα και από εκεί διαχέεται στο περιβάλλον. Η προτριχοειδική αγγειοδιαστολή μπορεί να αυξήσει τη ροή του αίματος στο δέρμα σε αξιοσημείωτο βαθμό2.

1.2.2. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ

Έχουν παρατηρηθεί 4 τρόποι με τους όποιους είναι δυνατόν να μεταφερθεί θερμότητα. 
Ως αγωγή θερμότητας ονομάζεται η μεταφορά της θερμότητας μεταξύ δύο μαζών που βρίσκονται σε επαφή. Το ποσοστό μεταφοράς θερμότητας εξαρτάται από την κλίση θερμοκρασίας και το μέγεθος της περιοχής των δύο επαφών, ενώ είναι επίσης αντιστρόφως ανάλογη προς το «πάχος» του υλικού. Η αγωγή θερμότητας καθορίζεται επίσης από τη «θερμική αγωγιμότητα» των υλικών, η οποία περιγράφει την αντίσταση τους στη ροή θερμότητας ή τις μονωτικές ιδιότητές τους. Τα μέταλλα και τα υγρά είναι πιο αγώγιμα από τα αέρια που εμφανίζουν μονωτικές ιδιότητες.
 Ως διάδοση θερμότητας ονομάζεται η μεταφορά θερμότητας λόγω ροής υγρών ή αερίων πάνω από μια επιφάνεια. Η κατάσταση αυτή παρατηρείται, όταν π.χ. θερμός αέρας που επικαλύπτει έναν ασθενή εμφανίζει διαρκή ροή και ανανεώνεται συνεχώς. Η απώλεια θερμότητας με το μηχανισμό αυτό είναι ανάλογη προς την περιοχή επιφάνειας των σωμάτων, τη διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ του σώματος και του αέρα που ρέει πάνω από την επιφάνεια και την ταχύτητα του αέρα. Ο μέγιστος κίνδυνος απώλειας θερμότητας με το μηχανισμό αυτό μπορεί να παρουσιαστεί π.χ. κατά τη διάρκεια μεταφοράς ενός ασθενή, χωρίς να ληφθούν ιδιαίτερες προφυλάξεις μείωσης της απώλειας θερμότητας και όταν ο ασθενής έρθει σε επαφή με κρύο αέρα του περιβάλλοντος.
 Η ακτινοβολία θερμότητας παρατηρείται όταν μεταφέρεται θερμότητα από ένα πιο ζεστό σώμα προς κάποιο με χαμηλότερη θερμοκρασία, χωρίς την παρεμβολή κάποιου μέσου ή φορέα. Η ποσότητα θερμότητας που μεταφέρεται από ένα σώμα σε ένα άλλο μέσω αυτού του μηχανισμού αποτελεί το γινόμενο της τέταρτης δύναμης της θερμοκρασίας του σώματος που ακτινοβολεί. Πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα, ότι η θερμοκρασία του αέρα που περιβάλλει κάποιο σώμα και μέσω του οποίου ακτινοβολείται η θερμότητα από ή προς κάποιο δεύτερο σώμα, δεν έχει μεγάλη επίδραση στη μεταφορά της (π.χ. η είσοδος της θερμότητας του ήλιου ή κάποιας θερμαντικής συσκευής φωτός σε ένα σώμα πραγματοποιείται παρά την παρεμβολή κενού ή ψυχρού αέρα).
 Η εξάτμιση νερού παρατηρείται σε καταστάσεις υπερθερμίας, όπως και την έντονη σωματική άσκηση ή όταν η θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι υψηλότερη των 36οC. Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν επαρκούν οι μηχανισμοί της αγωγής ή της ακτινοβολίας. Έχει βρεθεί, ότι το ποσοστό απώλειας θερμότητας από την εξάτμιση του ύδατος από την επιφάνεια του σώματος είναι ανάλογο προς την αλλαγή στην πίεση του ατμού από την επιφάνεια στον περιβαλλοντικό αέρα και την ταχύτητα της μετακίνησης του αέρα. Η εξάτμιση νερού αποτελεί συνήθως το 10% με 15% της συνολικής απώλειας θερμότητας του οργανισμού το ποσοστό αυτό αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση του συνολικού κατά λεπτό αερισμού (π.χ. υπό συνθήκες κόπωσης και ένδειας Ο2), κυρίως όμως όταν ένα άτομο εισπνέει ξερό αέρα.2  

ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ - ΘΕΡΜΟΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (Μέρος Πρώτο)

ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ - ΜΕΤΡΗΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ (Μέρος Δεύτερο)



ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 

ΥΠΕΡΘΕΡΜΙΑ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
HYPERTHERMIA: ETIOLOGY, CONSEQUENSES AND TREATMENT 
ΦΟΙΤΗΤΗΣ: ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ 

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου