Ψυχολογικοί παράγοντες και το ανοσοποιητικό σύστημα
Η έρευνα του Antoni Schneiderman Fletcher, το 1990 απέδειξε ότι η μείωση των στρεσογόνων ψυχοκοινωνικών ερεθισμάτων έχει θετική επίδραση στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι αρνητικές ανοσοποιητικές αλλαγές μπορούν να μειωθούν με ψυχολογικούς παράγοντες που μειώνουν το στρες (Antoni et al., 1990).
H αίσθηση ελέγχου μιας κατάστασης μειώνει την επίδραση του στρες στο ανοσοποιητικό σύστημα. Στην έρευνα που έγινε σε γυναίκες με καρκίνο μαστού το 1991 από τους Levy & Heiden, βρέθηκε ότι οι γυναίκες που πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν τις καταστάσεις και κρατούσαν μια απαισιόδοξη στάση, είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν νέους όγκους σε διάστημα πέντε ετών.
Ένας ακόμη παράγοντας που παίζει σημαντικό ρόλο είναι και ο τρόπος που ερμηνεύει το άτομο μία κατάσταση. Ο Edward Suarez (2004) αναφέρει ότι οι καταθλιπτικοί και εχθρικοί άνθρωποι ερμηνεύουν τις περισσότερες καταστάσεις ως στρεσσογόνες, αφού οδηγούν στην απελευθέρωση περισσότερων ορμονών του στρες. Το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά προκαλώντας φλεγμονή η οποία είναι ικανή σε κάθε επίπεδο να δημιουργήσει καρδιακή πάθηση (Edward, 2004).
Συγκεκριμένα, ο τύπος συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από την εχθρότητα αλλά και από την ανταγωνιστικότητα, τη ανυπομονησία και τον προσανατολισμό στην επιτυχία είναι ο τύπος Α (Friedman, et al., 1959).
Έρευνες έδειξαν ότι τα άτομα με συμπεριφορά τύπου Α έχουν υψηλότερη συχνότητα για εμφράγματα σε σχέση με τα άτομα που έχουν τον τύπο Β συμπεριφοράς (λιγότερο ανταγωνιστικά, επίμονα , πιο χαλαρά άτομα).
Η πλέον επικίνδυνη συνιστώσα της συμπεριφοράς τύπου Α για την εμφάνιση καρδιακής νόσου σε άτομα υγιή είναι η εχθρότητα (Smith, 1992).
Αίτια άγχους
Στην καθημερινή ζωή, το άγχος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αφού οι υποχρεώσεις του ανθρώπου είναι αρκετές και με πολλές απαιτήσεις. Η διάγνωση του παθολογικού άγχους είναι σχετικά εύκολη, αλλά είναι συχνά δύσκολο να πιστοποιηθούν οι αιτίες του.
Το παθολογικό άγχος μπορεί να διακριθεί σε πρωτογενές άγχος, όταν δεν έχει εμφανή αιτία και σε δευτερογενές άγχος, όταν προέρχεται από περιβαλλοντικό, σωματικό ή ψυχολογικό stress. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η θεραπεία εστιάζεται στην αντιμετώπιση της αιτίας του άγχους.
Το δευτερογενές άγχος μπορεί να προκαλείται από οργανικές διαταραχές (π.χ. άνοια), διαταραχές προσωπικότητας, διαταραχές από χρήση ουσιών και ψυχικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη και σχιζοφρένεια (Αλεβίζος, 2008).
Οι επαγγελματίες υγείας δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό να ανιχνεύσουν το άγχος, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να το αντιμετωπίσουν. Αυτό συμβαίνει διότι τα συμπτώματα του άγχους είναι ασαφή και μεταβαλλόμενα. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι επαγγελματίες υγείας συνδέουν αυτά τα συμπτώματα με άλλες ψυχικές διαταραχές ή σωματικά νοσήματα.
Έτσι η καθιέρωση συγκεκριμένων διαγνωστικών κριτηρίων, όπως οριοθετούνταν στα δυο γνωστά ταξινομικά συστήματα (ICD-10 και DSM-IV), και η ανάπτυξη κλιμάκων για την όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική εκτίμηση του άγχους, διευκολύνουν τις προσπάθειες των γιατρών να τοποθετούν τα συμπτώματα της κάθε αγχώδους διαταραχής σε σαφή διαγνωστικά όρια (Αλεβίζος, 2008).
Για την αξιολόγηση του ασθενούς θα πρέπει απαραίτητα να λαμβάνεται υπόψιν το ιστορικό υγείας του, καθώς παρέχει πολύτιμες πληροφορίες. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να προσμετρώνται και ορισμένοι παράμετροι.
Πιο συγκεκριμένα, οι βιολογικές αιτίες, οι ψυχιατρικές αιτίες, οι ψυχολογικοί μηχανισμοί του ατόμου καθώς και κοινωνικές αιτίες.
Σημαντικό ρόλο κατέχει η συζήτηση μεταξύ ασθενούς και γιατρού προκειμένου να ληφθούν υπόψιν τα συμπτώματα του ασθενούς. Ο άρρωστος πρέπει να μπορέσει μέσα στα περιορισμένα χρονικά πλαίσια της συνέντευξης να ικανοποιήσει τις ανάγκες του με το να αναφερθεί όπως αυτός επιθυμεί στο πρόβλημα του. Δεν πρέπει ο γιατρός να κατευθύνει την συζήτηση μόνο στα αίτια και στα συμπτώματα της ασθένειας του διότι υπάρχει η πιθανότητα ο ασθενής να αποκρύψει πολλές σχετικές πληροφορίες. Η συζήτηση θα πρέπει να έχει ως στόχο να ενισχύσει τη μεταξύ τους σχέση και να βοηθήσει ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της ορθής διάγνωσης και της αποτελεσματικής θεραπείας (Χατζημανώλης, 1997).
Όσον αφορά τα βιολογικά αίτια, οι κυριότερες ασθένειες που μπορεί να προκαλέσουν ή να επιβαρύνουν συμπτώματα άγχους, αδρά ταξινομημένες είναι:
τα νευρολογικά νοσήματα κατά 25%, οι ενδοκρινικές παθήσεις κατά 25%, τα καρδιαγγειακά νοσήματα κατά 12%, τα ανοσολογικά νοσήματα κατά 12%, τα λοιμώδη νοσήματα κατά 12%, όπως επίσης και άλλοι παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και της λήψης φαρμακευτικής αγωγής κατά 14%.
Όταν υπάρχει σωματική νόσος (π.χ. άσθμα), η ίδια η νόσος αλλά και η θεραπεία της μπορεί να πυροδοτήσουν άγχος. Οι συνηθέστερες οργανικές αιτίες άγχους είναι οι αρρυθμίες, οι παθήσεις του θυροειδούς , η κατάχρηση καφέ και τσιγάρων, τα υπογλυκαιμικά επεισόδια, όπως επίσης η λήψη φαρμακευτικής αγωγής (βενζοδιαπίνες) ή ουσιών (αλκοόλ, αμφεταμίνες, κοκαΐνη) (Χατζημανώλης, 1997).
Επόμενο βήμα για την τεκμηρίωση της διάγνωσης μιας αγχώδους διαταραχής είναι ο αποκλεισμός άλλων ψυχιατρικών παθήσεων. Για παράδειγμα, στο 50% των ατόμων με κατάθλιψη συνυπάρχει αγχώδης διαταραχή. Επί εγκατεστημένης ψυχιατρικής διαταραχής, εξίσου σημαντική είναι η διερεύνηση της πιθανότητας το άγχος να αποτελεί εκδήλωση αποδιοργάνωσης λόγω της νοσηλείας στο νοσοκομείο. Η διάγνωση της ψυχιατρικής διαταραχής, της οποίας το άγχος αποτελεί σύμπτωμα, συμβάλλει σημαντικά στην αποτελεσματική αντιμετώπισή του.
Αγχώδεις διαταραχές
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή ορίζεται ως η ανησυχία ή το αδιάλειπτο άγχος , ή το άγχος που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και εμφανίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα . Το άτομο δυσκολεύεται να διαχειριστεί την ανησυχία του. Η ανησυχία και το άγχος συνδέονται κανονικά με τα συμπτώματα που ακολουθούν.
Τα συμπτώματα αυτά είναι η νευρικότητα ή αίσθημα αγωνίας ή τεντωμένα νεύρα,η εύκολη κόπωση, η δυσκολία συγκέντρωσης ή αίσθημα ότι το μυαλό είναι άδειο, ο φόβος απώλειας του ελέγχου των καταστάσεων ή φόβος τρέλας, ναυτία, η ευερεθιστικότητα, η μυϊκή τάση, η διαταραχή ύπνου ,η εφίδρωση, το αίσθημα πνιγμονής, η οπισθοστερνική δυσφορία, η λιποθυμική τάση, ζάλη , ίλιγγος, η δύσπνοια, το αίσθημα μη πραγματικού, ο φόβος θανάτου, οι παραισθήσεις π.χ μουδιάσματα και οι ταχείες εναλλαγές αισθήματος θερμού- ψυχρού.
Οι ανησυχίες που αναφέρουν τα άτομα με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή σχετίζονται συνήθως με μικρά ή καθημερινά ζητήματα. Μολονότι τα αναγνωρίζουν, δυσκολεύονται να τα ελέγξουν.
Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή εμφανίζεται συνήθως στα τελευταία χρόνια της εφηβείας ή στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής. Η διαταραχή τείνει να είναι χρόνια με ποσοστό έως και 80% αυτών που διαγιγνώσκονται με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή να αναφέρουν ότι όλη τους τη ζωή ένιωθαν ανησυχία ή άγχος (Bennett , 2010).
Έχοντας ως σημείο αναφοράς την κατάταξη που ακολουθεί το ICD-10, έγινε προσπάθεια να ταξινομηθούν σε 6 βασικές υποκατηγορίες των αγχωδών διαταραχών και κάποιες επιπλέον 'συγγενείς' αγχώδεις διαταραχές που περιέχονται μόνο στο DSM-IV.
1. Διαταραχή πανικού Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις άγχους σε έντονο βαθμό , ταραχής ή φόβου αποτελούν χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής και εκδηλώνονται κατά κύριο λόγο με σωματικά συμπτώματα. Οι κρίσεις εκδηλώνονται απότομα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ή το πολύ μέσα σε λίγα λεπτά και κορυφώνονται μέσα σε 10 λεπτά περίπου και ακολουθούνται από αίσθημα κόπωσης.
Η συχνότητα της διαταραχής πανικού στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται σε 2,3% , η συννοσηρότητά της με την κατάθλιψη πλησιάζει το 10% σε ετήσια βάση, ενώ ανάλογα είναι και τα ποσοστά των ιατρικών επισκέψεων που πραγματοποιούνται ετησίως τόσο στα εξωτερικά ιατρεία των γενικών νοσοκομείων όσο και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη , από άτομα που παρουσιάζουν συμπτωματολογία της συγκεκριμένης διαταραχής ( Χατζημανώλης ,1997).
2. Διαταραχή γενικευμένου άγχους
Πρόκειται για την 'αγχώδη νεύρωση' των παλαιοτέρων ψυχιατρικών εγχειριδίων και αντιπροσωπεύει μια από τις πιο συνήθεις αγχώδεις διαταραχές. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι παρουσιάζεται συχνότερα στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες και πολλές φορές έχει σχέση με χρόνιο περιβαλλοντικό stress. Αρκετά συχνά η ανησυχία και τα σωματικά ενοχλήματα προκαλούν έντονη δυσφορία στο άτομο, περιορίζουν τις λειτουργικές του δραστηριότητες και προκαλούν αίσθηση υποκειμενικής αναπηρίας,με ανάλογο κοινωνικό και οικονομικό κόστος (Χατζημανώλης , 1997).
3. Μικτή αγχώδης καταθλιπτική διαταραχή
Πρόκειται για αγχώδεις και καταθλιπτικές εκδηλώσεις που παρουσιάζονται ταυτόχρονα στο άτομο, χωρίς όμως να πληρούνται οι προϋποθέσεις για μια ξεχωριστή διαγνωστική ταξινόμηση. Κατά διαστήματα, συνυπάρχουν αυτονομικά συμπτώματα όπως καρδιακοί παλμοί, τρόμος, εφίδρωση, ξηροστομία, στομαχικά ενοχλήματα κ.ά. χωρίς όμως το σύνολο των συμπτωμάτων της διαταραχής να σχετίζεται με σημαντικές αλλαγές στη ζωή του ατόμου ή με γεγονότα που προκαλούν stress. Άτομα με ανάλογη συμπτωματολογία προσφεύγουν στην πρωτοβάθμια περίθαλψη , ενώ ένα σημαντικά υψηλό ποσοστό δεν υποπίπτει στην αντίληψη των γιατρών ή των ψυχιάτρων και ως εκ τούτου δεν αντιμετωπίζονται (Χατζημανώλης , 1997).
4. Φοβικές διαταραχές > Αγοραφοβία > Κοινωνική φοβία > Απλές φοβίες ή ειδικές φοβίες
5. Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
6. Η συχνότητα της ανέρχεται περίπου στο 2,5% στη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου και τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι παρόντα τουλάχιστον για δυο συνεχείς εβδομάδες και να προκαλούν δυσφορία στο άτομο ή να επηρεάζουν τις δραστηριότητες του. Η έναρξη των συμπτωμάτων εντοπίζεται συνήθως στην παιδική ή εφηβική ηλικία και η πορεία της διαταραχής ποικίλλει, χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα μετάπτωσης σε χρονιότητα.
Κύρια διαγνωστικά της χαρακτηριστικά είναι τα εξής:
1) Οι στερεότυπα επαναλαμβανόμενες ιδεοληπτικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, τις οποίες το άτομο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αγνοήσει ή να εξουδετερώσει με τη βοήθεια μιας άλλης σκέψης ή πράξης.
2) Οι στερεότυπα επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή πράξεις, τις οποίες το άτομο νοιώθει αναγκασμένο να κάνει σύμφωνα με κάποιους κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά.
3) Οι ιδεοληπτικές σκέψεις ή οι ψυχαναγκαστικές πράξεις σχεδόν πάντα προκαλούν άγχος και δυσφορία, αναγνωρίζονται από το άτομο ως παράλογες και 'ανόητες' και γι' αυτό συχνά προσπαθεί να αντισταθεί σε αυτές και να τις αποφύγει χωρίς όμως επιτυχία.
4) Οι ιδεοληπτικές σκέψεις ή οι ψυχαναγκαστικές πράξεις δεν συντελούν στην εκπλήρωση χρήσιμων σκοπών και συχνά το άτομο θεωρεί ότι μπορούν να προλάβουν κάποιο γεγονός που αντικειμενικά είναι απίθανο να συμβεί.
5) Οι ιδεοληπτικές σκέψεις ή οι ψυχαναγκαστικές πράξεις είναι αρκετά χρονοβόρες, επεμβαίνουν ανασταλτικά στις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου καθώς και στις διαπροσωπικές του 41 σχέσεις, επιφέροντας πολλές φορές πραγματική αναπηρία (Χατζημανώλης , 1997).
6) Οξεία αντίδραση στο stress
Το άτομο που βιώνει ή έχει βιώσει ένα έντονο ψυχοτραυματικό γεγονός, το οποίο συνήθως έχει σχέση με τη σωματική ακεραιότητα (βιασμός, ατύχημα, εγκληματική ενέργεια, φυσική καταστροφή), καταλαμβάνεται από έντονο φόβο και νιώθει αβοήθητο. Σχεδόν αμέσως παρουσιάζει υποκειμενικό αίσθημα μουδιάσματος στο σώμα του, δυσκολία επαφής με το περιβάλλον, ψυχογενή εμβροντησία ή έντονη ψυχοκινητική ανησυχία (άγχος) με ανικανότητα ανάκλησης σημαντικών πτυχών του γεγονότος. Αρκετά συχνά το ψυχοτραυματικό γεγονός αναβιώνεται έντονα με εικόνες, σκέψεις ή όνειρα που έχουν σχέση με όσα προηγήθηκαν , ενώ λόγω αυξημένης ενεργοποίησης παρατηρούνται δυσκολίες στον ύπνο, δυσκολία στη συγκέντρωση καθώς και αυτονομικά σημεία άγχους όπως ταχυκαρδία, ιδρώτες κ.ά. (Χατζημανώλης , 1997).
7) Διαταραχή stress μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία ή μετατραυματική διαταραχή stress
Το άτομο που έχει βιώσει έντονα το ψυχοτραυματικό γεγονός καταλαμβάνεται από έντονο φόβο και επαναβιώνει τις συνθήκες του γεγονότος (ατύχημα, βιασμός, φυσική καταστροφή, βασανισμός, αιχμαλωσία κ.λ.π.) είτε με επανειλημμένες και παρά τη θέληση του αναμνήσεις του ψυχοτραυματικού συμβάντος, είτε με δυσάρεστα όνειρα, σχετικά όμως με το γεγονός. Αρκετά συχνά παρατηρείται έντονη αυτονομική δραστηριότητα με διαταραχές του ύπνου, δυσκολία στη συγκέντρωση, ξεσπάσματα οργής και υπερβολική απάντηση σε ξαφνικά ουδέτερα ερεθίσματα (Χατζημανώλης , 1997).
Συμπτώματα του άγχους
Το άγχος είναι ένα καθολικό σύμπτωμα, το οποίο οι ασθενείς περιγράφουν συνήθως σαν μια εναγώνια αναμονή κάποιας δυσάρεστης κατάστασης. Αυτή βιώνεται σαν βάρος πάνω στο στήθος συνοδευόμενο από νευροφυτικές διαταραχές (ταχυκαρδία, συχνοουρία, διάρροια, ναυτία, εφίδρωση) (Ρασιδάκι, 1979).
Οι πρώτες ενδείξεις, ότι τα επίπεδα στρες έχουν ανέβει, είναι πολλές φορές αδιόρατα και δεν τραβούν την προσοχή του ατόμου. Πρόκειται για δυσκολίες στη συγκέντρωση, γρήγορη ομιλία, ανυπομονησία, συχνές εκρήξεις θυμού και ένα αίσθημα κούρασης, που επιμένει. Το άτομο τα παραβλέπει όλα αυτά και επιπλέον αυξάνει την προσπάθεια συγκέντρωσης, με αποτέλεσμα την αποτυχία και τον εκνευρισμό. Για την καταπολέμησή του καταφεύγει σε αύξηση των εξαρτησιογόνων ουσιών (αλκοόλ, κάπνισμα) ή ακόμη και του φαγητού (Σαπουντζή – Κρέπια, 2000).
Από βιολογικής πλευράς, το άγχος προκαλείται «από την υπερέκκριση φλοιοτρόπου ορμόνης, που με τη σειρά της επιδρά στο φλοιό των επινεφριδίων προκαλώντας την έκκριση «γλυκορτικοειδών» (Ραγιά, 1993).
Ανάλογα διαμορφώνονται τα συμπτώματα εκδήλωσης του άγχους. Συνηθέστερα συμπτώματα για το μυϊκό σύστημα είναι οι μυϊκοί πόνοι, τα πιασίματα, η δυσκαμψία και το τρίξιμο των δοντιών, ενώ στα αισθητηριακά οι εμβοές, η θόλωση της όρασης, το αίσθημα αδυναμίας και τα μουδιάσματα.
Στα ψυχολογικά, εντάσσονται η βαριεστιμάρα, η τάση για αναβολή, η έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή και στα γνωσιακά η αφηρημάδα, οι διαταραχές μνήμης και η δυσκολία συγκέντρωσης. Στα γαστρεντερικά ανήκουν η δυσπεψία, η ναυτία, ο έμετος και η απώλεια βάρους. Τέλος, στα ουρογεννητικά υπάρχουν συμπτώματα όπως η συχνοουρία, η πρόωρη εκσπερμάτιση και η ανικανότητα (Σαπουντζή – Κρέπια, 2000).
Έλεγχος του άγχους
Το άγχος είναι ένα φυσιολογικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και προκύπτει κάθε φορά που το σώμα και το μυαλό μας αντιμετωπίζουν απαιτήσεις οι οποίες υπερβαίνουν την ικανότητα μας να ανταποκριθούμε. Αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να είναι σωματικές (όπως το τρέξιμο σε ανηφορικό δρόμο, ενώ δεν είμαστε αρκετά γυμνασμένοι) ή διανοητικές (όπως η επιτήρηση διαγωνισμών).
Στην πραγματικότητα, το άγχος είναι πάντοτε και διανοητικό και σωματικό, επειδή το σώμα και ο νους δεν διαχωρίζονται αλλά αποτελούν υποσυστήματα του ίδιου σύνθετου συνόλου. Το άγχος που ξεκινά από μια σκέψη, όπως για κάποιες εξετάσεις που θα δώσουμε, έχει σωματικές επιπτώσεις.
Η ψυχολογική κρίση είναι στην ουσία, ένα πολύ έντονο άγχος έτσι ώστε επιπλέον των συνηθισμένων μεθόδων ελέγχους του άγχους, χρειαζόμαστε και κάποιες τεχνικές για να αντιμετωπίσουμε την αϋπνία, τους εφιάλτες και τις στιγμές πανικού ή απόγνωσης. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε πότε αυτά τα προβλήματα έχουν εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι απαραίτητη η βοήθεια κάποιου ειδικού.
Όσον αφορά τη φροντίδα, τα άτομα που υποφέρουν από βαριάς μορφής άγχους τη χρειάζονται αδιαμφισβήτητα.
Καθώς ο οργανισμός κατακλύζεται από αγχογόνες ορμόνες όπως αδρεναλίνη, η καρδιά εργάζεται γρηγορότερα, οι μυς παθαίνουν κόπωση, η χημική σύσταση του αίματος μεταβάλλεται και οι τοξίνες δεν διαλύονται κανονικά.
Η πέψη διαταράσσεται, καθώς επίσης και ο ύπνος, στη διάρκεια του οποίου συνήθως το σώμα επανακτά τις δυνάμεις του. Δεδομένων όλων αυτών, το σώμα χρειάζεται βοήθεια στη διάρκεια της κρίσης.
Συνήθως, οι άνθρωποι επιβαρύνουν τον ίδιο τους τον εαυτό παρόλα αυτά. Δεν είναι δύσκολο να φροντίζουμε το σώμα μας αλλά ορισμένες στιγμές, όταν είμαστε επιφορτισμένοι με την αντιμετώπιση της οδυνηρής ψυχολογικής κατάστασης αυτό είναι κάτι που απαιτεί προσπάθεια. Ο συνδυασμός της σωστής διατροφής με την ανάλογη σωματική δραστηριότητα αποτελεί τη μόνη λύση.
Με τη σωματική άσκηση βελτιώνεται η ψυχική διάθεση και εκτονώνεται το αδιάθετο stress. Οι οξειδωτικές διεργασίες και οι αδιάθετες ελεύθερες ρίζες οξυγόνου που παράγονται στο stress εξουδετερώνονται μόνο με την σωματική άσκηση. Η σωματική άσκηση κρίνεται ως ικανοποιητική αν το άτομο βαδίζει 7.000 βήματα την ημέρα μοιράζοντας αυτή τη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση (Γιωτάκη-Χαράτση , 2010).
Μακροχρόνιες συνέπειες του άγχους
Καρκίνος και άγχος
Οι αιτίες του καρκίνου είναι η κληρονομικότητα, οι ιοί , οι καρκινογόνες ουσίες του περιβάλλοντος καθώς και τα ψυχολογικά αίτια όπως οι συγκινήσεις, η ένταση και το άγχος (Carolynn and Townsend 2000).
Η σχέση του ζεύγους βιολογική-ψυχική υγεία χαρακτηρίζεται ως αμφίδρομη. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η διατάραξη της σωματικής υγείας προκαλείται από ψυχικά αίτια, αλλά και αντίστροφα, αρκετοί τύποι ψυχικών διαταραχών οφείλονται σε εμφάνιση σωματικών ασθενειών. Η ολιστική αντίληψη στη θεραπεία των νοσημάτων και του καρκίνου έχει εδραιωθεί στους επιστημονικούς κύκλους εδώ και πολλά χρόνια. «Δεν πρέπει να θεραπεύουμε αν αγνοούμε το σύνολο(του σώματος), το οποίο αν δεν είναι καλά δεν μπορεί να είναι καλά ούτε το μέρος. Γιατί όλα, και τα καλά και τα κακά, για το σώμα και όλους τους ανθρώπους ξεκινούν από την ψυχή...»( Ρηγάτος,1985)
Η ψυχολογική προσαρμογή του ασθενή στη νόσο καθορίζεται από δύο βασικούς παράγοντες :
α) τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω άτομο αντιμετώπισε αγχώδεις καταστάσεις στο παρελθόν και
β) το είδος των συμπτωμάτων και την κλινική πορεία του καρκίνου.
Οι ειδικοί αναφέρουν ότι ποσοστό 47% εμφανίζει κλινική ψυχιατρική διαταραχή εκ των οποίων το 68% εμφανίζουν αντιδραστικό άγχος και κατάθλιψη. Το άγχος μπορεί να επιφέρει αλλαγή στην συμπεριφορά των κυττάρων και λόγω της καταστολής που προκαλεί στο ανοσοποιητικό σύστημα να δημιουργεί διάφορες μορφές καρκίνου. Μελέτες έδειξαν ότι η ανάπτυξη άγχους και ο καρκίνος καθώς επίσης και η πρόοδος του, συσχετίζονται μεταξύ τους (Andersen , 1994).
Το έτος 1920, στο Πανεπιστήμιο της Πράγας, ο Hans Shelly πραγματοποίησε έρευνα για τα πορίσματα της οποίας κατέδειξαν ότι τα συναισθήματα μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες. Με άλλα λόγια, υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν σχέσεις ανάμεσα στις συναισθηματικές καταστάσεις και την ασθένεια. Ο αλληλοσυσχετισμός του νου, του σώματος και των συναισθημάτων μπορεί να προμηθεύσει μια νέα επίγνωση σχετικά με την γενικά αυξανόμενη ευαισθητοποίηση στην ασθένεια του καρκίνου (Simonton, Creighton. 1988).
Την άποψη του Shelly ενισχύουν πρόσφατες μελέτες που δείχνουν ότι τα αποτελέσματα του άγχους μπορούν να καταστείλουν το ανοσοποιητικό σύστημα με αποτέλεσμα να δεσμεύουν τις άμυνες του οργανισμού εναντίον του καρκίνου και άλλων ασθενειών.
Ο Thomas Holms και ο Dr. Rahe, στοχεύοντας στην εδραίωση της άποψης ότι τα αισθήματα άγχους προκαλούν ασθένειες, σχεδίασαν μια κλίμακα που καθόριζε αριθμητικές αξίες σε γεγονότα που προκαλούν άγχος προκειμένου να καταφέρουν να προλέγουν την ασθένεια σύμφωνα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στις ζωές των ανθρώπων.
Στον παρακάτω πίνακα δίνεται η κλίμακα των Thomas και Rahe :
Το 49% των ατόμων που είχαν συγκεντρώσει πάνω από 300 βαθμούς της κλίμακας σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών εμφάνισαν κάποια ασθένεια. (Simonton, Simonton , Creighton, 1988).
Σε μια αγχωτική κατάσταση , «ο υποθάλαμος ενεργοποιεί το βλεννογόνο αδένα, ο οποίος ενεργοποιεί τους επινεφρίδιους αδένες για να παράγουν τις ορμόνες που προκαλούν τις χημικές αλλαγές στα διάφορα κύτταρα και τους ιστούς». Η διαδικασία αυτή ονομάζεται αντίδραση μάχης ή αποφυγής (fight or flight effect).
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής , το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ευάλωτο σε ασθένειες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο καρκίνος. Αντιθέτως, μελέτες έχουν δείξει ότι τα θετικά μηνύματα του εγκεφάλου μπορούν να ενισχύσουν τη δυνατότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αντιταχθεί στην ασθένεια. Η σύνδεση μεταξύ σώματος και μυαλού ονομάζεται ψυχονευροανοσολογία (PNI) (Πατρικαρέας, 2012).
Οι διαταραχές άγχους στους ογκολογικούς ασθενείς είναι:
1) η διαταραχή πανικού που εμφανίζεται με σωματικά συμπτώματα,
2) η μετατραυματική διαταραχή του Stress (PTSD) που ο ογκολογικός ασθενής, έχοντας εκτεθεί στο τραυματικό γεγονός της σωματικής νόσου, εμφανίζει έντονο φόβο, αίσθημα μη βοήθειας και σωματικές αντιδράσεις και αποφεύγει δραστηριότητες που είναι συναφείς με το τραύμα,
3) το άγχος ως ψυχολογική αντίδραση στη σωματική νόσο όπου συνδέεται με την ιατρική διάγνωση, την πρόγνωση της νόσου, την επίδραση της νόσου στο σώμα, την επίδραση της νόσου στην εργασία και στις κοινωνικές συναναστροφές, τη νοσηλεία και την σχέση με τον θεράποντα ιατρό,
4) το άγχος για τη φαρμακευτική αγωγή που θα λάβει ο ασθενής για την θεραπεία του,
5) το άγχος από την ασθένεια του καρκίνου λόγω ενδοκρινικών διαταραχών, ηλεκτρολυτικών διαταραχών κ.α.
Μία μελέτη των Ryan Spencer και συνεργατών του (2010), παρουσίασαν την συσχέτιση των αγχωδών διαταραχών με τον καρκίνο σε εθελοντές που είχαν ήδη την ασθένεια σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Με την βοήθεια των ιατρών έδωσαν μία συνέντευξη όπου οι ερωτήσεις είχαν σχέση με το φύλο, την φυλή, την οικογενειακή κατάσταση, την ηλικία, το εκπαιδευτικό επίπεδο, το ετήσιο εισόδημα, την θρησκεία, τον τύπο του καρκίνου, την θεραπεία κ.τ.λ.
Εξετάστηκαν ακόμα και για τα κοινωνικοδημογραφικά τους χαρακτηριστικά που αποτελούσαν διαγνωστικά κριτήρια για τις αγχώδεις διαταραχές.
Οι συμμετέχοντες ήταν 50,2% άνδρες και 49.8% γυναίκες. Συνολικά, μετά από τα αποτελέσματα της έρευνας το 7,6% πληρούσε τα κριτήρια για την διάγνωση από κάποια αγχώδη διαταραχή.
Οι ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές ήταν κυρίως γυναίκες και άτομα νεαρότερης ηλικίας όπου δεν εμπιστεύονταν τους γιατρούς τους και τις θεραπείες τους. Γι’ αυτούς, το άγχος αποτελούσε την αιτία της νόσου αλλά και την εξέλιξη της σε θανατηφόρο μορφή σε ανθρώπους που αρρώσταιναν ή δεν ανάρρωναν επειδή δεν μπορούσαν να ελέγξουν το άγχος που αντιμετώπιζαν ή να σκεφτούν θετικά.
Άγχος και καρκίνος του μαστού σε γυναίκες
Σε γυναίκες που πάσχουν από καρκίνο του μαστού, το άγχος και η κατάθλιψη είναι τα κύρια συναισθήματα που αναπτύσσονται σε αυτές.
Στο συγκεκριμένο τύπο καρκίνου επηρεάζεται δυσμενώς η αυτοεικόνα του ατόμου , αφού οι γυναίκες με την απώλεια του στήθους, λόγω της μαστεκτομής, έχουν αισθήματα απώλειας της θηλυκότητας και της ελκυστικότητάς τους.
Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων της γυναίκας με το ταίρι της αλλά και με τους οικείους της αφού πολύ συχνά η ασθενής αισθάνεται ντροπή και απόρριψη.
Περίπου ένα 25% των γυναικών , εμφανίζουν τα πρώτα δύο χρόνια ένα είδος συναισθηματικής διαταραχής (αγχώδεις διαταραχή ή κατάθλιψη) , μετά την διάγνωσή του καρκίνου του μαστού. Στην διαταραχή αυτή δεν απαιτείται θεραπεία , ωστόσο ένα 5% που παρουσιάζει ενδείξεις σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής, κυρίως μείζονος κατάθλιψης απαιτεί θεραπεία.
Πρόσφατη μελέτη του 2005, αναφέρεται ότι στην διάρκεια του πρώτου έτους μετά την διάγνωση καρκίνου του μαστού το 48% των γυναικών εμφάνισαν άγχος, κατάθλιψη ή και αμφότερα. Το ποσοστό μειώθηκε σε 25% στο δεύτερο χρόνο και στο 15% στο πέμπτο χρόνο (Λαζαράτου Ε., 1990).
Σε μελέτη που έγινε στην Τουρκία, διαπιστώθηκε ότι το στρες σχετίζεται με την ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού. Το δείγμα της μελέτης αποτελούσαν 90 γυναίκες ασθενείς με καρκίνο του μαστού.
Τα κριτήρια για την επιλογή των εθελοντών ήταν
1) ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την παρούσα μελέτη και
2) ασθενείς που δεν είχαν ιστορικό προηγούμενης ψυχιατρικής διαταραχής.
Τους δόθηκαν ερωτηματολόγια που αφορούσαν τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά τους π.χ. ηλικία , οικογενειακή κατάσταση, ενασχόληση, κοινωνική υποστήριξη, εισόδημα να το βαθμολογήσουν σε χαμηλό, μέτριο ή υψηλό, και για την ασθένεια όπως διάρκεια, στάδιο , θεραπεία.
Ο σκοπός της έρευνας ήταν να εξετάσει τις μεταβλητές αυτές που σχετίζονταν με το άγχος και την ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού. Μεγάλος μέσος όρος παρατηρήθηκε στην κοινωνική υποστήριξη. Στα αποτελέσματα της έρευνας, οι περισσότεροι εθελοντές παρουσίασαν αγχώδεις διαταραχές και αντιμετώπιζαν στρεσογόνες καταστάσεις που σχετίζονταν με την οικογένεια και τους φίλους παρά για όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά χαρακτηριστικά τους. Επίσης, περισσότερο άγχος εμφάνιζαν ασθενείς με χαμηλότερο εισόδημα (Ayse ,Nuray ,Karanci and Asli, 2007).
Άγχος και θεραπευτικές προσεγγίσεις
Η θεραπευτική προσέγγιση του άγχους του ογκολογικού ασθενούς επιτυγχάνεται με ψυχοθεραπεία βασιζόμενη στη συζήτηση, την κατανόηση και την επεξεργασία των συναισθημάτων και των συμπεριφορών του ασθενούς που συνδέονται με τη νόσο και την φαρμακοθεραπεία.
Η ψυχοθεραπεία περιλαμβάνει την υποστηρικτική ψυχοθεραπεία, η οποία αποσκοπεί στην εκπαίδευση του ασθενούς σχετικά με το πρόβλημα υγείας του, την γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία η οποία βασίζεται στη συνεργασία και στην εμπειρία του ασθενούς για την επισήμανση των δυσλειτουργικών πεποιθήσεων που προκαλούν άγχος και, τέλος την ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία που θα αποκαλύψει το ασυνείδητο νόημα της σωματικής πάθησης για τον ασθενή.
Στην φαρμακοθεραπεία, τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του άγχους στους ασθενείς με καρκίνο είναι κυρίως βενζοδιαζεπίνες, όπως η διαζεπάμη, η αλπραζολάμη,κ.α. και αντικαταθλιπτικά, για την αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού και της μετατραυματικής διαταραχής του stress (PTSD) ,(Μάλλιου-Κριαρά, 2013).
ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ (Μέρος Πρώτο)
(Μέρος Δεύτερο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
(Μέρος Τρίτο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
(Μέρος Πέμπτο) Ψυχολογία ασθενή - ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2018
ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Ανδριώτη Ανδρεάνα
Κούλα Ανδρονίκη
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου