Σελίδες

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

(Μέρος Έβδομο) ΥΠΝΟΣ, ΑΥΠΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

 


2.9.Ύπνος 

Ο ύπνος είναι καθοριστικής σημασίας για την ζωή. Εμφανίζεται σε όλα τα είδη και παίζει ζωτικό ρόλο. Ο ύπνος είναι μια φυσιολογική κατάσταση, στην οποία το άτομο έχει μειωμένη αντίληψη και περιορισμένη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και το σώμα υπολειτουργεί σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον. Ο ύπνος είναι μια διαδικασία που αποτελεί ύψιστη ανάγκη για τον άνθρωπο , καθώς αν κάποιος δεν κοιμηθεί επί σειρά ημερών εμφανίζει συμπτώματα κούρασης, ακόμα και ψευδαισθήσεων. Σε μερικές περιπτώσεις υπάρχουν σοβαρότερες επιπλοκές όπως είναι ο θάνατος. (Barrett k et al. Garong’s Review of Medical Psysiology 2010 The Mc Graw-Hill Companies Inc.) 

Παλαιότερα, ο ύπνος θεωρείτο ως µια παθητική κατάσταση, χωρίς εγκεφαλική δραστηριότητα. Σήµερα, ο ύπνος είναι µια σηµαντική φυσιολογική διαδικασία αναζωογόνησης του οργανισµού, απαραίτητη για την σωµατική και διανοητική υγεία του ανθρώπου (Αγγελοπούλου, 2009).

 

“Ο ύπνος είναι το ενδιάµεσο στάδιο ανάµεσα στην εγρήγορση και τον θάνατο – η εγρήγορση θεωρείται το ενεργό στάδιο όλων των ζωικών και διανοητικών λειτουργιών και ο θάνατος αυτό της ολοκληρωτικής του καταστολής” (Renata, 2008). 

Κατά τη διάρκεια του ύπνου, οι αισθήσεις µας είναι ανενεργές και, προσωρινά, δεν αντιδρούµε στο περιβάλλον. Ο ύπνος περιλαµβάνει διεργασίες που επηρεάζουν τόσο τη συµπεριφορά όσο και τη φυσιολογία µας (τον τρόπο µε τον οποίο λειτουργεί το σώµα µας). 

Οι περισσότεροι άνθρωποι κοιµόµαστε οχτώ ώρες την ηµέρα δηλαδή αφιερώνουµε περίπου το ένα τρίτο της ζωής µας στον ύπνο, µε εξαίρεση την φάση των ονείρων (Renata, 2008). 

Ο Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας αναγνωρίζοντας την σηµαντικότητα του ύπνου για την ανθρώπινη υγεία θέσπισε την 21η Μάρτιου ως Παγκόσµια Ηµέρα Ύπνου.

Λειτουργική σημασία του ύπνου 

Ο ύπνος καταλαμβάνει σημαντικό μέρος στη ζωή των ανθρώπων. Αποτελεί βασική ανάγκη του ανθρώπινου οργανισμού και ταυτόχρονα βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να φέρει εις πέρας όλες τις φυσιολογικές του λειτουργίες. Η ποσότητα και η ποιότητα του ύπνου εξασφαλίζει την σωματική , ψυχική και κοινωνική ευεξία και την προστασία του οργανισμού από αρκετές ασθένειες. Κατά συνέπεια, κάθε διαταραχή του ύπνου έχει άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία του οργανισμού επιφέροντας μείωση της αποδοσής του (Τούντας, 2001). 

Ο όρος ύπνος σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη (2012), αναφέρεται «στην φυσιολογική περιοδική κατάσταση νάρκης του οργανισμού και του νευρικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από ελάττωση της συνείδησης και της εκούσιας κινητικής δραστηριότητας, κατάργηση της εγρήγορσης, η οποία είναι αμέσως αντιστρεπτή, καθώς και από μείωση της ικανότητας αντιδράσεως στα ερεθίσματα». Είναι ένα δυναμικό και απαραίτητο κομμάτι στην ζωή και την υγεία του ανθρώπου, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ευημερία (Hoey, Fulbrook and Douglas, 2014). 

Ένας φυσιολογικός νυχτερινός ύπνος αποτελείται από τον ελαφρύ ύπνο, τον βαθύ ύπνο και τον ύπνο REM (rapid eye movement). 

Κατά την διάρκεια του βαθέως ύπνου, γεμίζουν οι πηγές ενέργειας του σώματος. Το σώμα έχει καλύτερη επίδοση στην επιδιόρθωση των ιστών σε αυτό το στάδιο του ύπνου. Το στάδιο REM του ύπνου είναι απαραίτητο για να επεξεργαστεί το μυαλό τις εμπειρίες της προηγούμενης μέρας, να προετοιμαστεί για τις νέες εμπειρίες που θα δεχτεί, και για να επισκευάσει τις πηγές ενέργειας του μυαλού (Ritmala-Castren et al., 2014). 

Μελέτες στέρησης ύπνου έχουν δείξει χωρίς αµφιβολία ότι “ο ύπνος αποτελεί µία σηµαντική αναζωογονητική διαδικασία που επηρεάζει την καθηµερινή λειτουργικότητα και τη σωµατική και διανοητική υγεία, ενώ είναι επίσης καίριας σηµασίας για την επιβίωση του ανθρώπου” (Αγγελοπούλου 2009). 

Ανοσοποιητικό σύστηµα: “Όταν υποφέρουµε από έλλειψη ύπνου, είµαστε πιο ευάλωτοι σε λοιµώξεις και διάφορες άλλες νόσους, γεγονός που δείχνει ότι ο ύπνος παίζει σηµαντικό ρόλο στην καλύτερη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήµατος (Πολυζόπουλος, 2009). 

Νευρικό σύστηµα: “Κατά τη διάρκεια του ύπνου, θεωρείται ότι οι νευρώνες «ξεκουράζονται», επιτρέποντας έτσι την επιδιόρθωση οποιασδήποτε βλάβης και την ανάκτηση της βέλτιστης λειτουργίας τους” (Πολυζόπουλος, 2009). 

Βελτίωση της διάθεσης και κοινωνική συµπεριφορά: “Τα άτοµα που πάσχουν από στέρηση ύπνου είναι συχνά βλοσυρά, κατηφή και απογοητεύονται εύκολα. Το τµήµα του εγκεφάλου που ελέγχει τη διάθεση, τα συναισθήµατα και την κοινωνική λειτουργικότητα διακόπτει τη λειτουργία του κατά τη διάρκεια του ύπνου προκειµένου να διασφαλισθεί η βέλτιστη απόδοσή του κατά τη διάρκεια της ηµέρας” (Πολυζόπουλος, 2009). 

Περιγραφή της φυσιολογίας του ύπνου 

Ο ύπνος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τον ύπνο χωρίς ταχείες κινήσεις των οφθαλμών (non-rapid eye movement sleep, NREM sleep) και τον ύπνο με ταχείες κινήσεις των οφθαλμών (rapid eye movement sleep, REM sleep) ύπνο στη διάρκεια του οποίου ονειρευόμαστε (Σολδάτος, 2009). 

Τόσο ο NREM ύπνος όσο και ο REM ύπνος είναι ενεργές διαδικασίες. Για να επέλθει ο ύπνος, πρέπει να ελαττωθεί η δραστηριότητα στο τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει την εγρήγορση. 

Τόσο η εγρήγορση όσο και ο ύπνος επιτυγχάνονται με την απελευθέρωση ή ανάσχεση ορισμένων ουσιών του εγκεφάλου, των επονομαζόμενων νευροδιαβιβαστών εν προκειμένω της νοραδρεναλίνης, της νορεπινεφρίνης, της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης και της ακετυλοχολίνης (Σολδάτος, 2009). 

Κατά τη διάρκεια της REM φάσης του ύπνου επέρχεται επίσχεση του στατικού μυϊκού τόνου, που ωστόσο συνοδεύεται από κύματα κινητικότητας των οφθαλμών. 

Η REM φάση του ύπνου επίσης συνδέεται με τα όνειρα και μια ποικιλία μεταβολών στη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της αναπνοής, της κυκλοφορίας του αίματος, της εγκεφαλικής κυκλοφορίας και τέλος του μηχανισμού θερμορρύθμισης (Σολδάτος, 2009). 

Στάδια ύπνου 

Ο φυσιολογικός ύπνος έχει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία τον διακρίνουν από άλλες καταστάσεις σχετικής αδράνειας. Ο συνήθης νυκτερινός ύπνος µπορεί να διαιρεθεί σε κύκλους, καθένας εκ των οποίων διαρκεί περίπου 1½ ώρα. 

Οι περίοδοι του ύπνου REM (µε ταχείες κινήσεις των οφθαλµών - Rapid Eye Movement), δηλαδή του ύπνου µε όνειρα, εναλλάσσονται µε τα τέσσερα διαφορετικά στάδια του ύπνου NREM (µη REM) (Σολδάτος, 2009). 

Ύπνος REM 

Η πρώτη περίοδος του ύπνου REM λαµβάνει χώρα περίπου 70-90 λεπτά µετά την έναρξη του ύπνου. 

Οι πρώτοι κύκλοι ύπνου περιλαµβάνουν σχετικά μικρότερες περιόδους ύπνου REM, αλλά προς το τέλος της νύχτας καταλαµβάνει μεγαλύτερες περιόδους σε κάθε κύκλου του ύπνου. 

Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, οι κινήσεις των οφθαλµών είναι γρήγορες , οι µύες των άκρων προσωρινά παραλύουν, ενώ ο εγκέφαλος είναι εξίσου ενεργός απ’ ότι κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Ο ύπνος REM είναι η περίοδος του ύπνου που παρουσιάζονται τα όνειρα (Σολδάτος, 2009). 

Εγρήγορση 

Κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης, το Η.Ε.Γ (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) είναι χαµηλού δυναµικού και αποτελείται από ένα µείγµα ταχειών συχνοτήτων (13-35Ηz, βρυθµός). Το Η.Μ.Γ. (ηλεκτρομυογράφημα) είναι υψηλού δυναµικού και καταγράφονται άφθονες οφθαλµικές κινήσεις. 

Όταν το άτοµο αρχίζει να ηρεµεί και κρατάει τα µάτια κλειστά, στο Η.Ε.Γ. εµφανίζονται σειρές κυµάτων α (8-13Ηz, α-ρυθµός) που προοδευτικά πυκνώνουν για να δώσουν εντέλει τη θέση τους στο στάδιο 1 του NONREM ύπνου (Σολδάτος, 2009). 

Στάδιο 1 (υπνηλία) 

Το 1ο στάδιο το οποίο αντιστοιχεί στο 4% και 5% της βασικής υπνικής περιόδου, αποτελεί τη µεταβατική φάση από την εγρήγορση στον ύπνο. Χαρακτηρίζεται από µειωµένη µυϊκή δραστηριότητα, αργή κίνηση των οφθαλµών και εύκολη αφύπνιση (Σολδάτος, 2009). 

Στάδιο 2 (ελαφρύς ύπνος)

Το 2ο στάδιο καταλαµβάνει το 45% µε 55% του υπνικού κύκλου. Σε αυτό το στάδιο οι οφθαλµοί αδρανοποιούνται, ο καρδιακός ρυθµός επιβραδύνεται και η θερµοκρασία µειώνεται, περιλαµβάνει βραδύτερη ηλεκτροεγκεφαλική δραστηριότητα (Σολδάτος, 2009). 

Στάδια 3 & 4 (βαθύς ύπνος) 

Το 3ο στάδιο καταλαµβάνει 4% µε 6% του συνολικού χρόνου του ύπνου και το 40 στάδιο το 12% µε 15% του ύπνου. Στα στάδια 3,4 οι οφθαλµοί είναι ακίνητοι και οι µύες χαλαρωµένοι. 

Όταν κάποιος βρίσκεται σε βαθύ ύπνο είναι δύσκολο να ξυπνήσει και όταν αυτό συµβεί µπορεί να αισθάνεται αποπροσανατολισµό και ελαφρά ζάλη. Επιπροσθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του βαθέως ύπνου τα παιδιά παρουσιάζουν ενούρηση ή νυχτερινούς τρόµους. 

Ο βαθύς ύπνος θεωρείται το πιο αναζωογονητικό από όλα τα στάδια ύπνου. Η διάρκεια του βαθέως ύπνου µειώνεται (Τζωράκη & Μανουσάκη 2007;Παράσχου 2009). 

Αϋπνία 

Η αϋπνία, είναι η κυριότερη διαταραχή ύπνου στις αναπτυγμένες χώρες και είναι σύμπτωμα διάφορων σωματικών και ψυχικών παθήσεων. 

Ως αϋπνία, ορίζεται ο ανεπαρκής και κακής ποιότητας ύπνος λόγω της δυσκολίας που παρουσιάζεται στην έλευση του ύπνου, τις συχνές αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας με δυσκολία στο να επανέλθει ξανά ο ύπνος, της πρόωρης πρωινής αφύπνισης και του μη αναζωογονητικού ύπνου. (Toates, 2001). 

Περίπου το 15-30% του ενηλίκου πληθυσμού πάσχει από αϋπνία και συχνά οι πάσχοντες καταφεύγουν σε ειδικούς για την επίλυση του προβλήματος τους (Toates, 2001). 

Mπορούμε να κατατάξουμε την αϋπνία σε τρεις κατηγορίες την παροδική, την επαναλαμβανόμενη ή διακοπτόμενη και την χρόνια αϋπνία. 

Η παροδική αϋπνία είναι μικρής διάρκειας και κυμαίνεται από μια νύχτα μέχρι μερικές εβδομάδες. Αν κατά διαστήματα το άτομο κοιμάται κανονικά και μονό κατά διαστήματα επέρχεται αϋπνία τότε πρόκειται για επαναλαμβανόμενη αϋπνία ενώ αν εμφανίζεται σχεδόν κάθε νύχτα για ένα μηνά ή περισσότερο τότε πρόκειται για χρόνια αϋπνία. (Toate, 2001). 

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση, τη διατήρηση και την επιδείνωση της αϋπνίας σύμφωνα με  τον Toates F.(2001),είναι η ηλικία (σε άτομα προχωρημένης ηλικίας ιδιαίτερα σε ηλικία κοντά των 60 παρατηρείται συχνότερα αϋπνία),το φύλο (η αϋπνία εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες), κάποιες ιατρικές ή ψυχικές ασθένειες (πχ η κατάθλιψη). 

Αν συνυπάρχουν τα παραπάνω με την χρήση φαρμακευτικών ουσιών, άγχος, στρες και εργασία σε βάρδιες τότε είναι πιθανότερη η εμφάνιση της αϋπνίας ( Roth & Roehrs, 2003). 

Η παροδική και η επαναλαμβανομένη- διακοπτόμενη αϋπνία όπως ισχυρίζονται οι Roth, T. & Roehrs, T. ,(2003), σχετίζονται περισσότερο με το στρες, τον περιβαλλοντικό θόρυβο, ηχορύπανση, τις υπερβολικά ψηλές περιβαλλοντικές θερμοκρασίες, τις αλλαγές στο άμεσο περιβάλλον, προβλήματα που προκαλούνται στον ύπνο και το ξύπνημα λόγω ταξιδιών με μεγάλες διαφορές στην ώρα (jet lag), παρενέργειες φαρμάκων. 

Η χρόνια αϋπνία όμως είναι πιο περίπλοκη και οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι οργανικές ή ψυχικές διαταραχές. ( Roth & Roehrs 2003). 

Μία από τις κύριες αίτιες της χρονιάς αϋπνίας είναι η κατάθλιψη, άλλες είναι το χρόνιο στρες, η αρθρίτιδα, το άσθμα, η καρδιακή ανεπάρκεια κ.α ( Roth & Roehrs, 2003).

 Έχει παρατηρηθεί ότι η οξεία αϋπνία σχετίζεται εκτός από τα διάφορα ιατρικά προβλήματα και με το ψυχοκοινωνικό στρες. Η αϋπνία σχετίζεται και με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα άτομα το στρες αλλά και τον τρόπο που το χειρίζονται. 

Συγκεκριμένα οι πάσχοντες έχουν την τάση να εσωτερικεύουν τα συναισθήματα τους και αυτό προκύπτει από ένα συνδυασμό συναισθηματικής διέγερσης και φυσιολογικής δραστηριότητας. Αυτή η διέγερση δημιουργεί προβλήματα και δυσκολίες στη έναρξη και διατήρηση του ύπνου καθώς και δυσκολία επαναφοράς ύπνου μετά την αφύπνιση (Healey, Kales, Monroe et al., 1998). 

Επιπλέον σε μία ακόμα μελέτη από τους Markus Jansson-Frojmark και Karin Lindblom (2008), όπου σκοπό της ήταν να διερευνήσει το κατά πόσο υπάρχει αμφίδρομη σχέση μεταξύ του άγχους και της αυπνίας, έγινε στο γενικό πληθυσμό της Σουηδίας όπου επιλέχθησαν 3.000 κάτοικοι ηλικίας 20-60 ετών. 

Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε παρακολούθηση για 1 χρόνο, για τις ανάγκες της έρευνας, αφού τους χορηγήθηκαν ερωτηματολόγια όπου συμπεριλάμβαναν ερωτήσεις σχετικά με τα δημογραφικά στοιχεία τους , το άγχος, την κατάθλιψη και την αυπνία. 

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι, κατά περιόδους αυπνίας, οι 873 συμμετέχοντες ανέφεραν χαμηλά επίπεδα άγχους με μέση ηλικία τα 41,9 έτη με μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών (51%), και οι 625 συμμετέχοντες ανέφεραν υψηλά επίπεδα άγχους με μέσο όρο ηλικίας τα 42 έτη με μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών (62%) και τα 341 άτομα πολύ υψηλά επίπεδα άγχους και κατάθλιψης μαζί. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ανέφερε είτε υψηλά επίπεδα κατάθλιψης, είτε χαμηλά επίπεδα κατάθλιψης. 

Επιπτώσεις αϋπνίας 

Οι χρόνιες διαταραχές του ύπνου έχουν επιπτώσεις όχι µόνο στον ύπνο αλλά και σε πολύ περισσότερες πτυχές ς της ζωής (Perlis et al. 2006). Οι διαταραχές ύπνου σχετίζονται µε αρνητικές επιπτώσεις στη ποιότητα ζωής και την κατάσταση υγείας κατά την διάρκεια της ηµέρας. 

Οι διαταραχές ύπνου µπορούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη µνήµη, στη µάθηση, το καρδιαγγειακό, το νευρικό σύστηµα, την µειωµένη παραγωγικότητα, στην κοινωνική µας συµπεριφορά και γενικότερα στην υποβάθµιση της ποιότητας της ζωής (Edinger et al, 2004). 

Σωματικές επιπτώσεις 

Μετά από έρευνες, αποδείχθηκε ότι ο ανεπαρκής ύπνος έχει σοβαρές επιπτώσεις στην σωµατική υγεία µε αποτέλεσµα την εµφάνιση ασθενειών όπως σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, καρδιοπάθειες, οστεοπόρωση, διάφορες φλεγµονές και πολλές µορφές καρκίνου, ιδιαίτερα καρκίνο του µαστού και του παχέος εντέρου. 

Αυτά τα προβλήµατα υγείας προκύπτουν επειδή το σώµα παράγει περισσότερες ορµόνες που σχετίζονται µε το άγχος, οι οποίες δηµιουργούν υπέρταση, η οποία µε τη σειρά της αποτελεί µια από τις κύριες αιτίες καρδιακών επεισοδίων. 

Ο ανεπαρκής ύπνος ανεβάζει τα επίπεδα της ιντερλευκίνης 6 στο αίµα και το αποτέλεσµα της αύξησης αυτής είναι η δηµιουργία πυρετού, κούρασης και απώλεια της όρεξης. 

Οι άνθρωποι που πάσχουν από αϋπνία παράγουν αυξηµένα επίπεδα κορτιζόλης, η οποία έχει άµεση σχέση µε προβλήµατα υγείας όπως καρδιοπάθειες, οστεοπόρωσης, σπλαχνικής παχυσαρκίας κλπ.

 Επιπλέον η σχέση µεταξύ επιληπτικών κρίσεων και ύπνου είναι σύνθετη. Σχεδόν σε κάθε µορφή επιληψίας, είτε βελτιώνεται είτε χειροτερεύει, σε συγκεκριµένες στιγµές κατά τη διάρκεια του ύπνου (Katz & McHorney, 2002).

Ψυχολογικές επιπτώσεις 

Ο ύπνος και η ψυχική διάθεση χαρακτηρίζονται από µια αµφίδροµη σχέση. Όσο ο πρώτος επηρεάζει την ψυχική διάθεση, άλλο τόσο και αυτή επηρεάζει τον ύπνο. Η έλλειψη αρκετού ή καλού ύπνου επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία µε αποτέλεσµα εµφάνισης ψυχικών διαταραχών όπως κατάθλιψη, άγχος, αλκοολισµός κλπ. (Βουτσινά, 2005).

 Κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις 

Οι διαταραχές ύπνου σχετίζονται µε αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική συµπεριφορά, οι οποίες σχετίζονται µε την υποβάθµιση της ποιότητας ζωής, της µειωµένης παραγωγικότητας, της υπερβολικής χρήσης υγειονοµικών πόρων κλπ. 

Επιπλέον, υπάρχουν αρνητικές οικονοµικές επιπτώσεις άµεσες λόγω ιατρικού κόστους, φάρµακα, ιατρικές επισκέψεις, διεξαγωγή εξετάσεων και διερευνήσεων και ενδονοσοκοµειακή και εξωνοσοκοµειακή νοσηλεία, έµµεσες λόγω απουσιών από την εργασία καθώς και την γενικότερη αποδοτικότητα του ατόµου καθ’ όλη την διάρκεια της ηµέρας (Daley et al, 2009).

ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ (Μέρος Πρώτο)

(Μέρος Δεύτερο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

(Μέρος Τρίτο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ



(Μέρος Πέμπτο) Ψυχολογία ασθενή - ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ



(Μέρος Έκτο) ΑΓΧΟΣ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

(Μέρος Έβδομο) ΥΠΝΟΣ, ΑΥΠΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2018

ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ 

Ανδριώτη Ανδρεάνα 

Κούλα Ανδρονίκη

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2018

ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ 

Ανδριώτη Ανδρεάνα 

Κούλα Ανδρονίκη

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου