Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ - ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ - ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΞΕΟΣ ΠΟΝΟΥ (Μέρος Πρώτο)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ


 Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ 

ΟΡΙΣΜΟΣ, ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΠΟΝΟΥ 

Κατά το Raton, ο πόνος αποτελεί μια δυσάρεστη αίσθηση, η οποία προκαλείται από κάποιο ερέθισμα στο ανθρώπινο σώμα. Σε γενικές γραμμές, ο πόνος αποτελεί πολύπλοκο φαινόμενο. Η πολυπλοκότητα αυτή πηγάζει τόσο από τις διάφορες αιτίες που τον προκαλούν, τις διάφορες μορφές που παίρνει, ανάλογα με το είδος και την έντασή τους, καθώς και τις διάφορες –φαρμακευτικές και μηπαρεμβάσεις που θεωρούνται ως οι πιο κατάλληλες για την αντιμετώπισή του κάθε φορά [10]. 

Παρά την πολυπλοκότητα του, βέβαια, ένας κοινά αποδεκτός ορισμός του πόνου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι αυτός της Διεθνούς Οργάνωσης για τη Μελέτη του Πόνου (International Association for the Study of Pain, IASP), σύμφωνα με τον οποίο «ο πόνος αποτελεί μια δυσάρεστη υποκειμενική αισθητική και συναισθηματική εμπειρία, η οποία συνδέεται με μια πραγματική ή δυνητική ιστική βλάβη, ή μια βλάβη που περιγράφεται σαν τέτοια» [11]. 

Η σπουδαιότητα της μελέτης του πόνου έγκειται στο ότι αποτελεί την πιο συχνή αιτία για την οποία οι άνθρωποι ζητούν τη βοήθεια κάποιου επαγγελματία υγείας. Επίσης, ο πόνος είναι αυτός που κατά κανόνα οδηγεί τους ανθρώπους στο να αναπτύξουν την αίσθηση ότι έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας, χωρίς αυτό, βέβαια, να είναι πάντα η πραγματικότητα, αφού πολλές φορές οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας χωρίς να έχουν αισθανθεί «προειδοποιητικούς πόνους» [12]. 

Σύμφωνα με τους Wilsey et. al (2004), ο πόνος αποτελεί το κύριο σύμπτωμα των ασθενών που προσέρχονται στο Ορθοπαιδικό Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ - ΟΡΘ). Ο πόνος προσβάλει όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα από τα δημογραφικά τους χαρακτηριστικά, όπως είναι π.χ. το φύλο, η ηλικία και η 10 εθνικότητα. Η σημασία του πόνου είναι πολύ μεγάλη, καθώς αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και με τις σωστές παρεμβάσεις μπορεί να προκαλέσει μια πληθώρα παθοφυσιολογικών διαταραχών, οι οποίες με τη σειρά τους είναι δυνατόν να έχουν επίσης σημαντικές συνέπειες στην περαιτέρω ζωή και πορεία της υγείας των ασθενών [13]. 


Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αλλά και όπως υποστηρίζει και ο Διεθνής Οργανισμός Μελέτης του Πόνου (International Association for the Study of Pain), τα είδη και οι κατηγορίες του πόνου προκύπτουν από τα μέρη και συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού όπου και εμφανίζεται (π.χ. γαστρεντερικό, νευρολογικό κτλ.), καθώς επίσης και από τις αιτίες που τον προκαλούν κάθε φορά. 

Κατά κανόνα, βέβαια, ο πόνος διακρίνεται σε οξύ και χρόνιο [14]. 

Λαμβάνοντας υπόψη πρώτα τον οξύ πόνο, αυτός διαρκεί συνήθως έως και 3 μήνες και γίνεται εύκολα αντιληπτός σε εύκολα διακριτές περιοχές. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά καθιστούν τον πόνο ως πιο εύκολα διαχειρίσιμο, αφού οι επαγγελματίες υγείας είναι σε θέση –τις περισσότερες φορές τουλάχιστον- να εντοπίσουν άμεσα την επώδυνη περιοχή και να παρέμβουν άμεσα για την αντιμετώπισή του. 

Ο χρόνιος πόνος, αντίθετα, έχει διάρκεια άνω των 3 μηνών (κατά τον Gatchel θα πρέπει να έχει διάρκεια άνω των 6 μηνών) [15] και αποτελεί συνήθως τη φυσιολογική εξέλιξη μιας χρόνιας πάθησης. Είναι δύσκολο οι ασθενείς να περιγράψουν επακριβώς το χρόνιο πόνο, όπως είναι δύσκολο και για τους επαγγελματίες υγείας να υπολογίσουν την ακριβή χρονική στιγμή έναρξης του πόνου, καθώς και να εντοπίσουν άμεσα την ακριβή αιτία που τον προκαλεί (Debono, 2013) [17]. 

Ο χρόνιος πόνος είναι ούτως ή άλλως μια πολύ πιο σύνθετη κλινική περίπτωση από τον οξύ πόνο, κάτι που διαφαίνεται και από το ότι για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου χρειάζονται συνδυαστικές παρεμβάσεις ιατρών και επαγγελματιών υγείας διαφόρων ειδικοτήτων, ώστε, εκτός από τον πόνο, να αντιμετωπιστούν και 11 οι παράπλευρες συνέπειές του, όπως για παράδειγμα οι ψυχολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις στη ζωή των ασθενών [17]. 

Όπως διαφέρει ο πόνος ανάλογα με τη διάρκειά του, την περιοχή όπου εμφανίζεται και την έντασή του, έτσι διαφέρει και ως προς τις συνέπειές του για τους ασθενείς. Πιο συγκεκριμένα, ο πόνος γενικά οδηγεί τους ασθενείς στο να αποφεύγουν δραστηριότητες που επιδεινώνουν την αίσθηση του πόνου. Παράλληλα, οι άνθρωποι συνηθίζουν να προστατεύουν τις περιοχές του σώματός τους όπου αισθάνονται τον πόνο [18]. 

Βέβαια, πιο σημαντικές είναι οι συνέπειες του χρόνιου πόνου, αφού στην περίπτωση αυτού του είδους πόνου οι ασθενείς τείνουν να εγκαταλείπουν σταδιακά καθημερινές δραστηριότητες που εντείνουν την αίσθηση του πόνου, αποκτούν ψυχολογικά προβλήματα που μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε κατάθλιψη, έχουν προβλήματα με την κοινωνική τους ζωή, αλλά αντιμετωπίζουν και οικονομικές δυσκολίες, ειδικά σε περιπτώσεις χρόνιου πόνου και νοσημάτων των οποίων οι κλινικές και μη παρεμβάσεις είναι εξαιρετικά δαπανηρές (π.χ. καρκίνος) [19]. 

ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ 

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ 

Όπως προκύπτει από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, το πώς αντιμετωπίζεται ο πόνος κάθε φορά εξαρτάται από το είδος και την έντασή του, το κλινικό ιστορικό των ασθενών, καθώς επίσης και από τις αιτίες που τον προκαλούν. 

Σε γενικές γραμμές, και όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, ο οξύς πόνος είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί πιο άμεσα και εύκολα, καθώς είναι πιο εύκολο και άμεσο να εντοπιστεί η αιτία του πόνου και η επώδυνη 12 περιοχή. 

Αντίθετα, λόγω της δυσκολίας στην ακριβή περιγραφή του πόνου και την αξιολόγηση των αιτιών που τον προκαλούν, ο χρόνιος πόνος είναι πιο δύσκολο και χρονοβόρο να αντιμετωπιστεί, ενώ χρειάζεται η σύμπραξη ιατρών και επαγγελματιών υγείας διαφόρων ειδικοτήτων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν όχι μόνο οι κλινικές, αλλά και οι ψυχολογικές επιπτώσεις του χρόνιου πόνου [20]. 

Λαμβάνοντας υπόψη την αντιμετώπιση του οξέος πόνου στο ΤΕΠ, ο οποίος βρίσκεται άλλωστε και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της διπλωματικής αυτής εργασίας, αυτή γίνεται κατά βάση με φαρμακευτική αγωγή διαφόρων ειδών, στόχος των οποίων είναι η αναλγησία. 

Μέσα στα παραπάνω πλαίσια, οι ιατροί και νοσηλευτές στο ΤΕΠ χορηγούν τόσο οπιοειδή όσο και μη οπιοειδή αναλγητικά.

 ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΞΕΟΣ ΠΟΝΟΥ 

Λαμβάνοντας υπόψη πρώτα τα μη οπιοειδή αναλγητικά, ένα αναλγητικό που χρησιμοποιείται συνήθως στο ΤΕΠ είναι η παρακεταμόλη (ή ακεταμινοφαίνη). Το εν λόγω αναλγητικό βοηθά στην καταστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η παρακεταμόλη είναι γνωστή για την αναλγητική και αντιπυρετική δράση της, όμως δεν έχει δυνατή αντιφλεγμονώδη δράση, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται κυρίως για την 13 αντιμετώπιση πόνου χαμηλής ή μέτριας έντασης. Χορηγείται κυρίως από το στόμα, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις χορηγείται και από το ορθό ή με ενδοφλέβια ένεση. Ως παρενέργειες προκρίνονται οι διαταραχές στην ηπατική και νεφρική λειτουργία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η παρακατεμόλη είναι πολύ πιο ακίνδυνη από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) [21]. 

Εκτός από τα οπιοειδή αναλγητικά, άλλα μη οπιοειδή αναλγητικά που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του οξέος πόνου είναι οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (ΜΣΑΦ, π.χ. ασπιρίνη, μεφαιναμικό οξύ, ιβουπροφαίνη, αζαπροπαζόνη). 

Όπως προκύπτει από την ονομασία τους, τα εν λόγω αναλγητικά συντελούν και αυτά στην αναστολή στην σύνθεση των προσταγλανδινών, αυτή τη φορά όμως μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης (COX-1). 

Οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης, σε αντίθεση με την παρακεταμόλη, έχουν όχι μόνο ισχυρή αναλγητική και αντιπυρετική δράση, αλλά και αντιφλεγμονώδη. Όμως, λόγω του ότι πρόκειται για ισχυρά αναλγητικά, η χορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά σε ασθενείς με ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα, αφού τα αναλγητικά αυτά επηρεάζουν σημαντικά την ηπατική και νεφρική λειτουργία (οδηγούν ακόμη και σε νεφρική ανεπάρκεια), ενώ παρατείνουν και το χρόνο ροής των αιμοπεταλίων. 

Πέρα από τα παραπάνω, οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης έχουν γενικά και ηπιότερες παρενέργειες, όπως οι ίλιγγοι και οι στομαχικές διαταραχές, ενώ σε ασθενείς με άσθμα μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση του βρογχόσπασμου [22]. 

Υπάρχουν και αναλγητικά που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση-2 (COX2), τα οποία επίσης χορηγούνται από το στόμα, ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως (π.χ. σελεκοξίμπη, ροφεκοξίμπη). 

Τα αναλγητικά αυτά έχουν επίσης έντονη αντιφλεγμονώδη δράση, αλλά η επίδρασή τους στην κυκλοοξυγενάση (COX-1) είναι πολύ μικρή. 

Επίσης, σε αντίθεση με τα κοινά ΜΣΑΦ, οι εκλεκτικοί 14 αναστολείς COX-2 δεν έχουν σημαντικές παρενέργειες στη γαστρεντερική λειτουργία, ούτε επηρεάζουν τη ροή των αιμοπεταλίων. Όμως, είναι δυνατόν να προκαλέσουν καρδιαγγειακές παθήσεις (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο) όπως επίσης και θρόμβωση, καθιστώντας έτσι απαγορευτική τη χρήση τους σε άτομα με καρδιαγγειακές παθήσεις [23]. 

Όσον αφορά τα οπιοειδή αναλγητικά, αποτελούν αναλγητικά που δρουν στο κεντρικό μέρος του νευρικού συστήματος (και όχι το περιφερικό, όπως συμβαίνει με τα μη οπιοειδή αναλγητικά). Για την ακρίβεια, λειτουργούν ως ναρκωτικά, λόγω των υπνωτικών αποτελεσμάτων που έχουν. 

Τα πιο γνωστά οπιοειδή αναλγητικά που χρησιμοποιούνται στο ΤΕΠ είναι η μορφίνη, η μεθαδόνη, η πεθιδίνη, η κωδεΐνη, η βουπρενορφίνη, η τραμαδόλη και η ναλοξόνη Λόγω της σύστασης και μορφής τους, χορηγούνται είτε από το στόμα είτε παρεντερικά. 

Τα οπιοειδη αναλγητικά δρουν μέσω των μ υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την αναλγησία και την καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας. Τα εν λόγω αναλγητικά αυξάνουν την έξοδο ιόντων Cl από τα κύτταρα, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται ακόμα μεγαλύτερο αρνητικό δυναμικό στο εσωτερικό μέρος των νευρικών κυττάρων και έτσι να πραγματοποιείται η υπερπόλωση τους. 

Σε γενικές γραμμές, τα οπιοειδή αναλγητικά δεν προκαλούν βλάβες στο καρδιαγγειακό σύστημα των ασθενών. Βέβαια, λόγω της βραδυκαρδίας και της αγγειοδιαστολής που προκαλούν στις φλέβες, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε μείωση της αρτηριακής πίεσης. 

Η παρενέργεια αυτή είναι συχνή ειδικά στην περίπτωση χορήγησης μορφίνης και πεθιδίνης, αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις απελευθερώνονται μεγάλα ποσοστά ισταμίνης. 

Όσον αφορά το αναπνευστικό σύστημα, η χρήση οπιοειδών αναλγητικών προκαλεί δυσκολίες στον αερισμό και την αναπνευστική συχνότητα. Επίσης, μειώνουν την κατανάλωση οξυγόνου από τον εγκέφαλο, καθώς επίσης και 15 τη ροή αίματος προς αυτόν. 

Τα οπιοειδή αναλγητικά έχουν και σημαντικές επιδράσεις στο γαστρεντερικό σύστημα, καθώς μειώνουν τη συσταλτικότητα του εντέρου. Είναι σημαντικό, τέλος, να σημειωθεί πως ο συνδυασμός πεθιδίνης με αναστολείς μονοαμινοξειδάσης είναι δυνατόν να οδηγήσει σε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως είναι η παύση της αναπνευστικής λειτουργίας και, σε ακραίες περιπτώσεις, το κώμα [24].




Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ - ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ - ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΞΕΟΣ ΠΟΝΟΥ (Μέρος Πρώτο)

ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ (ΤΕΠ) (Μέρος Δεύτερο)


ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΣΤΟ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΕΩΡΓΑΡΑΚΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΑ 
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017

Επιμέλεια Κειμένου
Παναγιώτης Σπανός
Διασώστης ΕΚΑΒ Ρόδου

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου