Ο πλανήτης βρίσκεται παγιδευμένος σε μια κατάσταση εφηβικής κρίσης, όπου ο απροκάλυπτος ναρκισσισμός και η ανάγκη για αποδοχή κυριαρχούν.

insidestory
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

α παλιά, αλλά όχι αρχαία χρόνια, η ανερυθρίαστη αυτοπροβολή ήταν για τους καλούς τρόπους ό,τι τα κόκκινα λέιζερ για τις γάτες: κάτι αφόρητο. Η διαρκής απαίτηση της προσοχής των άλλων χωρίς λόγο, χωρίς κριτήριο, χωρίς κάποιο –φαινομενικά έστω– αξιόλογο επίτευγμα που να δικαιολογεί το αυτο-πλασάρισμα ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να εξοστρακιστεί κοινωνικά ο παραβάτης του savoir faire. Ο ναρκισσισμός τότε αποτελούσε εξ ορισμού κουσούρι και όχι κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα. Με την είσοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητα, οι κανόνες προφανώς ξαναγράφτηκαν και οι σέλφι είναι η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό.
Το 2013, το λεξικό της Οξφόρδης ανακήρυξε τη «selfie» ως τη λέξη της χρονιάς και η Google ανακοίνωσε ότι μέσα σε ένα χρόνο 24 δισεκατομμύρια selfies ανέβηκαν στη σχετική εφαρμογή της. Κι ενώ κάποιος θα μπορούσε να πει ότι πρόκειται για ένδειξη κοινωνικότητας και επικοινωνιακής διάθεσης, πολλοί θεωρούν ότι το φαινόμενο σχετίζεται με κάποιες πιο δυσλειτουργικές πτυχές του ψυχισμού του αυτο-μοντέλου, όπως η αυξημένη ανάγκη για προσοχή, ο εγωκεντρισμός, η μοναξιά και άλλα ζητήματα που δεν λύνονται με likes και ψηφιακές καρδούλες. Εξού και κάποιοι πιστεύουν ότι ο πλανήτης πάσχει από «σελφίτιδα».
| Οριακή | 3 σέλφι/ημέρα αλλά δεν τις ποστάρεις |
| Οξεία | 3 σέλφι/ημέρα και τις ποστάρεις |
| Χρόνια | Παίρνεις ασταμάτητα σέλφι και ποστάρεις πάνω από 6/ημέρα |
To 2014 κυκλοφόρησε η φήμη ότι η Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία χαρακτήριζε τη μανία με τις σέλφι ψυχική διαταραχή. Η είδηση αναπαράχθηκε μαζικά ακόμα και από σοβαρά Μέσα χωρίς καμία αμφισβήτηση, καθώς είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι ένας άνθρωπος που δημοσιεύει έξι φωτογραφίες του την ημέρα έχει άλυτα θεματάκια. Αποδείχτηκε ότι ήταν δημιούργημα μιας σατιρικής ιστοσελίδας, όμως όταν η σάτιρα περνάει ως είδηση χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, προκύπτουν ερωτηματικά. Αυτό σκέφτηκαν κάποια μέλη της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας που στα τέλη του 2017 δημοσίευσαν έρευνα που υιοθετούσε τον όρο.
elle-fanning-selfie-cannes.jpg

Οι Κάννες φέτος απαγόρευσαν τις «ασήμαντες» selfies στο κόκκινο χαλί.
Για όσους δεν συμμετέχουν ενεργά στο πανηγύρι της ακατάσχετης αυτοπροβολής, οι σέλφι είναι μια μάλλον αστεία, άνευ σημασίας υπόθεση. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί κανείς να διασκεδάσει με την απροκάλυπτη ματαιοδοξία του εθισμού στις αυτοπροσωπογραφίες, ειδικά όταν δεν συνοδεύεται από γονιδιακή ή αισθητική καλοτυχία. Στη χειρότερη, μπορεί να ενοχληθεί από τις εγωκεντρικές προθέσεις και την αγένεια που συνομολογείται και απλά να διαγράψει αυτή την ενόχληση από το feed του. Για τους νορμάλ φίλους των σέλφι, που θα ανεβάσουν μεν φωτογραφίες τους στα κοινωνικά δίκτυα αλλά δεν θα βομβαρδίσουν το timeline των φίλων τους με τριάντα διαφορετικές λήψεις κάθε εβδομάδα, είναι ένας υγιής τρόπος επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης (κατά κανόνα απείρως πιο αποτελεσματικός από εκείνον που χρησιμοποιούν όσοι δημοσιεύουν γατάκια, τριαντάφυλλα και γλυκές καλημέρες-καληνύχτες). Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που το παρακάνουν.
Ο νεαρός Ντάνι Μπόουμαν έγινε πρωτοσέλιδο ως ο πρώτος εθισμένος στις σέλφι Βρετανός. Ο Μπόουμαν, σπαταλούσε δέκα ώρες την ημέρα τραβώντας φωτογραφίες τον εαυτό του με το iΡhone και μετά από εντατικό φιλτράρισμα και ρετούς ανέβαζε περίπου 200 από αυτές. Κλείστηκε στο σπίτι του για έξι μήνες, σταμάτησε το σχολείο στα 16 κι έχασε 15 κιλά προκειμένου να βελτιώσει την εικόνα του (για να βγάλει φωτογραφίες). Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, εξήγησε: «Προσπαθούσα συνέχεια να βγάλω την τέλεια σέλφι και όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ, ήθελα να πεθάνω. Έχασα τους φίλους μου, την μόρφωσή μου, την υγεία μου και παρά λίγο τη ζωή μου».
Ακροβατώντας μεταξύ τραγικού και κωμικού, το τέλος της ιστορίας του Μπόουμαν γράφτηκε στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε και η θεραπεία “απεξάρτησής” του ξεκίνησε με το να του στερούν το τηλέφωνο σταδιακά, ξεκινώντας από δέκα λεπτά την ημέρα. Ο Μπόουμαν είχε ξεκινήσει τις σέλφι στα 15 και υπέφερε όταν οι φίλοι του σχολίαζαν αρνητικά την εμφάνισή του, ενώ στην κατάρρευσή του έπαιξε ρόλο και η απόρριψη ενός πρακτορείου όταν προσπάθησε να γίνει μοντέλο. Γιατί φυσικά ήθελε να γίνει μοντέλο.
Όπως σε όλη την υπόλοιπη ψηφιακή μας ζωή, έτσι και στις σέλφι η εικόνα φιλτράρεται και ωραιοποιείται για να ανταποκριθεί σε ιδεώδη που δύσκολα κατακτώνται και σχεδόν ποτέ δεν είναι 100% αληθινά, ακόμα κι αν (ή καλύτερα ειδικά όταν) πρόκειται για πρωταθλητές του είδους, όπως η Κιμ Καρντάσιαν ή οι άπειρες διασημότητες του instagram με ταλέντο στη ματαιοδοξία και το ρετούς. Η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια και φιλόσοφος Έλσα Γκοντάρ, που έγραψε το βιβλίο Je selfie donc je suis (Βγάζω σέλφι άρα υπάρχω), αναφέρεται στη διαφοράτης εικόνας στην πραγματική ζωή και της εικόνας μέσα από την οθόνη του smartphone και βρίσκει ανησυχητικό το φαινόμενο να είναι περισσότερο αρεστή η τελευταία, όπου η τελειότητα επιτυγχάνεται χωρίς να χρειαστεί να κάνει κάποιος απολύτως τίποτα, ούτε καν να βγει από το σπίτι του. Σημειώνει εύστοχα ότι η κοινωνία βρίσκεται παγιδευμένη σε μια κατάσταση εφηβικής κρίσης, όπου προφανώς ο απροκάλυπτος ναρκισσισμός και η ανάγκη για αποδοχή είναι αναμενόμενα, αλλά σε μεγαλύτερες ηλικίες είναι ανησυχητικά και, για τους λιγότερο ευαίσθητους, απλά ενοχλητικά.
Ένα νέο βίντεο των Erin Brethauer και Tim Hussin από τη σειρά Obsessions του New Yorker θέτει αυτό το σύμβολο του μιλένιαλ ναρκισισμού στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης πολιτιστικής ιστορίας. Ο Will Storr, συγγραφέας του Selfie: How We Became So Self-Obsessed and What It’s Doing to Us, εντοπίζει τις αρχές της κουλτούρας των selfies στο κίνημα αυτοπεποίθησης των τελών των ’80s και αρχών ’90s: «Τον κόσμο κυρίευσε αυτή τη τρελή ιδέα ότι για να απελευθερωθούμε από όλα μας τα κοινωνικά προβλήματα, από την χρήση ναρκωτικών έως την ενδοοικογενειακή βία, αρκεί να πιστέψουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί και καταπληκτικοί». Μια τάση που βρήκε ακραία εφαρμογή πάνω στους μιλένιαλς.
Η καθηγήτρια ψυχολογίας Jean Twenge, πάνω στο βιβλίο iGen της οποίας βασίστηκε το viral άρθρο «Κατέστρεψαν τα smartphones μια ολόκληρη γενιά;» του Atlantic, πιστεύει ότι οι «μιλένιαλ μεγάλωσαν με γονείς που υπερτόνισαν τις έννοιες της αυτοπεποίθησης και ευτυχίας σε μια εποχή αποκεντρωμένης εξουσίας, άβαταρ και ριάλιτι τηλεόρασης. Τώρα εκείνοι πρέπει να χαμηλώσουν τις προσδοκίες τους και να περάσουν ένα λαμπερό φίλτρο στα αυτοπορτρέτα τους προκειμένου να καταφέρουν να λειτουργήσουν ως ενήλικες».
Τα κάθε λογής beautifiers (ομορφοποιητές, σε ελεύθερη μετάφραση) με τα οποία είναι εξοπλισμένα σχεδόν όλα τα κινητά, δεν βοηθούν την κατάσταση σε ό,τι αφορά στη σουρεαλιστική εικόνα που σχηματίζει κάποιος για την εμφάνισή του από τις σέλφι και όχι από τον παλιό καλό καθρέφτη. Στην πραγματική ζωή, όπου είσαι αναγκασμένος να κυκλοφορείς χωρίς φίλτρο, η απογοήτευση είναι δεδομένη, αφού τα δεκάδες ψηφιακά likes δεν μετουσιώνονται σε τίποτα απολύτως –κι αν λάβει κανείς υπόψη ότι μπαράζ από σέλφι κάνουν συνήθως άνθρωποι που έχουν ανάγκη θαυμασμό και αποδοχή, είναι μάλλον μπούμερανγκ.
Η σέλφι που ανέβασε η Κιμ Καρντάσιαν την εποχή που το instagram είχε πια συνεπάρει η Μέγκαν Μαρκλ.
Το πόσο σοβαρά παίρνουν ορισμένοι το ζήτημα της τέλειας σέλφι φαίνεται κωμικό, αλλά έχει και προεκτάσεις που ξεπερνούν τον ορισμό της τραγωδίας. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, από το Μάρτιο του 2014 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017, 127 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να βγάλουν μια καλή φωτογραφία του εαυτού τους, που εξελίχθηκε σε killfie. Τρία τέταρτα εξ αυτών ήταν κάτω των 29 ετών και οι περισσότεροι σκοτώθηκαν πέφτοντας από μεγάλο ύψος, όπου ήθελαν να ποζάρουν χωρίς να υπολογίσουν τον κίνδυνο. Ενδεικτικά, ένα ζευγάρι Πολωνών έπεσε στον Ατλαντικό από έναν γκρεμό στην Πορτογαλία μπροστά στα δύο παιδιά του. Δύο άτομα σκοτώθηκαν όταν το μικρό αεροσκάφος στο οποίο επέβαιναν συνετρίβη επειδή ο ένας από αυτούς ήταν ο πιλότος και έβγαζε σέλφι. Στη Ρωσία δυο νεαροί έχασαν τη ζωή τους όταν πόζαραν χαμογελαστοί πριν τραβήξουν την περόνη μιας χειροβομβίδας που φυσικά εξερράγη. Η πλήρης λίστα είναι μακριά και καταθλιπτική και θα μεγαλώνει όσο υπάρχουν ανόητοι άνθρωποι που θα βάζουν μια ετικέτα σαν το #drivingselfie και μερικά likes πάνω από την κοινή λογική.
Σίγουρα, οι σέλφι ως κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι θανάσιμος κίνδυνος, αλλά μάλλον μια ακόμα εκδήλωση της “κουλτούρας του Εγώ”, που ευνοεί το ναρκισσισμό, τη ματαιοδοξία, την ανάγωγη υπερέκθεση και αυτοαναφορικότητα. Και μερικές φορές, ο εθισμός στον αγώνα του να τραβήξει κανείς την προσοχή στην εικόνα του, οδηγεί σε εντυπωσιακά βατερλό κριτικής σκέψης. Όπως στην περίπτωση της έφηβης Μπριάνα Μίτσελ που δημοσίευσε μια φωτογραφία της όπου ποζάρει χαμογελαστή στο Άουσβιτς και με ένα επίσης χαμογελαστό emoji για όποιον δεν κατάλαβε τη χαρά της, και δήλωσε πως δεν το μετανιώνει καθόλου. Στη λίστα με τις πιο ανάρμοστες σέλφι θα δει κανείς από εφήβους σε κηδείες, τουρίστες σε μέρη όπου έγιναν τρομοκρατικές επιθέσεις, επιβάτες αεροσκάφους εν μέσω αεροπειρατείας, στην επιμνημόσυνη δέηση για το Νέλσον Μαντέλα. Παράλληλα, στις αρχές του 2017 μια γυναίκα κατέστρεψε τέχνη αξίας $200.000 προσπαθώντας να βγάλει την τέλεια σέλφι, και σε μια άλλη περίπτωση προκλήθηκε ζημιά $800.000 σε έργο της Γιαγιόι Κουσάμαπάλι για τον ίδιο λόγο.
Για τους περισσότερους ενήλικες, ο εθισμός κάποιου στις σέλφι δεν δημιουργεί τίποτα περισσότερο από ένα τεράστιο βαρετό άλμπουμ από φωτογραφίες που κανείς δεν θέλει πραγματικά να δει, όμως, ιδιαίτερα μεταξύ ενηλίκων, ειδική μνεία αξίζει σε όσους δημοσιεύουν συχνά σέλφι τους διαφημίζοντας προϊόντα, χωρίς να είναι η Κάιλι Τζένερ. Αυτό το άγαρμπο μάρκετινγκ μετατρέπει ουσιαστικά τους φίλους σε πελάτες, αλλά ανταμείβεται συνήθως από ελάχιστα likes, καθώς το facebook, για παράδειγμα, παρέχει τη δυνατότητα να παραμείνεις φίλος με κάποιον χωρίς να βλέπεις ποτέ τις δημοσιεύσεις του που είναι πιο εμπορικές απ’ όσο η ευγένεια επιτρέπει. Όμως η ετικέτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση, ως επί το πλείστον χαμένη.
Αλίνα Χατζιδάκιinsidestory
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου