Ένα ζήτημα που απασχολεί τις τελευταίες δεκαετίες τον κλάδο της Ψυχολογίας είναι η ακρίβεια των ενθυμήσεών μας και το αν θα πρέπει να τις θεωρούμε αποκυήματα της φαντασίας ή γεγονότα.
Το φαινόμενο των ψευδών αναμνήσεων αναφέρεται στην ανάκληση μνήμεων από γεγονότα που στην πραγματικότητα δεν έχουν συμβεί. Αν όμως η ανάμνηση ενός ατόμου είναι το μόνο που γνωρίζουμε για ένα γεγονός, πόσο έγκυρη είναι η αλήθεια;
Η μνήμη είναι πράγματι μια λειτουργία καθοριστική για την ζωή μας, καθώς σε αυτήν στηρίζεται τόσο η αντίληψη για το προσωπικό μας παρελθόν, όσο και η συλλογική αίσθηση ιστορικής συνέχειας. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, η μνήμη αποδεικνύεται ολισθηρή και αναξιόπιστη.
Μελέτες σε αυτό το αντικείμενο έχει πραγματοποιήσει η ψυχολόγος Elizabeth Loftus, μέσα από καινοτόμα, αλλά και αμφιλεγόμενα πειράματα.
Η Loftus ξεκίνησε να μελετά την μνήμη το 1970, εξετάζοντας τις περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, και εστιάζοντας στο αν αυτές μπορούν να μεταβληθούν.
Η μελέτη στόχευε να αναδείξει το πως επιδρά ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται οι ερωτήσεις για το συμβάν στις αναμνήσεις των μαρτύρων επί αυτού.
Για παράδειγμα, στην ερώτηση ''Τι ταχύτητα είχαν αναπτύξει τα οχήματα όταν συντρίφτηκαν;'' οι μάρτυρες θυμόντουσαν υψηλότερη ταχύτητα από ότι όταν ερωτήθηκαν ''Με τι ταχύτητα τα οχήματα χτύπησαν;''.
Επομένως, η Loftus κατέληξε στο ότι οι λανθασμένες πληροφορίες μπορούν να διαστρεβλώσουν την ανάμνηση ενός μάρτυρα για το πραγματικό γεγονός, ενώ παράλληλα φαίνεται ότι οι αναμνήσεις φθίνουν με το πέρασμα του χρόνου.






















