Σελίδες

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Παρηγορητική Φροντίδα - Διαχείριση των συμπτωμάτων (Μέρος Τέταρτο)

Σχετική εικόνα

Διαχείριση των συμπτωμάτων 

Ο έλεγχος των συμπτωμάτων αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της παρηγορητικής φροντίδας και θα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή. 
Προτείνεται να εφαρμόζονται από τον οικογενειακό γιατρό οι παρακάτω βασικοί κανόνες: 

 Να προχωρά με προσοχή στη διάγνωση της αιτίας του συμπτώματος. 
 Να εξηγεί το σύμπτωμα στον ασθενή. 
 Να συζητά με τον ασθενή τις θεραπευτικές επιλογές. 
 Να θέτει ρεαλιστικούς στόχους. 
 Να είναι έτοιμος για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αναμένεται να εμφανιστούν. 
 Να προβαίνει σε τακτική ανασκόπηση της κατάστασης. Στη συνέχεια, γίνεται σύντομη συζήτηση για την προτεινόμενη αντιμετώπιση ορισμένων συμπτωμάτων που μπορεί να κληθεί να αντιμετωπίσει ο οικογενειακός γιατρός όταν παρακολουθεί ασθενείς τελικού σταδίου (Simon, Everitt, van Dorp, & Burke, 2014). 

Πόνος 

Η αντιμετώπιση του πόνου αποτελεί το βασικότερο μέρος της παρηγορητικής φροντίδας. Ο πόνος στον ασθενή τελικού σταδίου οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες, τόσο σωματικούς όσο και ψυχολογικούς. Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να διερευνά, ώστε να εντοπίσει τους παράγοντες αυτούς και να τους αντιμετωπίσει. 

Εκτός από την επιμέρους αντιμετώπιση των παραγόντων που μπορεί να προκαλούν πόνο στον 197 ασθενή τελικού σταδίου, έχει προταθεί η κλιμάκωση της φαρμακευτικής αντιμετώπισης του πόνου με τα παρακάτω βήματα: 

 Βήμα 1ο : Μη οπιούχα αναλγητικά. 
 Βήμα 2ο : Ήπια οπιούχα σε συνδυασμό με μη οπιούχα αναλγητικά. 
 Βήμα 3ο : Ισχυρά οπιούχα σε συνδυασμό με μη οπιούχα αναλγητικά. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να παραπέμψει τον ασθενή σε ειδικό ιατρείο αντιμετώπισης του πόνου, όταν το σύμπτωμα επιμένει παρά τη λήψη των σχετικών μέτρων αντιμετώπισης. 

Αναλυτική, τεκμηριωμένη πληροφορία για την αντιμετώπιση του πόνου και σε ασθενείς τελικού σταδίου υπάρχει στον ιστότοπο: http://www.medicine.ox.ac.uk/bandolier/booth/painpag/ 


 Αδυναμία, κόπωση και ληθαργικότητα 

Η αδυναμία, η κόπωση και η ληθαργικότητα αποτελούν συμπτώματα όλων σχεδόν των ασθενών με νόσο τελικού σταδίου. 

Οι αναστρέψιμες αιτίες για τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν τα παρακάτω: 

 Φάρμακα: οπιούχα αναλγητικά, βενζοδιαζεπίνες, στεροειδή (προκαλούν αδυναμία των εγγύς μυών), διουρητικά (προκαλούν αφυδάτωση και ηλεκτρολυτικές διαταραχές), αντιυπερτασικά (προκαλούν ορθοστατική υπόταση). 
 Συναισθηματικές διαταραχές: κατάθλιψη, άγχος, φόβος, απάθεια. 
 Μεταβολικές διαταραχές: υπερασβεστιαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ουραιμία, ηπατική νόσος, θυρεοειδική δυσλειτουργία. 
 Αναιμία. 
 Κακή θρέψη. 
 Αυξημένη ενδοκράνια πίεση (προκαλεί μόνο ληθαργικότητα). 
 Λοίμωξη. 
 Παρατεταμένος κλινοστατισμός. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να εντοπίσει και να θεραπεύσει τις πιθανές αναστρέψιμες αιτίες. Χρειάζεται να φροντίσει ώστε τόσο ο ασθενής όσο και οι άνθρωποι που τον φροντίζουν να έχουν την αναγκαία ψυχολογική υποστήριξη. Μπορεί, ακόμη, να προτείνει φυσικοθεραπεία, καθώς και βοηθητικά μέσα και συσκευές ή και αλλαγές στον χώρο διαβίωσης του ασθενή. 

Η συνεργασία με ψυχολόγους, φυσικοθεραπευτές και εργοθεραπευτές μπορεί να συμβάλει στην εξεύρεση λύσεων για τα συμπτώματα του ασθενή. 

Ναυτία και έμετος 

Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να συστήσει στον ασθενή να τρώει μικρά και συχνά γεύματα σε ένα ευχάριστο περιβάλλον. 

Οι γενικές αρχές στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου είναι οι ακόλουθες: 

 Εκτίμηση της πιθανής αιτίας: τοξίνες, μεταβολικά αίτια, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, αύξηση ενδοκράνιας πίεσης, άγχος, φόβος ή πόνος, αλλαγή θέσης σώματος, κίνηση, γαστρική στάση, γαστρικός ερεθισμός, δυσκοιλιότητα, εντερική απόφραξη, βήχας. 
 Ανασκόπηση των φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής: φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής και ενδέχεται να προκαλούν τα συμπτώματα, αντιεμετικά φάρμακα που έλαβε ο ασθενής στο παρελθόν για τα ίδια συμπτώματα και η αποτελεσματικότητά τους. 
 Μη φαρμακευτικά μέτρα: αποφυγή δυσάρεστων οσμών, τεχνικές χαλάρωσης, απόσπαση της προσοχής του ασθενή σε άλλα θέματα, διαχείριση του άγχους. 
 Συχνή επανεκτίμηση: αποτελεσματικότητα των χορηγούμενων αντιεμετικών φαρμάκων, παρακολούθηση της αιτίας που προκάλεσε τα συμπτώματα. 198 

Για την αντιμετώπιση της ναυτίας, μπορεί να γίνει από του στόματος χορήγηση αντιεμετικών. Εάν ο ασθενής συνεχίζει τους εμέτους παρά τα αντιεμετικά δισκία, θα χρειαστούν αντιεμετικά με παρεντερική χορήγηση. 

Δυσκοιλιότητα 

Η δυσκοιλιότητα αποτελεί ένα από τα συχνά συμπτώματα των ασθενών κατά την παρηγορητική φροντίδα. 

Η δυσκοιλιότητα στους υπερηλίκους και σε ευάλωτους ασθενείς εκδηλώνεται με ασαφή εικόνα που περιλαμβάνει: 
 σύγχυση, 
 κατακράτηση ούρων, 
 κοιλιακό άλγος, 
 διάρροια από υπερχείλιση, 
 απώλεια όρεξης, 
 ναυτία και εμέτους. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να αναζητήσει την πιθανή αιτία της δυσκοιλιότητας, ενώ μπορεί να προλάβει την εμφάνισή της με τη χορήγηση των κατάλληλων φαρμάκων σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν δυσκοιλιότητα, όπως για παράδειγμα οι ασθενείς που λαμβάνουν ναρκωτικά αναλγητικά. 

Οφείλει να συμβουλεύσει για τροποποίηση της δίαιτας και καλή ενυδάτωση, όταν οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν ρυθμιστεί κατάλληλα για τον ασθενή. Μπορεί, επίσης, να προτείνει από του στόματος φάρμακα (μαλακτικά κοπράνων, ερεθισματαγωγά των εντερικών κινήσεων ή συνδυασμό αυτών). 

Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, θα χρειαστεί να χορηγήσει φάρμακα από το ορθό με τη μορφή υπόθετου ή υποκλυσμού. 

Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία ότι η δυσκοιλιότητα αποτελεί σύμπτωμα συμπίεσης του νωτιαίου μυελού, ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε πλήρη νευρολογικό έλεγχο. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να προσπαθήσει να βρει αν υπάρχει πιθανή αιτία για τη δυσκοιλιότητα. Μπορεί να προλάβει την εμφάνισή της με τη χορήγηση φαρμάκων σε ασθενείς που έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν δυσκοιλιότητα, π.χ., σε ασθενείς που λαμβάνουν ναρκωτικά αναλγητικά. Οφείλουν να συμβουλεύσουν για τροποποίηση της δίαιτας και για καλή ενυδάτωση όταν οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν ρυθμιστεί κατάλληλα για τον ασθενή. Μπορούν να προτείνουν από του στόματος φάρμακα (μαλακτικά κοπράνων, ερεθισματαγωγά των εντερικών κινήσεων ή συνδυασμό τους). 

Σε ανθεκτικές περιπτώσεις θα χρειαστεί να χορηγήσουν φάρμακα από το ορθό με τη μορφή υπόθετου ή υποκλυσμού. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία ότι η δυσκοιλιότητα αποτελεί σύμπτωμα συμπίεσης του νωτιαίου μυελού, ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε πλήρη νευρολογικό έλεγχο. 

Ανορεξία 

Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να προτείνει μικρά και συχνά γεύματα. Μπορεί, επίσης, να συμβουλεύσει την οικογένεια να δίνει στον ασθενή να φάει ό,τι εκείνος επιθυμεί. 

Υπάρχουν ορισμένα υποκείμενα προβλήματα τα οποία μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνιση ανορεξίας και τα οποία οφείλει να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει ο οικογενειακός γιατρός. 

Τέτοια προβλήματα είναι: 
 η ναυτία, 
 τα στοματικά προβλήματα, 
 ο πόνος, 
 το άγχος και 
 η κατάθλιψη. 199 

Ξηροστομία – στοματικά έλκη 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να τονίσει πως η στοματική υγιεινή είναι πολύ σημαντική για τον ασθενή τελικού σταδίου. 

Μπορεί να προτείνει την αποφυγή παραγόντων που ξηραίνουν το στόμα και σε συνεργασία με τον οδοντίατρο να καθοδηγήσουν τον ασθενή στον κατάλληλο καθαρισμό των δοντιών και της γλώσσας. Μπορεί, επίσης, να προτείνει τη χρήση στοματικών διαλυμάτων απολύμανσης. 

Θα χρειαστεί να εκπαιδεύσει τον ασθενή, ούτως ώστε να κοιτάζει καθημερινά τη στοματική κοιλότητα για την πιθανή εμφάνιση στοματικών εξελκώσεων ή λευκωπού επιχρίσματος. 

Οφείλει να αντιμετωπίσει πιθανή μυκητίαση ή έλκη και να ελαττώσει με παρεμβάσεις την ξηρότητα στην περιοχή της στοματικής κοιλότητας. 

Διάρροια 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να αναζητήσει την αιτία. 

Επίσης, χρειάζεται να διευκρινίσει ο ασθενής ή ο άνθρωπος που τον φροντίζει πώς προσδιορίζει το σύμπτωμα αυτό. 

Η διάρροια ως σύμπτωμα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα στη φροντίδα των ασθενών τελικού σταδίου, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει και ακράτεια κοπράνων. 

Η αποκατάσταση των υγρών και ο αποκλεισμός της λοίμωξης αποτελούν τα πρώτα βήματα στην αντιμετώπιση της διάρροιας. 

Ο οικογενειακός γιατρός χρειάζεται να αποκλείσει την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα σε ασθενείς που είχαν λάβει πρόσφατα θεραπεία με αντιβιοτικά. 

Επιπλέον, θα χρειαστεί να διευκρινίσει αν το σύμπτωμα είναι διάρροια λόγω υπερχείλισης σε έδαφος δυσκοιλιότητας ή οφείλεται σε υπερβολική χρήση καθαρτικών ή φαρμάκων που μπορεί να προκαλέσουν διάρροια. 

Άλλα αίτια διάρροιας σε ασθενείς τελικού σταδίου είναι η προηγηθείσα ακτινοθεραπεία και η δυσαπορρόφηση των λιπών λόγω έλλειψης παγκρεατικών ενζύμων σε ασθενείς με καρκίνο του παγκρέατος. 

Συμπτωματική θεραπεία της διάρροιας σε ασθενείς τελικού σταδίου μπορεί να γίνει με χορήγηση κωδεΐνης ή λοπεραμίδης. Χρειάζεται παραπομπή σε ειδικό ογκολόγο όταν το σύμπτωμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. 

Βήχας και δύσπνοια 

Ο βήχας είναι ένα σύμπτωμα ιδιαίτερα ενοχλητικό για τον ασθενή. Παρατεταμένα επεισόδια με βήχα εξουθενώνουν τον ασθενή και προκαλούν φόβο, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από αίσθημα δύσπνοιας ή αιμόπτυση. 

Οι αναστρέψιμες αιτίες βήχα σε ασθενείς τελικού σταδίου περιλαμβάνουν: 

 λοίμωξη, 
 κακοήθη βρογχική απόφραξη ή πνευμονικές μεταστάσεις,  βρογχόσπασμο, 
 γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, 
 εισρόφηση, 
 λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων, όπως για παράδειγμα αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου, 
 θεραπεία, όπως για παράδειγμα ακτινοβολία σε όλο το σώμα, 
 καρδιακή ανεπάρκεια, 
 εκκρίσεις και 
 καντιντίαση φάρυγγα. 

Η δύσπνοια εμφανίζεται ως σύμπτωμα σε ποσοστό 70% των ασθενών τελικού σταδίου και συνήθως οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Πάντα εμπεριέχει ένα ψυχολογικό στοιχείο, καθώς το αίσθημα που έχει ο ασθενής ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει προκαλεί φόβο. 

Τα αίτια δύσπνοιας περιλαμβάνουν: 

 λεμφαδενοπάθεια, 
 καρκίνο του πνεύμονα με ή χωρίς απόφραξη της άνω κοίλης φλέβας, 
 θωρακικό άλγος, 
 δευτεροπαθείς μεταστάσεις στον πνεύμονα, 
 πλευριτική συλλογή, 200 
 αδυναμία του διαφράγματος λόγω παράλυσης του φρενικού νεύρου ή πίεσής του από την ύπαρξη ασκίτη, 
 αδυναμία των αναπνευστικών μυών (π.χ., νόσος του κινητικού νευρώνα), 
 πνευμονική ίνωση, 
 καρκινωματώδη λεμφαγγειίτιδα, 
 χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή άσθμα, 
 καρδιακή ανεπάρκεια, 
 αρρυθμίες, 
 περικαρδιακή συλλογή, 
 πνευμονική εμβολή, 
 σύμπτυξη του πνεύμονα, 
 πνευμονία, 
 μεσοθηλίωμα, 
 αναιμία, 
 ουραιμία, 
 άγχος, 
 προηγούμενο χειρουργείο (λοβεκτομή ή πνευμονεκτομή),  προηγηθείσα ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία (πνευμονίτιδα ή ίνωση). 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να αποκλείσει την ύπαρξη των προηγούμενων αιτιών σε έναν ασθενή τελικού σταδίου με βήχα ή δύσπνοια. Αν διαπιστωθεί πως τα συμπτώματα αυτά οφείλονται σε κάποιο από τα προηγούμενα αίτια, οφείλει να προχωρήσει στην κατάλληλη αντιμετώπισή του. 

Σε κάθε περίπτωση, ο γιατρός επιβάλλεται να καθησυχάσει τον ασθενή και να του εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εμφανίζει βήχα ή δύσπνοια. 

Αφού αποκλειστούν αίτια που απαιτούν συγκεκριμένη θεραπεία, ο οικογενειακός γιατρός χρειάζεται να προτείνει στον ασθενή τρόπους τους οποίους μπορεί να εφαρμόσει στην καθημερινότητά του για να ελαττώνει το σύμπτωμα, όπως για παράδειγμα τη διατήρηση μιας μη κατακεκλιμένης θέσης. 

Οι αναπνευστικές ασκήσεις μπορεί, επίσης, να βοηθήσουν και, γι’ αυτό, η συμβολή ενός φυσικοθεραπευτή είναι σημαντική. 

Η εισπνοή ατμού ή φυσιολογικού ορού σε νεφελοποιητή μπορεί να μαλακώσει πιθανές κολλώδεις εκκρίσεις. Ο αερισμός προς το πρόσωπο του ασθενή με τη βοήθεια ανεμιστήρα ή με ένα ανοιχτό παράθυρο στο δωμάτιο που βρίσκεται μπορεί, επίσης, να μειώσει τα συμπτώματα. 

Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να ξεκινήσει τη θεραπεία, χωρίς να χρειάζεται πάντα να παραπέμψει τον ασθενή σε ειδικό ογκολόγο, για αίτια όπως τα ακόλουθα: 

 Λοιμώξεις αναπνευστικού: χρήση νεφελοποιητών και αντιβιοτικών, όταν χρειάζεται. 
 Οπισθοφαρυγγικές εκκρίσεις: χρήση εισπνοών ατμού, ρινικών εισπνοών, κορτικοστεροειδών και αντιβιοτικών, όταν χρειάζεται. 
 Ερεθισμός του λάρυγγα: χρήση εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών. 
 Βρογχόσπασμο: χρήση βρογχοδιασταλτικών και εισπνεόμενων ή από του στόματος κορτικοστεροειδών. 
 Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: χρήση αντιόξινων. 

Σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, ο οικογενειακός γιατρός χρειάζεται να παραπέμψει τον ασθενή σε ειδικό ογκολόγο για την αντιμετώπιση του βήχα ή της δύσπνοιας που προέρχονται από τη νόσο. 

Κάποιες φορές, υπάρχει ανάγκη για άμεση παρέμβαση του οικογενειακού γιατρού σε ασθενείς που εμφανίζουν έντονο εισπνευστικό συριγμό (stridor) λόγω απόφραξης μιας μεγάλης αεροφόρου οδού, όπως για παράδειγμα σε ασθενείς με καρκίνο του λάρυγγα. Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης μπορεί να ανακουφίσει το σύμπτωμα. 

Στη συνέχεια, ο ασθενής θα χρειαστεί παραπομπή σε ειδικό ογκολόγο για περαιτέρω αντιμετώπιση. 

Σε περίπτωση που ο έντονος εισπνευστικός συριγμός αποτελεί το τελικό σύμπτωμα πριν από τον θάνατο, ο οικογενειακός γιατρός δεν χρειάζεται να παραπέμψει τον ασθενή, αλλά μπορεί να βοηθήσει με τη χορήγηση κατασταλτικών φαρμάκων. 201 

Κακοήθης ασκίτης 

Αποτελεί συχνή επιπλοκή σε ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών. Το σύμπτωμα που αναφέρει συνήθως ο ασθενής είναι η διάταση της κοιλιάς. Ο οικογενειακός γιατρός, μετά τη διάγνωση του ασκίτη, χρειάζεται να παραπέμψει τον ασθενή για αντιμετώπιση. 

Η διαχείριση του ασκίτη σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μπορεί να περιλαμβάνει τα εξής: 

 Αντιμετώπιση του αισθήματος δυσφορίας λόγω του ασκίτη με τη χορήγηση αναλγητικών. 
 Χρήση διουρητικών όπως η φουροσεμίδη με ή χωρίς σπιρονολακτόνη: συνήθως απαιτείται μία εβδομάδα για να έχουν το μέγιστο αποτέλεσμα. Χρειάζεται να προηγηθεί μέτρηση της αλβουμίνης του ορού, καθώς μπορεί να επιδεινώσουν τον ασκίτη σε ασθενείς με υποαλβουμιναιμία.  Αντιμετώπιση της πίεσης που μπορεί να αισθάνεται ο ασθενής στο επιγάστριο με τη χορήγηση προκινητικών φαρμάκων. 

Η συχνότητα της παρακέντησης εξαρτάται από τη συχνότητα επανεμφάνισης του ασκίτη. 

Φάρμακα όπως η σπιρονολακτόνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ένα θειαζιδικό διουρητικό ή ένα διουρητικό της αγκύλης μπορεί να βοηθήσουν. 

Αυξημένη ενδοκράνια πίεση 

Η αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης είναι συχνή συνέπεια σε ασθενείς με πρωτοπαθείς ή δευτεροπαθείς όγκους του εγκεφάλου. 

Η κλινική εικόνα με την οποία εμφανίζεται ο ασθενής μπορεί να περιλαμβάνει: 

κεφαλαλγία που επιδεινώνεται κατά την κατάκλιση, 
 εμέτους, 
 σύγχυση, 
 διπλωπία, 
 σπασμούς και 
 οίδημα οπτικής θηλής. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να παραπέμψει επειγόντως τον ασθενή για αντιμετώπιση σε νευροχειρουργό. Αν δεν ενδείκνυται άλλη θεραπεία για τον ασθενή, ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία που περιλαμβάνει την ανύψωση του στρώματος από την πλευρά της κεφαλής, την έναρξη δεξαμεθαζόνης και την αναλγητική αγωγή. 

Όσον αφορά τη χρήση δεξαμεθαζόνης, συνιστάται η διακοπή της, αν δεν υπάρχει ανταπόκριση σε μία εβδομάδα. 

Δερματικά έλκη 

Σε κατακεκλιμένους ασθενείς αναπτύσσονται πολύ συχνά έλκη λόγω της πίεσης. Η ευπάθεια και η συνύπαρξη ακράτειας σε αρκετές περιπτώσεις αποτελούν παράγοντες υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη ελκών από πίεση στους ασθενείς τελικού σταδίου. 

Πιθανά σημεία πίεσης με συνέπεια τη νέκρωση του δέρματος είναι η περιοχή της ωμοπλάτης, οι αγκώνες, η σπονδυλική στήλη, οι γλουτοί, τα γόνατα, η περιοχή της ποδοκνημικής άρθρωσης και οι πτέρνες. 

Στους ασθενείς τελικού σταδίου τα έλκη από πίεση επουλώνονται με αργό ρυθμό και αποτελούν αίτιο δυσφορίας και άγχους τόσο για τον άρρωστο όσο και για τον άνθρωπο που τον φροντίζει. 

Η ύπαρξη ελκών από πίεση μπορεί να προκαλέσει ενοχές στον άνθρωπο που φροντίζει τον ασθενή, καθώς εκλαμβάνεται ως ένδειξη κακής ποιότητας φροντίδας. 

Είναι πολύ σημαντική η προσπάθεια πρόληψης των ελκών από πίεση με τη χρήση προστατευτικών στρωμάτων και μαξιλαριών, με συμβουλές σχετικά με τη διαχείριση πιθανής ακράτειας, καθώς και με συμβουλές για συχνή μετακίνηση και αλλαγή θέσης του ασθενή. 

Ο οικογενειακός γιατρός ενημερώνει τους ανθρώπους που φροντίζουν τον ασθενή τελικού σταδίου να ζητούν βοήθεια για την αντιμετώπιση κόκκινων κηλίδων στο δέρμα που δεν υποχωρούν 202 σε 24 ώρες. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να αντιμετωπίζει επιθετικά τα έλκη από πίεση και να παραπέμπει τον ασθενή σε περίπτωση που δεν υποχωρούν. 

Τα εκτεταμένα έλκη έχουν σοβαρή επίπτωση στην ποιότητα ζωής των ασθενών. 

Οι ασθενείς με νόσο σε προχωρημένο στάδιο έχουν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη και τη δύσκολη ίαση των ελκών. 

Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την ακινητοποίηση, την κακή θρέψη, τη διήθηση και τις εύκολες ρήξεις του δέρματος λόγω της ύπαρξης κακοήθειας. Ο κύριος στόχος είναι η ανακούφιση του ασθενή. 

Η ίαση αποτελεί δευτερεύοντα στόχο, καθώς πολλές φορές μπορεί να μην είναι εφικτή. Προτείνεται η περιποίηση να παρέχεται από προσωπικό που έχει εκπαιδευθεί στη διαχείριση των ελκών σε ασθενείς τελικού σταδίου. 

Ομάδες που δραστηριοποιούνται στην παροχή παρηγορητικής φροντίδας, συνήθως, περιλαμβάνουν νοσηλευτές με επαρκή γνώση στη φροντίδα των ελκών. 

Άγχος και κατάθλιψη 

Όλοι οι ασθενείς με νόσο τελικού σταδίου, κατά περιόδους, αισθάνονται άγχος για διάφορους λόγους. Συνήθως, φοβούνται την αδυναμία να ελέγξουν τα συμπτώματα ή την πιθανότητα να πεθάνουν μόνοι. Όταν το άγχος επηρεάζει την ποιότητα ζωής, ο οικογενειακός γιατρός θα χρειαστεί να παρέμβει. 

Τα μη φαρμακευτικά μέτρα περιλαμβάνουν: 

 Αναγνώριση του άγχους που έχει ο ασθενής. 
 Επαρκείς απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που θέτει ο ασθενής και γραπτή πληροφόρηση, όταν χρειάζεται. 
 Υποστήριξη με όποιον τρόπο είναι διαθέσιμος: ομάδες αυτοβοήθειας, μονάδες ημερήσιας φροντίδας, ομάδες ασθενών, εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. 
 Εκπαίδευση του ασθενή, ώστε να καταφέρνει να χαλαρώνει και να ελέγχει την αναπνοή του. 
 Άλλες δραστηριότητες: αρωματοθεραπεία, καλλιτεχνική ενασχόληση, φυσική άσκηση. 

Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να χρησιμοποιήσει και φαρμακευτικά μέτρα: Η χορήγηση βενζοδιαζεπίνης συνιστάται στην αντιμετώπιση του άγχους, κυρίως στην οξεία φάση. Σε χρόνιο άγχος συνιστάται η χρήση αντικαταθλιπτικών. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να παραπέμψει τον ασθενή για αντιμετώπιση, αν δεν ανταποκρίνεται στη λήψη απλών μέτρων για το άγχος. 

Η διάγνωση της κατάθλιψης είναι αρκετά δύσκολη στους ασθενείς τελικού σταδίου. Περίπου το 10- 20% των ασθενών τελικού σταδίου εμφανίζουν κατάθλιψη. Η λύπη είναι κάτι συνηθισμένο στους εν λόγω ασθενείς. 

Επίσης, πολλά συμπτώματα που έχουν οι ασθενείς τελικού σταδίου, όπως για παράδειγμα η ανορεξία, αποτελούν και συμπτώματα της κατάθλιψης. 

Για τον λόγο αυτόν, τα ερωτηματολόγια που χρησιμοποιούνται στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας για την πιθανή διάγνωση της κατάθλιψης δεν βοηθούν στην περίπτωση των ασθενών τελικού σταδίου. 

Επιπλέον, ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να ρωτήσει ευθέως τον ασθενή για την ύπαρξη αυτοκτονικού ιδεασμού. 

Για την αντιμετώπιση πιθανής κατάθλιψης, ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να συστήσει τα παρακάτω μη φαρμακευτικά μέτρα: 

 Υποστήριξη του ασθενή με όποιον τρόπο είναι διαθέσιμος: ομάδες αυτοβοήθειας, μονάδες ημερήσιας φροντίδας, ομάδες ασθενών, εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. 
 Χαλάρωση, καθώς αυξάνει το αίσθημα ελέγχου της κατάστασης από τον ασθενή. 
 Επαρκείς εξηγήσεις για τις ανησυχίες, τα προβλήματα και τους φόβους του για το μέλλον. 
 Δραστηριότητες: φυσική άσκηση, γράψιμο. 

Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να δοκιμάσει τη χορήγηση αντικαταθλιπτικού φαρμάκου. Τα αντικαταθλιπτικά χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες για να λειτουργήσουν. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του ασθενή στη θεραπεία ή σε περίπτωση ύπαρξης αυτοκτονικού ιδεασμού, ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να παραπέμψει τον ασθενή σε ψυχίατρο. 

Καθώς πλησιάζει ο θάνατος, πολλοί ασθενείς διακατέχονται από ένα αίσθημα υπερβολικά έντονου άγχους (terminal anguish) και πνευματικής θλίψης (spiritual distress). 

Συχνά, το αίσθημα αυτό συνδέεται με 203 παλαιότερες συγκρούσεις που δεν έχουν λυθεί, με ενοχές, φόβους ή απώλεια ελέγχου. Καταστάσεις που οδηγούν τους ασθενείς τελικού σταδίου σε αυξημένο αίσθημα άγχους είναι οι εξής:  Όταν οι ασθενείς δεν γνωρίζουν τη διάγνωση, αλλά νιώθουν ότι έχουν τη ευθύνη υποστήριξης των άλλων μελών της οικογένειάς τους. 
 Όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν ορισμένα συμπτώματα, όπως δύσπνοια, αιμορραγία ή, συνεχώς, ναυτία ή διάρροια.  Όταν οι ασθενείς δεν έχουν ισχυρές πεποιθήσεις σχετικά με τη θρησκεία. Ασθενείς που έχουν ισχυρή πίστη, καθώς και ασθενείς που έχουν ισχυρή πεποίθηση ότι δεν πιστεύουν στη θρησκεία έχουν λιγότερο άγχος 
 Όταν οι ασθενείς έχουν νεαρά άτομα ή συγγενείς που εξαρτώνται από αυτούς. 
 Όταν οι ασθενείς έχουν εκκρεμότητες που δεν έχουν ολοκληρώσει και πρέπει να τις τακτοποιήσουν, όπως για παράδειγμα νομικές υποθέσεις. 

Ο οικογενειακός γιατρός οφείλει να ακούει τους ασθενείς που διακατέχονται από πολύ έντονο άγχος, καθώς και μόνο η ακρόαση μπορεί να είναι θεραπευτική γι’ αυτούς. 

Αν είναι δυνατόν, ο οικογενειακός γιατρός θα πρέπει να μιλήσει στον ασθενή για τον θάνατο και να αναλύσει τους σχετικούς φόβους. Θα πρέπει να ασχοληθεί με τους φόβους που μπορεί να αντιμετωπιστούν. 

Η καταστολή μπορεί να επιλεγεί ως τελευταία λύση και αφού συζητηθεί με τον ασθενή —αν είναι εφικτό— και τους συγγενείς.

Παρηγορητική φροντίδα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (Μέρος Πρώτο)



 Παρηγορητική φροντίδα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
 Α. Τατσιώνη

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου