Στην περιοχή του εγκαύματος παρατηρούνται
ορισμένες τοπικές λειτουργικές διαταραχές, που στις βαρύτερες περιπτώσεις
συνδυάζονται με γενικότερες διαταραχές της λειτουργίας ολόκληρου του
οργανισμού.
Η επίδραση της θερμότητας προκαλεί έντονη τοπική παραλυτική αγγειοδιαστολή, που εκδηλώνεται με υπεραιμία της εγκαυματικής επιφάνειας. Η αγγειοδιαστολή αυτή επιβραδύνει την κυκλοφορία του αίματος και αυξάνει την διαπερατότητα τριχοειδών αγγείων, με αποτέλεσμα την έξοδο υγρών (πλάσματος και νερού) από αυτά.
Το μεγαλύτερο μέρος των υγρών αυτών χάνεται προς το εξωτερικό περιβάλλον στην περιοχή του εγκαύματος, λόγω της καταστροφής του δέρματος, ενώ ένα μικρότερο μέρος συγκεντρώνεται στο διάμεσο χώρο με τη μορφή οιδήματος. Τα υγρά χάνονται προς το περιβάλλον με τη συνεχή εκκροή και εξάτμιση από τις ακάλυπτες περιοχές.
Αντίθετα, η εσωτερική απώλεια (ο σχηματισμός δηλαδή οιδήματος) είναι παροδική και διαρκεί μόνο 36-48 ώρες. Ο οργανισμός χάνει με τον τρόπο αυτό νερό, ηλεκτρολύτες και πρωτεΐνες. Το υγρό που χάνεται περιέχει λιγότερες πρωτεΐνες σε σύγκριση με το πλάσμα, πράγμα που προκαλεί αύξηση της πυκνότητας πρωτεϊνών στο πλάσμα. Ο οργανισμός προσπαθεί να αποκαταστήσει την ισορροπία των πρωτεϊνών με μετακίνηση νερού από τον διάμεσο χώρο των υγιών περιοχών του σώματος προς τα αγγεία.
Λόγω της μετακίνησης αυτής, λιγοστεύει, όπως είναι επόμενο, το διάμεσο υγρό και ο οργανισμός αναπληρώνει το έλλειμμα αυτό με νέα μετακίνηση νερού από τα κύτταρα προς το διάμεσο χώρο. Με τις διαδοχικές αυτές μετακινήσεις νερού δημιουργείται μια συνεχής ροή (ένα ρεύμα) υγρών από τα κύτταρα προς την περιοχή του εγκαύματος, όπου τα υγρά αυτά χάνονται προς το περιβάλλον, με άμεσο κίνδυνο πλήρους αφυδάτωσης του οργανισμού, αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Το οίδημα των ιστών αναπτύσσεται στην περιοχή του εγκαύματος από την πρώτη στιγμή, αυξάνεται το πρώτο οκτάωρο με μεγάλη ταχύτητα που λιγοστεύει προοδευτικά τα επόμενα οκτάωρα, φτάνει στην ακμή του
36-48 ώρες μετά το ατύχημα και στη συνέχεια υποχωρεί βαθμιαία και εξαφανίζεται σε 1-2 εβδομάδες. Η υποχώρηση του οιδήματος μετά τις πρώτες 48 ώρες οφείλεται στη βαθμιαία αποκατάσταση της κυκλοφορίας και την επαναρρόφηση του οιδηματικού υγρού, ενώ παράλληλα περιορίζεται και η εξαγγείωση πλάσματος.
Όπως γίνεται φανερό από τα πιο πάνω, το μεγαλύτερο
γενικό επακόλουθο της τοπικής εγκαυματικής βλάβης είναι για τον οργανισμό η
απώλεια υγρών.
Η απώλεια αυτή είναι δυνατό να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του όγκου του αίματος, με αποτέλεσμα την κακή αιμάτωση και ανεπαρκή οξυγόνωση ζωτικών οργάνων και την εμφάνιση οξείας κυκλοφορικής ανεπάρκειας (σοκ). Οι σοβαρές και επικίνδυνες αυτές διαταραχές παρατηρούνται συνήθως σε εγκαύματα τρίτου ή δεύτερου βαθμού με έκταση μεγαλύτερη από 20-25 %.
Η απώλεια αυτή είναι δυνατό να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του όγκου του αίματος, με αποτέλεσμα την κακή αιμάτωση και ανεπαρκή οξυγόνωση ζωτικών οργάνων και την εμφάνιση οξείας κυκλοφορικής ανεπάρκειας (σοκ). Οι σοβαρές και επικίνδυνες αυτές διαταραχές παρατηρούνται συνήθως σε εγκαύματα τρίτου ή δεύτερου βαθμού με έκταση μεγαλύτερη από 20-25 %.
Εκτός από την απώλεια υγρών, στα βαριά εγκαύματα τρίτου βαθμού παρατηρείται συχνά μεγάλη καταστροφή ερυθρών αιμοσφαιρίων, που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναιμία. (31)
Γκούφα
Ιουλία
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου