Επιμέλεια Κειμένου
Παναγιώτης Σπανός
Διασώστης ΕΚΑΒ Ρόδου
ΕΙΔΗ ΚΑΚΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Κρανιοεγκεφαλική
κάκωση
Η
κρανιοεγκεφαλική κάκωση αφορά τα οστά του κρανίου, του σπλαχνικού κρανίου και
του προσωπικού κρανίου.
Τα κατάγματα κρανίου διακρίνονται σε:
Ρωγµώδη, που
επηρεάζουν την πορεία της µέσης µηνιγγικής αρτηρίας
Εµπιεστικά, που πιέζουν εσωτερικά τον εγκέφαλο και
προκαλούν βλάβες, αλλοιώσεις τοπικά.
Τα κλινικά σηµεία
ενός κατάγµατος στο κρανίο είναι:
Αιµορραγία από τα
αυτιά, τους µυείς, το στόµα
∆ιαταραχές συνείδησης
Νευρολογικές διαταραχές
Εκτός από τα
παραπάνω είδη καταγµάτων υπάρχουν και τα κατάγµατα της βάσης του κρανίου τα
οποία γίνονται αντιληπτά από τα εξής κλινικά σηµεία:
Ρινόρροια
εγκεφαλονωτιαίου υγρού
Αιµορραγία ή
εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τον έξω ακουστικό πόρο.
Περικογχικό
αιµάτωµα
Μώλωπας
µαστοειδούς απόφυσης.
∆ιαταραχές
οφθαλµικών κόρων. ∆ιαταραχές αντανακλαστικών [10] .
Τα κατάγματα σπλαχνικού κρανίου είναι το επισκληρίδιο, το
υποσκληρίδιο αιµάτωµα,
η ενδοεγκεφαλική
αιµορραγία και η φλοιική θλάση που αποτελούν εστιακές βλάβες του εγκεφάλου. Η
αντιµετώπιση των αιµατωµάτων του κρανίου, αφού γίνει φυσικά έγκαιρη διάγνωση,
αποτελεί υψίστης σηµασίας ζήτηµα για την επιβίωση του ασθενή [11] .
Κάταγµα προσωπικού κρανίου
Τα προβλήµατα κατά
την άµεση αντιµετώπιση των γναθοπροσωπικών κακώσεων είναι ο έλεγχος του
αεραγωγού και η αιµορραγία. Συχνά ο αεραγωγός ελευθερώνεται είτε µε επείγουσα
αναρρόφηση της στοµατικής και ρινικής κοιλότητας, είτε µε αποµάκρυνση ξένων
σωµάτων µετά από εισαγωγή του ενός δακτύλου στη στοµατική κοιλότητα µέχρι την
αρχή της γλώσσας στον οπίσθιο φάρυγγα. Εάν αυτοί οι χειρισµοί ή η πρόσθια έλξη
της κάτω γνάθου δεν αποκαταστήσουν την βατότητα του αεραγωγού χρειάζεται να
γίνει τραχειοτομία ή κρικοθυρεοτοµή [11] .
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Κατά τη
διαδικασία αντιµετώπισης µιας ΚΕΚ η προσοχή εστιάζεται περισσότερο στη
διατήρηση ή την αύξηση της εγκεφαλικής αιµάτωσης και όχι απλώς στη πτώση της
ενδοκρανίας πίεσης. Συνίσταται να αποφεύγεται η υπερβολική χορήγηση ωσμωτικών
διαλυμάτων και διουρητικών, κατασταλτικών ή βαρβιτουρικών φαρµάκων, επειδή
προκαλούν µείωση της καρδιακής παροχής και υποξία αλλά δυσχεραίνουν και τη
διάγνωση. Αν χρειαστεί εφαρµόζεται παροχευτικός καθετήρας στο κρανίο που
δηµιουργεί κλειστό κύκλωµα επικοινωνίας µεταξύ των κοιλιών του εγκεφάλου και
επιτρέπει την αφαίρεση ΕΝΥ που οδηγεί στη πτώση της ενδοκρανίας πίεσης.
Κρανιοανάρτηση γίνεται στη περίπτωση επισκληρίδιων αιµατωµάτων µε σκοπό την
παροχέτευση του αιµατώµατος και την αποσυµπίεση του ενδοκρανίου χώρου. Σε κατάγµατα σπλαγχνικού κρανίου αλλά και
βάσης κρανίου αντεδείκνυται η ρινοτραχειακή διασωλήνωση για αποφυγή κακώσεως
του ηθµοειδούς οστού και πρόκληση µηνιγγίτιδας. Για την ελάττωση του εγκεφαλικού
οιδήµατος περιορίζεται η χορήγηση υγρών, εκτός αν συνυπάρχει ολιγαιµικό σοκ (shock), εφόσον η
αναζωογόνηση και ο υπεραερισμός δεν είναι σε θέση να αναστείλουν την
νευρολογική επιδείνωση συνιστάται η χορήγηση Μανιτόλης σε δόση 1-15g/kg βάρους µέσα σε 10 λεπτά (min) και αφού τοποθετηθεί καθετήρας ουροδόχου κύστης
[11] .
Κακώσεις
Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης
Κάθε ασθενής µετά
από τροχαίο ατύχηµα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να έχει κάταγµα Αυχενικής
Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης µέχρι απόδειξης του αντιθέτου. Αυτό γίνεται µε
την κλινική εξέταση και ακτινογραφία της ΑΜΣΣ σε πλάγια θέση και τον έλεγχο για
σηµείο ευαισθησίας στον αυχένα και µυικό σπασµό [42] .
Σε κάταγµα ΑΜΣΣ ή
κρανίου εφαρµόζεται ειδικό σκληρό κολλάρο που ακινητοποιεί σταθερά τον αυχένα.
Είναι πολύ σηµαντικός, στη συνέχεια, ο τρόπος χειρισµού ή µετακίνησης του
πάσχοντα. Ιδιαίτερα επικίνδυνοι χειρισµοί είναι η κάµψη της κεφαλής και η
υπερέκταση της ΑΜΣΣ διότι µπορεί να συµβεί µετατόπιση ασταθούς κατάγµατος µε
καταστροφικές συνέπειες στον πολυτραυµατία. Σε πολυτραυµατία µε κάκωση ΑΜΣΣ η
διασωλήνωση ενέχει πολλούς κινδύνους και για το λόγω αυτό πρέπει να γίνεται
απωθώντας το ανώτερο µέρος του αυχενικού κολλάρου που εµποδίζει το άνοιγµα του
στόµατος, ενώ ένα τρίτο άτοµο συγκρατεί και ακινητοποιεί το κεφάλι χωρίς έκταση
εµποδίζοντας τις κινήσεις του αυχένα [43].
Η θεραπεία των
κακώσεων της Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης εξαρτάται από το επίπεδο
του τραύµατος, τη σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης, την παρουσία
εξαρθρήµατος, την έκταση της γωνίωσης και την ύπαρξη νευρολογικής βλάβης. Η
προσεκτική κεντρική έλξη από τις µαστοειδείς αποφύσεις χρησιµοποιείται για να
µειώσει την πιθανότητα εξαρθρήµατος. Αυτό µπορεί να επιτευχθεί µε τη χρήση
νάρθηκα τύπου Halo που µπορεί να αφεθεί για 3-6 µήνες [12] .
Η χειρουργική
αποκατάσταση ενδείκνυται συνήθως σε ασθενείς µε νευρολογική βλάβη και µεγάλη
γωνίωση στις ακτινογραφίες κάµψης και έκτασης και σε εκείνους που η αστάθεια
της ΑΜΣΣ παραµένει και µετά την εφαρµογή της ακινητοποίησης.
Τέλος, εξετάζεται
ο τράχηλος για τυχόν διάταση των σφαγιτίδων (υπόταση πνευµονοθώρακα,
αιµοπερικάρδιο), υποδόριο εµφύσηµα (κάκωση τραχείας), οίδηµα και παρεκτόπιση
της τραχείας [16] .
Κατάγµατα και εξαρθρήµατα των κάτω και άνω τµηµάτων
της ΑΜΣΣ
Οι κακώσεις των
δύο πρώτων αυχενικών σπονδύλων (Α1-Α2) σπάνια συνδέονται από βλάβες του
νωτιαίου µυελού λόγω του µεγάλου εύρους του σπονδυλικού σωλήνα στο επίπεδο
αυτό. Για το λόγω αυτό η θεραπεία τους είναι συντηρητική. Στα κατάγματα και
εξαρθρήµατα του κάτω τμήματος της ΑΜΣΣ (Α3-Α7), επειδή ο σωλήνας είναι
στενότερος προκαλούν συχνότερες βλάβες στο νωτιαίο µυελό [43] .
Τα τραύματα του νωτιαίου µυελού είναι κακώσεις που δεν
επιδέχονται ουσιαστικά
θεραπεία.
Το 3%
των ασθενών που παρουσιάζουν ελαφρά τετραπληγία και έχουν διασείστηκα τραύµατα
παρουσιάζει καλή εξέλιξη. Και εδώ οι επιπτώσεις εξαρτώνται από το ύψος της
κάκωσης.
Κακώσεις της
αυχενικής µοίρας στους σπονδύλους (Α3-Α5), λόγω του φρενικού νεύρου
συνοδεύονται από άπνοια, ενώ κακώσεις της θωρακικής µοίρας των σπονδύλων (Θ1-Θ4)
συνοδεύονται από βραδυκαρδία και διαταραχές της αναπνοής και απόχρεµψης. Σε
οξεία διατομή του νωτιαίου µυελού έχουµε απώλεια του τόνου των αγγείων κάτω από
τη βλάβη, υπόταση, βραδυκαρδία, απουσία αντανακλαστικών και απώλεια του τόνου
του γαστρεντερικού συστήµατος. Τέλος, η εµφάνιση διευρυµένων φλεβών στα κάτω
άκρα υποδηλώνει βαριά κάκωση του νωτιαίου µυελού.
Σε περίπτωση
κάκωσης του νωτιαίου µυελού λόγω του ότι υπάρχει κίνδυνος να εκδηλωθεί
πνευµονικό οίδηµα από απώλεια της δράσης του συµπαθητικού συστήµατος,
απαιτείται γρήγορη και σωστή επέµβαση για την αντιµετώπιση του. Για το λόγω
αυτό γίνεται ταχεία χορήγηση υγρών και βραχεία χορήγηση µεγάλων δόσεων methylprednisolone για τη
µείωση του µεγέθους της κάκωσης του νωτιαίου µυελού [17].
Καρωτίδα, Σπονδυλικές Αρτηρίες, Τραύματα Φλεβών
Τραύματα της
καρωτίδας ή και των σπονδυλικών αρτηριών προκαλούν διαχωρισμό, θρόμβωση,
ψευδοανεύρισµα. Συμβαίνουν συχνότερα στη βάση του κρανίου και δεν είναι
χειρουργικώς προσπελάσιμα. Επιπλέον τραύματα των φλεβών του τραχήλου προκαλούν
ετερόπλευρη ή αµφοετερόπλευρη θρόμβωση. Η τελευταία µπορεί να επιδεινώσει το
εγκεφαλικό οίδημά σε ασθενείς µε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Σε περιπτώσεις
θρόμβωσης ή διαχωρισμού σε τραύματα καρωτίδων ή και σπονδυλικών αρτηριών εφαρμόζεται
αντιπηκτική αγωγή µε ηπαρίνη. Σε ψευδοανευρίσµατα γίνεται παρακολούθηση µε
αγγειογραφία ενώ αντιμετωπίζονται µε τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) στο ανεύρυσμα. Σε
τραύματα φλεβών γίνεται επίσης τοποθέτηση ενδοπρόθεσης εφόσον όµως η ενδοκράνια
πίεση παραμένει υψηλή [13, 17].
Σε απώλεια
συνείδησης ή σε αναπνευστική διαταραχή από απόφραξη, ο ασθενείς τοποθετείται σε
ύπτια θέση για την διατήρηση ανοικτού αεραγωγού, ενώ η υπερέκταση κεφαλής για
την διάνοιξη των αεροφόρων οδών αντεδείκνυται σε υποψία κάκωσης του αυχένα.
Στην περίπτωση αυτή, ανυψώνουµε την κάτω γνάθο για να ανοίξουν οι αεροφόροι
οδοί, τοποθετώντας το ένα χέρι στο µέτωπο σταθεροποιείται το κεφάλι και ο
αυχένας, ενώ µε τον αντίχειρα και το δείκτη του άλλου χεριού κρατιέται η κάτω
γνάθος και σηκώνεται προς τα εµπρός. Εάν οι παραπάνω χειρισµοί δεν καταστίσουν
δυνατή τη διάνοιξη των αεροφόρων οδών γίνεται αναρρόφηση διαµέσου
ρινοφαρυγγικού ή στοµατοφαρυγγικού αεραγωγού [17] .
Στην εσχάτη των
περιπτώσεων και όταν τα παραπάνω µέτρα αποβούν ανεπαρκή, εκτελείται διασωλήνωση
της τραχείας που γίνεται κάτω από συνθήκες γενικής αναισθησίας (καταστολή,
αναλγησία) [13] .
Τοποθέτηση ρινοφαρυγγικού αεραγωγού
Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που υπάρχει απόφραξη των αναπνευστικών από τη
γλώσσα και σε
περίπτωση που είναι αδύνατη η εισαγωγή του στοµατοφαρυγγικού αεραγωγού λόγω
τραυµατισµού του στόµατος. Για την τοποθέτηση θα χρειαστεί ένα σύστηµα
ρινοφαρυγγικής αναρρόφησης, τοπικό αναισθητικό σε µορφή gel και ένας
ρινοφαρυγγικός αεραγωγός.
Ο πολυτραυµατίας
τοποθετείται σε ύπτια θέση. Επιλέγεται ο µεγαλύτερος ρώθωνας αφού πρώτα
εξεταστεί για τραύµα, ρινική σκολίωση ή πολύποδας. Επαλείφεται ο αεραγωγός µε
τοπικό αναισθητικό και προωθείται, αφού προηγουµένως µετρηθεί το µήκος από τη
µύτη µέχρι το λοβίο του ωτός, προς τα κάτω. Ελέγχεται αν τοποθετήθηκε σωστά,
διότι εάν περάσει από τον οισοφάγο προκαλεί διάταση στοµάχου και υποξία λόγω
ακατάλληλης τοποθέτησης.
Απαιτείται
προσοχή κατά την εισαγωγή του αεραγωγού, καθώς µπορεί να προκληθεί εµετός από
διέγερση του αντανακλαστικού του φάρυγγα. Απαγορεύεται η χρήση αεραγωγών σε
τραύµατα προσώπου και κατάγµατα βάσης κρανίου [17] .
Στοµατοτραχειακή διασωλήνωση
Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ασθενών που
βρίσκονται σε κώµα, µυοχάλαση, άπνοια ή καταστολή για την διατήρηση της
βατότητας των αεροφόρων οδών, την αποµάκρυνση των πνευμονικών εκκρίσεων, τη
διευκόλυνση του µηχανικού αερισµού και την χορήγηση φαρμάκων σε περίπτωση
καρδιακής ανακοπής. Η διασωλήνωση πρέπει να γίνεται µε προσοχή σε άτοµα µε
πιθανή ή βέβαιη κάκωση της Α.Μ.Σ.Σ [1] .
Ο γιατρός εκτελεί τη διασωλήνωση και ο
νοσηλευτής προετοιμάζει τον ασθενή, ετοιµάζει το υλικό που θα χρησιµοποιηθεί
και σερβίρει. Ο νοσηλευτής τοποθετεί σε ύπτια θέση τον ασθενή (σε περίπτωση
κάκωσης γίνεται σταθεροποίηση της κεφαλής µε τα χέρια) και αρχίζει τον
υπεραερισµό µε οξυγόνο 100% χρησιµοποιώντας το σύστηµα «ασκός – βαλβίδα –
µάσκα». Στη συνέχεια, συνδέει τη συσκευή καταγραφής του καρδιακού ρυθµού και τη
συσκευή καταγραφής του κορεσµού σε οξυγόνο. Έπειτα, χορηγούνται κατασταλτικά
και µυοχαλαρωτικά ή γίνεται τοπική αναισθησία. Το σετ διασωλήνωσης
περιλαµβάνει: ενδοτραχειακούς σωλήνες, λαβή & λάµες λαρυγγοσκοπίου, σύριγγες
των 10ml,
τοπικό αναισθητικό, φάρµακα µυοχάλασης, στηθοσκόπιο, υλικά για τη στερέωση του
σωλήνα µετά την τοποθέτηση του [17] .
Φαρυγγική αναρρόφηση
Χρησιµοποιείται για καθαρισµό του
στοµατοφάρυγγα κατά τη διάρκεια της διασωλήνωσης, αλλά και άλλων ιατρικών
πράξεων, ενώ σε µη διασωληνωµένους ασθενείς εφαρµόζεται για πρόκληση βήχα και
βαθιάς αναπνοής. Ο νοσηλευτής προετοιμάζει τον εξοπλισμό και τον ασθενή σε θέση
ηµικαθιστική και ξεκινά τη διαδικασία ως εξής:
Ετοιµάζει το
δοχείο αναρρόφησης και το συνδέει µε το σωλήνα αναρρόφησης.
Προσαρµόζει, έπειτα, ένα καθετήρα αναρρόφησης που να έχει τη κατάλληλη
διάµετρο και ρυθµίζει την ένταση της αναρρόφησης σε 120-200 mlHg.
Επειδή ο ασθενής
µπορεί να αισθάνεται τα πρώτα 10-15 δευτερόλεπτα ότι δεν αναπνέει, επιβάλλεται
να υπάρχει δίπλα του έτοιµη µάσκα οξυγόνου υψηλής ροής, προκειµένου να
χρησιµοποιηθεί µεταξύ των αναρροφήσεων. Επίσης, η διαδικασία της αναρρόφησης
είναι δυνατόν να ερεθίσει τα αντανακλαστικά του βήχα και του εµετού, γι’ αυτό
ενηµερώνεται ο ασθενής και τοποθετείται δίπλα του µια λεκάνη για εµετό και
χαρτοµάντηλα44.
Προσοχή πρέπει να
δίνεται στην εφαρµογή της σωστής τεχνικής, διότι εγκυµονεί ο κίνδυνος λοίµωξης.
Για το λόγω αυτό, κάθε φορά χρησιµοποιείται καινούργιος καθετήρας αναρρόφησης.
Η επαναλαμβανόμενη διέλευση του καθετήρα από τις αναπνευστικές οδούς ευνοεί τη
δηµιουργία αποικιών µικροβίων στους πνεύµονες µε συνέπεια την πνευµονία. Η
επανάληψη της αναρρόφησης µπορεί µα προκαλέσει ερεθισµός των ανώτερων
αναπνευστικών οδών, αιµορραγία και οίδηµα που εµποδίζουν την βατότητα των
αεραγωγών. Η αναρρόφηση µπορεί να προκαλέσει βραδυκαρδία και υπόταση, ενώ
αιµορραγία προκαλεί σε ασθενείς µε διαταραχές πήξης αίµατος. Σε ασθενείς µε
κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις πρέπει να αποφεύγεται, διότι προκαλεί βήχας που αυξάνει
την ενδοκράνια πίεση και ελαττώνει την εγκεφαλική ροή αίµατος, καθώς και εµετό
που επιφέρει διαταραχή της αναπνευστικής λειτουργίας και εισρόφηση.
Ο εξοπλισµός φαρυγγικής αναρρόφησης
περιλαμβάνεις φορητή ή σταθερή στο τοίχο µονάδα αναρρόφησης µε ρυθµιστή και
δοχείο αναρρόφησης, σωλήνες αναρρόφησης, φάρυγγα µε τραυματικό άκρο, καθετήρας
αναρρόφησης κατάλληλου µεγέθους για την ηλικία, φυσιολογικό ορό για τον
καθαρισµό του άκρου και των σωλήνων αναρρόφησης, πηγή και συσκευή οξυγόνου,
λεκάνη για εµετό, χαρτοµάντηλα [17].
Κρικοθυρεοτοµή
Στο χώρο των επειγόντων πρέπει να υπάρχει
διαθέσιµος εξοπλισµός σε περίπτωση που δοθεί εντολή γιατρού να διενεργηθεί
κρικοθυρεοτοµή. Πρέπει να υπάρχουν αποστειρωµένα γάντια, µάσκες, γάζες,
αντισηπτικό διάλυµα, αποστειρωµένα πεδία, νυστέρι νούµερο 11, αιµοστατικές
λαβίδες, τραχειακός διαστολές, ψαλίδι mayo, άγκιστρο τραχείας, τοπικό αναισθητικό σε µορφή gel, αδρεναλίνη, σύριγγα
και βελόνες για τοπική αναισθησία, φακαρόλα για σταθεροποίηση του σωλήνα, σωλήνας τραχειοστοµίας ή ενδοτραχειακός και συσκευή οξυγόνου µε µάσκα [13]
.
Η κρικοθυρεοτοµή ενδείκνυται σε περιπτώσεις
που υπάρχουν γναθοπροσωπικές κακώσεις,
αιµορραγία από το στόµα και µηχανική απόφραξη των αεροφόρων οδών από
οποιαδήποτε αίτια, όταν δηλαδή η διασωλήνωση ή ο αερισµός µε άλλους τρόπους δεν
είναι εφικτό να γίνει.
∆εν χρησιµοποιούµε τη διαδικασία της
κρικοθυρεοτοµής σε συνθλιπτικά τραύµατα λάρυγγα., όγκους ή στένωση αυτού,
υπογλωτιδική στένωση, αιµάτωµα ή διαταραχές πήξης αίµατος, διατοµή τραχείας.
Ο ασθενής ετοιµάζεται από το νοσηλευτή σε
ύπτια θέση και καθαρίζεται µε αντισηπτικό η περιοχή του λαιµού.
Οι επιπλοκές από τη διαδικασία είναι:
Ασφυξία
Εισρόφηση αίµατος
Τρώση του
οισοφάγου ή της τραχείας
Βράγχος φωνής
ακόµα και παράλυση φωνητικών χορδών [13] .
Διενεργείται σε περίπτωση που δε µπορεί να γίνει
ενδοτραχειακή διασωλήνωση ή
κρικοθυρεοτοµή, σε
περίπτωση λαρυγγοτραχειακού τραύµατος καθώς και σε ύπαρξη νεοπλάσµατος,
αποστήµατος ή ξένου σώµατος στο φάρυγγα που εµποδίζει την ενδοτραχειακή
διασωλήνωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι εκτελείται από έµπειρο γιατρό και σε
περίπτωση κάκωσης της Α.Μ.Σ.Σ. ακινητοποιείται σταθερά η κεφαλή και η
σπονδυλική στήλη [16] .
Το υλικό που απαιτείται για τη διαδικασία της
τραχειοστοµίας είναι: αποστειρωµένα γάντια, µάσκες, προστατευτικά γυαλιά,
αντισηπτικό διάλυµα, νυστέρι νούµερο 11 και 15, σύριγγες 5 ml, τοπικό αναισθητικό,
σωλήνες τραχειοστοµίας, ψαλίδι, λαβίδες ανατοµικές & χειρουργικές, λαβίδες
µοσκίτο, διαστολέας και άγκιστρο τραχείας, γάζες, λευκοπλάστ, ράµµατα, παροχή
και µάσκα οξυγόνου, σύστηµα ασκού-βαλβίδας-µάσκας. Κατά την εκτέλεση της
διαδικασίας συγκρατείται η κεφαλή, η σπονδυλική στήλη και οι ώµοι σταθερά µε τα
χέρια και τη βοήθεια µαξιλαριού (κυρίως σε περίπτωση κάκωσης Α.Μ.Σ.Σ.).
Καθαρίζεται η περιοχή από τη γνάθο ως τις κλείδες µε αντισηπτικό διάλυµα και
ενίεται αναισθητικό τοπικά αφού προηγουµένως έχει κατασταλεί ο ασθενής [43].
Επιπλοκές που µπορεί να προέλθουν από τη
τραχειοστοµία είναι:
Καρδιοαναπνευστική ανακοπή από υποξία Αιμορραγία
Κάκωση αγγείων, θυρεοειδούς αδένα, οισοφάγου, λαρυγγικού νεύρου, τραχείας
Βραδυκαρδία και υπόταση λόγω υποξίας.
Ενδοτραχειακή και τραχειοστοµατική αναρρόφηση
Η αναρρόφηση
γίνεται µέσω του τραχειοσωλήνα για αποµάκρυνση των εκκρίσεων που µπορεί να
προκαλέσουν, υποξία, πνευµονία, βρογχίτιδα, ατελεκτασία και για τη πρόληψη
εισρόφησης γαστρικών υγρών ή αίµατος. Η αναρρόφηση σε άτοµα µε καταστολή έχει
ως σκοπό, εκτός των άλλων, να προκαλέσει το αντανακλαστικό του βήχα.
Για να γίνει µια
αναρρόφηση απαιτείται ότι και στη φαρυγγική αναρρόφηση:
Μονάδα µε δοχείο
αναρρόφησης
Συνδετικοί
σωλήνες µε αποστειρωµένο καθετήρα
Αποστειρωµένο
καθετήρα αναρρόφησης
Φυσιολογικός ορός για ξέπλυµα του καθετήρα και συσκευή ασκού µε βαλβίδα και
µάσκα.
Οι ενέργειες που
ακολουθούν είναι ίδιες µε αυτές της φαρυγγικής αναρρόφησης [33,
17].
Αερισμός µε συσκευή ασκού – βαλβίδας – µάσκας
Όταν ο
πολυτραυµατίας δε µπορεί να αναπνεύσει µόνος του ή µε άλλα µηχανικά µέσα, τότε
γίνεται αερισµός µε συσκευή AMBU µε αποτέλεσµα να ασκείται θετική πίεση σε
ασθενείς µε ανεπαρκή αερισµό ή άπνοια. Η θετική πίεση εισάγεται στους πνεύµονες
µέσω µιας µάσκας που πρέπει να έχει το κατάλληλο µέγεθος και εφαρµόζεται
στεγανά στο πρόσωπο. Αν η µάσκα είναι πολύ µεγάλη προκαλούνται τότε βλάβες στα
µάτια από υπεραερισµό και δεν γίνεται επαρκής αερισµός στον ασθενή διότι ο
αέρας διαφεύγει από τα πλαϊνά. Οι επιπόλαιες πιέσεις µπορεί να προκαλέσουν πνευµοθώρακα,
ενώ η µεγάλοι αναπνεόµενοι όγκοι προκαλούν διάταση στομάχου, εµετό και
εισρόφηση [35] .
Τα υλικά και ο
εξοπλισµός που χρειάζεται για τον αερισµό είναι:
Συσκευή
αυτοπληρούµενου σάκου (AMBU)
Πηγή οξυγόνου
Συνδετικοί
σωλήνες
Στοµατικός ή
ρινικός αγωγός
Συσκευή
φαρυγγικής αναρρόφησης
Μάσκα κατάλληλου
για τον ασθενή µεγέθους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου