2.6.Παθήσεις μαστού
Καλοήθεις παθήσεις του μαστού
Περίπου 1 στις 5 γυναίκες ,κάποια στιγμή της ζωής της, θα εμφανίσει καλοήθη πάθηση του μαστού. Αυτό μπορεί να είναι είτε μια κύστη που περιέχει υγρό είτε ένα ινοαδένωμα, τα οποία θεραπεύονται πολύ εύκολα (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Κύστες
Οι κύστες είναι μικρά ογκίδια τα οποία περιέχουν κάποια μορφή υγρού. Εμφανίζονται και στους δυο μαστούς, έχουν ομαλή υφή και κάποιες φορές είναι επώδυνα. Ο σχηματισμός τους οφείλεται στη διαρκή και επαναλαμβανόμενη διέγερση των μαστών από τις γυναικείες γενετικές ορμόνες και γι’ αυτό εμφανίζονται πιο συχνά στις γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση ή μετα, που λαμβάνουν ορμονικά σκευάσματα. Οι κύστες διακρίνονται στις απλές, στις επιλεγμένες και στις πολύπλοκες (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Οι απλές περιέχουν μόνο υγρό και συνήθως αντιμετωπίζονται με απλή παρακέντηση και αναρρόφηση υγρού. Το υγρό που αφαιρείται από μια απλή κύστη δεν χρειάζεται κυτταρολογική εξέταση, εκτός κι αν περιέχει αίμα (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Οι επιλεγμένες κύστες εκτός από υγρό συνήθως περιέχουν και συμπαγή στοιχεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να κρύβουν κακοήθεια και γι’ αυτό η παρακέντησή τους είναι υποχρεωτική, και απαιτείται και συμπληρωματική απεικόνιση με μαστογραφία (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Οι πολύπλοκες κύστες έχουν χαρακτηριστικά και κύστης και συμπαγούς μάζας. Συνήθως υποκρύπτουν κακοήθεια γι’ αυτό και απαιτείται η βιοψία τους, είτε χειρουργικά, είτε με κυλινδρική βελόνα (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Ινοαδενώματα
Τα απλά ινοαδενώματα είναι συμπαγείς, καλοήθεις όγκοι που αποτελούνται από ινώδη και αδενικό ιστό. Εμφανίζονται συχνά σε γυναίκες νεαρής ηλικίας μεταξύ 20- 30 ετών και σημαντικό ρόλο παίζουν οι γεννητικές ορμόνες. Αυξάνονται σε μέγεθος κατά την εγκυμοσύνη και κατά τη λήψη ορμονών και υποχωρούν μετά την εμμηνόπαυση.
Τα μικρά ινοαδενώματα δεν προκαλούν συμπτώματα και δεν χρειάζεται να αφαιρεθούν χειρουργικά.
Από την άλλη μεριά, τα μεγάλα ινοαδενώματα που προκαλούν πόνο στο στήθος, αυξάνονται σε μέγεθος και η βιοψία τους δείχνει ανησυχητικά αποτελέσματα, όπως άτυπη υπερπλασία, σκληρυντική αδένωση, αποτιτανώσεις, πρέπει να αφαιρούνται χειρουργικά (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Ινοκυστική Μαστοπάθεια
Η ινοκυστική μαστοπάθεια αναφέρεται σε μια σειρά μεταβολών και αλλοιώσεων που γίνονται στο μαστό κατά τη διάρκεια του έμμηνου κύκλου. Οι ινοκυστικές αλλοιώσεις προκαλούνται από αλλαγές στα επίπεδα των θηλυκών ορμονών, των οιστρογόνων και της προγεστερόνης, κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης. Οι ορμόνες προκαλούν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, διόγκωση των γαλακτικών αδένων και διήθηση των πόρων από την κατακράτηση υγρού στο μαστό. Οι ινοκυστικές αλλοιώσεις ουσιαστικά συμβαίνουν σε όλες τις γυναίκες αλλά χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή όταν δημιουργούν προβλήματα και συμπτώματα όπως πόνο στο μαστό, κύστες και ογκίδια (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Μαστίτιδα
Η μαστίτιδα είναι μόλυνση του ιστού του μαστού από μικρόβια (φλεγμονή), με αποτέλεσμα να προκαλεί πόνο στο στήθος, πρήξιμο, ερεθισμό και κοκκινίλα στο μαστό. Η πιο συχνή μορφή μαστίτιδας είναι η μαστίτιδα της γαλακτοφορίας, που συμβαίνει στις γυναίκες που θηλάζουν και οφείλεται στην απόφραξη κάποιων πόρων οδηγώντας στη συσσώρευση του μητρικού γάλακτος στο μαστό. Η θεραπεία γίνεται με την παροχέτευση του συσσωρευμένου γάλακτος από το μαστό είτε με μασάζ στο στήθος είτε με τη χρήση ειδικών αντλιών που βρίσκουμε στο εμπόριο για να αδειάζουν το γάλα (Αναγνωστοπούλου, 2016).
Κακοήθεις παθήσεις μαστού
Καρκίνος του μαστού
Ο καρκίνος του μαστού είναι ένας κακοήθης όγκος που ξεκινάει από τα κύτταρα του μαστού. Ένας κακοήθης όγκος είναι μια ομάδα από καρκινικά κύτταρα που αναπτύσσονται στους περιβάλλοντες ιστούς ή εξαπλώνονται σε άλλες περιοχές του σώματος. Ο μαστός αν και είναι ένα όργανο σε ορατή θέση του σώματος, γεγονός που το καθιστά εύκολα προσπελάσιμο για κάθε εξεταστή, κρύβει πολλές διαγνωστικές παγίδες.
Ο καρκίνος του μαστού στην αρχή της εμφάνισης του είναι παραπλανητικός και λανθάνοντας. Για τη σωστή του διάγνωση είναι απαραίτητες μια σειρά εξετάσεων που συμπληρώνουν η μια την άλλη, καθώς η κάθε εξέταση παρέχει διαφορετικές πληροφορίες. Συνεπώς, η μαστογραφία δίνει πληροφορίες για την ύπαρξη πυκνώσεων και σκιάσεων του μαστού, η υπερηχοτομογραφία παρουσιάζει τις διαφορές στη σύσταση των ιστών και τέλος, η κυτταρολογία εξετάζει τη φύση των κυττάρων.
Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εκτέλεση όλων των εξετάσεων παρέχουν την αναγκαία πληροφορία που χρειάζεται ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή διάγνωση και να μειωθεί η πιθανότητα λάθους. Το 95% των περιπτώσεων των καρκίνων του μαστού μπορεί να θεραπευτεί αν διαγνωστεί νωρίς. Δεν αναπτύσσουν καρκίνο όλοι οι άνθρωποι με γενετική προδιάθεση, ενώ μπορεί να προσβληθούν και άνθρωποι χωρίς οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Γι’ αυτό το λόγο είναι αναγκαία η σωστή πρόγνωση. Να μπορεί κάθε γυναίκα να γνωρίζει πόσες είναι οι πιθανότητες να νοσήσει από την ασθένεια ώστε να μπορεί να προσαρμόσει κατάλληλα τη ζωή της (Boyd et.al, 2007).
Μετά τη δεκαετία του 90, οι εξελίξεις κυρίως στον χώρο της θεραπείας αλλά και της διάγνωσης έχουν συντελέσει στη σημαντική μείωση των ποσοστών θνησιμότητας τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική (25-30% στη βόρεια Ευρώπη (Bosetti et.al., 2008). Στις αναπτυσσόμενες χώρες, το ποσοστό επιβίωσης παραμένει σχετικά χαμηλό (50-60%) (Boyle and Levin, 2008). Το σχετικό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης στις Ηνωμένες πολιτείες έχει αυξηθεί σημαντικά από το 63% στις αρχές της δεκαετία του 60 μέχρι το 90% σήμερα (Stamatakos, 2002) και εξαρτάται από τον ακριβή τύπο και το στάδιο της νόσου κατά τη διάγνωσή της .
Τα αίτια εμφάνισης καρκίνου του μαστού δεν είναι γνωστά. Παράγοντες που έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση της νόσου είναι το επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό (σε συγγενής πρώτου βαθμού) (Collaborative Group 2001), η πρώιμη έμμηνος ρήση ή καθυστερημένη εμμηνόπαυση (Hulka and Moorman, 2001) και μη τεκνοποίηση ή τεκνοποίηση μετά το 30ο έτος της ηλικία (Albrektsen, 2005). Ο θηλασμός αντίθετα φαίνεται να προστατεύει απέναντι στην ανάπτυξη της νόσου (Hulka and Moorman, 2001).
Επίσης κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η συστηματική λήψη αντισυλληπτικών και οι ορμονικές θεραπείες αντικατάστασης με οιστρογόνα σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού, η οποία μειώνεται στα επίπεδα του υπόλοιπου πληθυσμού 10 και 5 χρόνια μετά το τέλος της λήψης των αντίστοιχων φαρμάκων (Collaborative Group 1996; Boyle, et.al. 2003; La Vecchia, 2004; Stefanick et.al., 2006).
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες αποδεικνύουν τη σχέση του καρκίνου με την επιρροή των ορμονών στον μαστικό αδένα. Η ηλικία φαίνεται να είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου. Χαρακτηριστικά, την περίοδο 2002-2006, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 95% των νέων περιστατικών και το 97% των θανάτων από καρκίνο του μαστού αφορούσαν γυναίκες άνω των 40 ετών.
Ιατρικά ευρήματα όπως μεγαλύτερη μαστική πυκνότητα (Vacek and Geller, 2004) υπερπλασία (υπερβολική ανάπτυξη των κυττάρων στους λοβούς και του πόρους του μαστικού αδένα) και υψηλή περιεκτικότητα των οστών σε μέταλλα αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου καθώς και η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής άσκησης(Vainio & Bianchini, 2002; Peters et.al 2009). και η καθημερινή κατανάλωση αλκοόλ (Baan, 2007).
Διαβάθμιση καρκίνου του μαστού TNM
Tο σύστημα σταδιοποίησης που έχει επικρατήσει για τον καρκίνο του μαστού είναι το ΤΝΜ (Solin et. al., 2008). Τα ποσοστά 5ετούς επιβίωσης των ασθενών ανάλογα με το στάδιο της νόσου φαίνονται στον πίνακα 1.
Πρωτοπαθής όγκος (Τ)
Τx: Πρωτοπαθής όγκος μη εκτιμήσιμος
Τis: Καρκίνωμα in situ ή νόσος Paget της θηλής χωρίς όγκο
Τ0: Μη αναδείξιμος όγκος στο μαστό
T1: Mέγεθος όγκου ≤ 2 cm
Τ1mic: Μικροδιήθηση ≤ 0.1 cm
Τ1a: > 0.1 cm και ≤ 0.5 cm
Τ1b: > 0.5 cm και ≤ 1.0 cm
Τ1c: > 1.0 cm και ≤ 2.0 cm
T2: Mέγεθος όγκου > 2 cm και ≤ 5 cm
Τ3: Mέγεθος όγκου > 5 cm
T4: Όγκος οποιουδήποτε μεγέθους με:
Τ4a: Επέκταση στο θωρακικό τοίχωμα
Τ4b: Εξέλκωση δέρματος, οίδημα ή δορυφορικά οζίδια
Τ4c: Τ4a και Τ4b
Τ4d: Φλεγμονώδες καρκίνωμα Λεμφαδένες (Ν)
Νx: Λεμφαδένες μη εκτιμήσιμοι
Ν0: Oμόπλευροι μασχαλιαίοι λεμφαδένες χωρίς μεταστάσεις
Ν1a: Oμόπλευροι μασχαλιαίοι λεμφαδένες με μικρομεταστάσεις (≤ 0.2 cm)
Ν1b: Oμόπλευροι μασχαλιαίοι λεμφαδένες με μεταστάσεις > 0.2 cm
Ν1bi: 1 έως 3 λεμφαδένες διηθημένοι (> 0.2 cm και < 2 cm)
Ν1bii: 4 ή περισσότεροι λεμφαδένες διηθημένοι (> 0.2 cm και < 2 cm)
Ν1biii: Επέκταση του όγκου πέρα από την κάψα λεμφαδένα < 2 cm
Ν1biv: Οποιοσδήποτε λεμφαδένας ≥ 2 cm
Ν2: Oμόπλευροι μασχαλιαίοι λεμφαδένες με μεταστάσεις, συμφυόμενοι μεταξύ τους ή σε άλλες δομές
Ν3: Oμόπλευροι έσω μαστικοί λεμφαδένες με μεταστάσεις
Απομακρυσμένες μεταστάσεις (Μ)
Μ0: Απούσες
Μ1: Παρούσες
ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ (Μέρος Πρώτο)
(Μέρος Δεύτερο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
(Μέρος Τρίτο) ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2018
ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΝΟΥ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Ανδριώτη Ανδρεάνα
Κούλα Ανδρονίκη
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου