Σελίδες

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου: Πρώτες βοήθειες κατά την οξεία φάση στο ΤΕΠ


Αποτέλεσμα εικόνας για Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου

Σε περίπτωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, η έγκαιρη προσέλευση στο νοσοκομείο εξασφαλίζει στον ασθενή υψηλές πιθανότητες επιβίωσης και θεραπείας, που αγγίζουν το 90%. Μονάχα ένα ποσοστό της τάξεως του 7% των ασθενών που παθαίνουν οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου καταλήγουν στον θάνατο. Τα ποσοστά θνησιμότητας οφείλονται συνήθως στην αδυναμία του ατόμου να λάβει έγκαιρη, επαρκή και κατάλληλη ιατρική φροντίδα (DiMarco, 2009). 

Από τη στιγμή που ο ασθενής θα εισαχθεί στο νοσοκομείο με ενδείξεις εμφράγματος, το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό θα προβεί σε μια σειρά από διαδοχικές ενέργειες για την άμεση διάγνωση του προβλήματος. Με την επιβεβαίωση του επικείμενου ή εξελισσόμενου εμφράγματος, ο ασθενής αναμένεται να οδηγηθεί στην Μονάδα Εμφραγμάτων. Στη Μονάδα αυτή οι γιατροί χορηγούν στον ασθενή θρομβολυτικά φάρμακα προκειμένου να προκαλέσουν τη «διάνοιξη» της αρτηρίας και τη διάλυση του θρόμβου που προκάλεσε τον φραγμό. Προκειμένου να το επιτύχουν αυτό, προχωρούν συνήθως σε μία μικρή επέμβαση με καθετήρα με την οποία θα διαανοίξουν την αρτηρία και θα σπάσουν τον θρόμβο, ούτως ώστε να καταφέρουν την επέκταση της νέκρωσης (Guyton, 1998, Μπροκαλάκη και συν., 2010).


Ο μέσος χρόνος νοσηλείας στη Μονάδα Εμφραγμάτων δεν υπερβαίνει τις 3-4 μέρες στις περισσότερες περιπτώσεις. Στη διάρκειά των ημερών αυτών ο ασθενής υποβάλλεται σε ποικίλες εργαστηριακές και κλινικές εξετάσεις, ώστε να καταγραφεί η πλήρης εικόνα της κατάστασής του προτού και αφότου ο ασθενής υποβληθεί σε καρδιακό καθετηριασμό. Ο καρδιακός καθετηριασμός αποτελεί μια απλή επέμβαση, η οποία δεν απαιτεί καν ολική αναισθησία. Με την επέμβαση αυτή, το ιατρικό προσωπικό μπορεί να εντοπίσει τις αρτηρίες που έχουν πληγεί και τις επιδιορθώνουν. Από την εξέλιξη της υγείας του ασθενούς εξαρτάται το σχέδιο θεραπευτικής παρέμβασης, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στη συνέχεια, όπως είναι η εφαρμογή κάποιας χειρουργικής επέμβασης, όπως η αγγειοπλαστική ή η χορήγηση κάποιας απλής φαρμακευτική αγωγή. Στόχος των παρεμβάσεων αυτών είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και της υγείας τους (Βαρδής και συν., 2005, Μπροκαλάκη και συν., 2010, Οικονόμου, 2009). 

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με την έλευσή τους στο νοσοκομείο, οι ασθενείς οδηγούνται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) και μόνο με τη διάγνωση του συγκεκριμένου προβλήματος οδηγούνται στη Μονάδα Εμφράγματος. 

Βασική αποστολή του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών αποτελεί η άμεση αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών, των ασθενών δηλαδή που διακομίζονται με ασθενοφόρο ή προσέρχονται στο νοσοκομείο σε 24ωρη βάση αναζητώντας άμεση περίθαλψη. Στην περίπτωση του οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου, η περίθαλψη των ασθενών στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών περιλαμβάνει ορισμένους ειδικούς στόχους και απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις (Βαρδής και συν., 2005, Μπροκαλάκη και συν., 2010, Ναλμπάντη και Μούλτου, 2007, Οικονόμου, 2009).

Πιο συγκεκριμένα, βασικοί στόχοι της περίθαλψης τωμ ασθενών µε θωρακικό άλγος και επικείμενο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι οι παρακάτω: 

 Ο ταχύτερος δυνατός εντοπισµός των ασθενών µε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου λαμβάνοντας υπόψη τα τυπικά ή άτυπα συμπτώματα ώστε ν’ αρχίσει αµέσως η κατάλληλη θεραπεία, 

 Η αναγνώριση των ασθενών µε στεφανιαία σύνδροµα (π.χ. ασταθή στηθάγχη) αλλά χωρίς, τα οποία βρίσκονται σε µεγάλο κίνδυνο και 

 Η αντικειμενική και ακριβής εκτίµηση των ασθενών χαµηλού κινδύνου που χρειάζεται να υποβληθούν σε αναίµακτο έλεγχο (Μπροκαλάκη και συν., 2010, Ναλμπάντη και Μούλτου, 2007, Οικονόμου, 2009). 

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι όσο πιο γρήγορα ξεκινήσει η θεραπεία επαναιµάτωσης των ασθενών µε τη διαγνωστική ανάσπαση του τµήµατος ST, τόσο πιο θετικά πρόκειται να είναι τα τελικά αποτελέσµατα της θεραπευτικής παρέμβασης. 

Βέβαια, εξίσου σημαντικό στόχο αποτελεί η εφαρµογή ενός συστήµατος διαλογής, που να μειώνει τον αριθµό των ασθενών υψηλού κινδύνου, µε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ασταθή στηθάγχη στην παρούσα περίπτωση, που λανθασμένα αποµακρύνονται από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, ενώ παράλληλα, να μειώνει τις εισαγωγές στη µονάδα εντατικής θεραπείας των ασθενών χαµηλού κινδύνου, οι οποίοι, αν και βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο, δεν έχουν υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (Μπροκαλάκη και συν., 2010, Οικονόμου, 2009). 

Σε γενικές γραμμές, σπανίως συναντώνται περιπτώσεις υποδιάγνωσης ή υπερδιάγνωσης των καρδιαγγειακών δυσλειτουργιών. Η λάθος διάγνωση του οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου συνδέεται πολύ συχνά µε την εσφαλμένη ερµηνεία των ειδικών εργαστηριακών εξετάσεων. 

Οι δυσκολίες διάγνωσης του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου είναι συχνές, πάντως. Χαρακτηριστικά, αξιζει να αναφερθεί ότι ακόµα και το έμπειρο ιατρικό προσωπικό καταφέρνει να διαγνώσει έγκαιρα και ικανοποιητικά την ασταθή στηθάγχη κατά 79-80% και με βάση σχεδόν αποκλειστικά τα κλινικά ευρήματα. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις, οπότε η ασταθούς στηθάγχη δεν συνοδεύεται από έμφραγμα, η διάγνωση καθίσταται ακόμη πιο δύσκολη, αφού απαιτεί υψηλή εξειδίκευση και 49 εξοικείωση με τις σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις προκειμένου να εξακριβωθεί με ασφάλεια το πραγματικό πρόβλημα και η σοβαρότητά του (Ναλμπάντη και Μούλτου, 2007).

Η σημασία της ακριβούς εκτίμηση της βλάβης στο ΤΕΠ 

Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενως ενότητες, το οξύ έμφργμα μυοκαρδίου αποτελεί μια ιατρική κατάσταση, η οποία εξελίσσεται ραγδαία και γι’ αυτό απαιτεί άμεσες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Έτσι, ο σχεδιασμός και η καθιέρωση μιας μεθόδου, η οποία θα οδηγεί σε άμεση προκαταρκτική εκτίµηση της κατάστασης των ασθενών με έντονο θωρακικο πόνο είναι απαραίτητη. 

Βασικό στόχο του εγχειρήματος αυτού αποτελεί η μείωση της διάρκειας που απαιτείται για τη διάγνωση του επικείμενου ή εξελισσόμενου εμφράγματος σε λιγότερο από 10 λεπτά με τη διαδικασία να περιλαμβάνει τη λήψη ηλεκτροκαρδιογραφήματος 12 απαγωγών, την τοποθέτηση ενδοφλέβιας γραµµής, την χορήγηση οξυγόνου, καθώς και την εγκατάσταση συστήματος συνεχούς παρακολούθησης με ηλεκτροκαρδιογράφημα (Βαρδής και συν., 2005, Μπροκαλάκη και συν., 2010). 

Το εγχείρημα της έγκαιρης και ταχείας εκτίµησης της κατάστασης του ασθενούς εστιάζεται στην επίτευξη διαφορικής διάγνωσης του θωρακικού πόνου, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί γρήγορα αν η ισχαιµία του µυοκαρδίου θα μπορούσε να αποτελεί μια πιθανή διάγνωση. Για την καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης συνηθίζεται ακόμη η λήψη αίματος για τη µέτρηση των βασικών επιπέδων των καρδιακών δεικτών, αλλά και τη γενικότερη εκτίμηση της ιατρικής εικόνας του ασθενούς, που καταφθάνει στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Σε περίπτωση που εντοπιστούν ενδείξεις ισχαιµίας του µυοκαρδίου προτείνεται συνήθως στους ασθενείς η λήψη δισκίου ασπιρίνης 160-325 mg και ενιότε η λήψη υπογλώσσιας νιτρογλυκερίνης, η οποία, όμως, αποφεύγεται άν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι χαμηλότερη του 90mmHg (Βαρδής και συν., 2005, Μπαχαρακάκης, 2005, Μπροκαλάκη και συν., 2010, Οικονόμου, 2009).

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΟΞΥ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΗ 

ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΑ ΕΠΟΠΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ 

ΑΝΩΤΕΡΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ 
ΣΧΟΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου