Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Ψυχολογικές Επιπτώσεις Πληγέντων: Πρακτικές Οδηγίες για το Προσωπικό Έκτακτης Ανάγκης


Εισαγωγικές Έννοιες

Όπως είχε επισημανθεί ήδη από το 1954 από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία, «Σε όλες τις καταστροφές, είτε αυτές προκύπτουν από τις δυνάμεις της φύσης είτε από ανθρωπογενείς παράγοντες, οι άνθρωποι που εμπλέκονται υποβάλλονται σε σοβαρές καταπονήσεις…. Είναι ζωτικής σημασίας να επισημανθεί σε όλο το προσωπικό που εμπλέκεται στην καταστροφή ότι πρέπει να έχουν μια κάποια εξοικείωση με κοινά πρότυπα αντιδράσεων σε ασυνήθιστες καταστάσεις συναισθηματικού στρες και έντασης και πρέπει επίσης να γνωρίζουν τις θεμελιώδεις αρχές της αντιμετώπισης …οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να βοηθήσουν τα θύματα των πλημμυρών, πυρκαγιών ανεμοστρόβιλων και άλλων φυσικών καταστροφών»

Οι σοβαρές καταπονήσεις σχετίζονται με πιθανούς τραυματικούς στρεσογόνους παράγοντες, που εκτίθεται ένα άτομο που βιώνει μια καταστροφή.

Θρηνεί για την απώλεια αγαπημένων του προσώπων, συγγενών και φίλων του και μπορεί να νιώθει αισθήματα ενοχής που ο ίδιος είναι ζωντανός.

Είναι συγκλονισμένος από τις υλικές ζημίες που υπέστη ή ακόμη και σωματικές βλάβες.

Εκτίθεται σε τραυματικές και μακάβριες εικόνες όπως πτώματα, διαμελισμένα ή παραμορφωμένα ακόμη και παιδιών, περιουσίες σε ερείπια, απελευθέρωση επικίνδυνων χημικών ουσιών, κατεστραμμένες υποδομές όπως η υγειονομική περίθαλψη, σχολεία, σούπερ μάρκετ ή άλλων και ενδέχεται να παραβιάζεται ακόμη περαιτέρω η ασφάλεια του.

Μπορεί να διαχωριστεί από τους αγαπημένους του, ακόμα και τα παιδιά του, μερικές φορές και για εβδομάδες. Η μετεγκατάσταση του σε ένα χώρο μαζικής κοινωνικής φροντίδας μπορεί να είναι αναγκαία για την από κοινού χρήση των ευκολιών και των πόρων αλλά επιφέρει την απόλυτη έλλειψη της ιδιωτικής ζωής του με πολλαπλά άλλα άγνωστα αποτελέσματα.

Αισθάνεται αισθήματα δυσαρέσκειας και θυμού από το χαμηλό επίπεδο της κρατικής στήριξης ή βοήθειας, ενώ το φύλο, η ηλικία, τα υφιστάμενα (προ της καταστροφής) προβλήματα ψυχικής υγείας, αποτελούν πρόσθετους προγνωστικούς παράγοντες αύξησης των αρνητικών στρεσογόνων συμπτωμάτων.

Στον απόηχο της καταστροφής αναμένεται ότι θα υπάρχει μια αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών για ψυχολογική ή ψυχική υγεία και αυτό είναι μάλλον ένα νέο φαινόμενο. Όχι η αυξημένη ζήτηση αλλά η ανησυχία μας για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, η οποία ξεκίνησε γύρω στο 1991. 

Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρχε ανάγκη για παροχή ψυχολογικής βοήθειας στους πληγέντες μετά από ένα καταστροφικό συμβάν, αλλά ότι δεν δινόταν η ανάλογη προσοχή που απαιτούταν για το σκοπό αυτό.

Υπήρχε μια σημαντική υστέρηση στην παροχή πρώτης ψυχολογικής βοήθειας σε πληγέντες καταστροφικών συμβάντων. 

Για πρώτη φορά καταγράφεται η παροχή της βοήθειας αυτής από κρατικές δυνάμεις στην Αμερική μετά τον τυφώνα Andrew που κατάστρεψε τη Νότια Φλόριντα.

Πρόσφατα στοιχεία των βιβλιογραφικών ερευνών αποδεικνύουν ότι η ψυχολογική παρέμβαση σε μια κρίση δύναται να βελτιώσει την ατομική αντίληψη στην ψυχολογική αξιολόγηση του κινδύνου, αυξάνοντας την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα τόσο του ατόμου όσο και εν γένει των κοινοτήτων.

Ενώ, υπάρχει σχετική έρευνα για τις ψυχολογικές επιπτώσεις του στρες των τραυματικών γεγονότων μεταξύ των επιζώντων που θεωρούνται άμεσα θύματα, λίγοι ερευνητές έχουν εξετάσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις σε ανθρώπους που η έκθεσή τους θεωρείται ως έμμεση

Οι άνθρωποι που εκτίθεται έμμεσα σε τραυματικά γεγονότα είναι η οικογένεια, οι φίλοι, οι γείτονες, οι συνάδερφοι και το προσωπικό έκτακτης ανάγκης. 

Αν και όπως ήταν αναμενόμενο, η έρευνα έχει τεκμηριώσει ότι η επικράτηση του μετατραυματικού στρες είναι χαμηλότερή σε αυτούς που έμμεσα έχουν εκτεθεί στην καταστροφή σε σύγκριση με αυτούς που άμεσα εκτίθεται στην ίδια καταστροφή οι μελέτες δείχνουν επίσης ότι η φυσική εγγύτητα με τα τραυματικά γεγονότα συνδέεται άμεσα με την μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης τραυματικής συμπτωματολογίας, δηλαδή άνθρωποι που δεν βιώνουν άμεσα μια καταστροφή μπορεί επίσης να εμφανίσουν στρεσσογόνες αντιδράσεις. Το προσωπικό των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης συχνά εκτίθεται όχι μόνο έμμεσα αλλά και άμεσα σε καταστροφές.

 ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Μερικοί από τους επαγγελματίες που περιλαμβάνονται στο προσωπικό των επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης είναι: το προσωπικό υγειονομικής περίθαλψης-ιατροί, νοσηλευτές και λοιπό παραϊατρικό προσωπικό, πάροχοι ψυχικής υγείας, αστυνομικοί, πυροσβέστες, διασώστες, διαχειριστές έκτακτης ανάγκης, δημοσιογράφοι και άλλοι ειδικοί των μέσων ενημέρωσης που εμπλέκονται στη μαζική επικοινωνία.

Ενώ τα άτομα σε αυτά τα επαγγέλματα έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους σε μεγάλο βαθμό στην ικανοποίηση των αναγκών των επιζώντων οι ψυχολογικές επιδράσεις που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν είναι σημαντικοί κίνδυνοι που θα πρέπει να εξετασθούν. Η έκθεση του προσωπικού των επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης σ’ ένα περιβάλλον καταστροφής έχει ως αποτέλεσμα τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες.

Ως συχνότερες διαταραχές αναφέρονται ο τρόμος, η ανικανότητα, το PTSD, η κατάθλιψη, νευρολογικές διαταραχές, σε συνδυασμό με σωματικά συμπτώματα, όπως μυοσκελετικά προβλήματα,γαστρικές διαταραχές και χρόνια σωματική κόπωση, που συχνά σχετίζονται με το άγχος.

Προγνωστικοί Παράγοντες 1

Στη βιβλιογραφία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε φαινόμενα όπως η «σύγκρουση ρόλων», η «επαγγελματική εξουθένωση» και η «παράλυση».

Η «σύγκρουση ρόλων» είναι μια έννοια που συχνά συνδέεται με το προσωπικό των επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης και αναφέρεται στην προβολή του ηρωικού ρόλου έναντι του επαγγελματικού.

Σε σχετικές μελέτες επισημαίνεται η ανάγκη εκ μέρους των εργαζομένων για άρνηση και καταστολή των συναισθηματικών αντιδράσεων που μπορεί να διασαλεύουν την εικόνα που θέλουν να προβάλλουν. 

Μια εικόνα ηρωισμού, συναισθηματικής συγκράτησης, επιφανειακής ηρεμίας ή και υπερ-επαγρύπνησης (macho image), προκειμένου:να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αποστολής τους, να μη προκληθούν προβλήματα στην επαγγελματική τους εξέλιξη ή να χάσουν το σεβασμό τους ανάμεσα στους συναδέρφους τους ή τους πολίτες (που θεωρούν ότι στην περίπτωση αυτή δε θα είναι σε θέση να τους βοηθήσουν).

Η “επαγγελματική εξουθένωση” προκύπτει από την έντονη τάση εκ μέρους των ατόμων να συνεχίσουν να εργάζονται για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να καταρρεύσουν από την εξάντληση ή να γίνουν αναποτελεσματικοί κατά τη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων.

Το προσωπικό των επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης θεωρείται ότι αποτελεί ένα σημαντικό μέρος των «κρυφών θυμάτων» (“hidden victims”), με συνεπακόλουθο τη μείωση της απόδοσης στο έργο που επιτελούν. Οι απασχολούμενοι στην αντιμετώπιση των καταστροφών είναι ευάλωτοι σε εξάντληση, σωματική κόπωση καθώς και στρες και είναι σε κίνδυνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Επηρεάζονται ψυχολογικά και μπορεί να θυματοποιηθούν.

Μακροπρόθεσμα, οι επαναλαμβανόμενες ψυχολογικές πιέσεις αυτού του είδους δύναται να οδηγήσουν σε επαγγελματική εξουθένωση (burnout). 

Πρόκειται για μια αργή διαδικασία, όπου διαβρώνονται οι ψυχολογικοί και σωματικοί πόροι του ατόμου και η οποία δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από το ίδιο το άτομο (δεν αισθάνεται τις αλλαγές – δεν μπορεί να δει τις αλλαγές).

Κλασσικά συμπτώματα μπορεί να είναι η αναβλητικότητα, ηκούραση, ο κυνισμός καθυστέρηση, δυσκολία που αντιμετωπιστεί κάτι μου μοιάζει με ευτυχία, απαισιοδοξία, μια αίσθηση ενός δυσοίωνου μέλλον, απώλεια της ικανοποίησης στην καριέρα σας ή τη ζωή σας, και αμφισβητώντας την πίστη σας.

Η “παράλυση” (paralysis) αναφέρεται συχνά ως το τελευταίο στάδιο της επαγγελματική εξουθένωσης για τις περιπτώσεις όπου τα άτομα είναι συγκλονισμένα από την πίεση των γεγονότων σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν είναι σε θέση ν’ αναλάβουν δράση. Η υψηλή πίεση και το στρες μπορούν να επιφέρουν σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις και προώθηση της παθητικότητας .

Προγνωστικοί Παράγοντες 2

Ένας από τους πιο βασικούς προγνωστικούς παράγοντες που θεωρείται ότι έχει συνδεθεί με την αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης των ανωτέρω συμπτωμάτων στο προσωπικό έκτακτης ανάγκης είναι η έκθεσή τους σε στρεσσογόνα και αγχωτικά καθήκοντα κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης όπως: της απομάκρυνσης πτωμάτων ή μερών αυτών σε αποσύνθεση για μέρες, διάσωση από μπάζα, με ακρωτηριασμούς των διασωθέντων όπου αυτό είναι η μόνη δυνατότητα, παιδιά που αναζητούν τους γονείς τους, άνθρωποι που κλαίνε για τροφή, στέγη και ιατρική βοήθεια.

Η σοβαρότητα και η διάρκεια της έκθεσης σε φρικιαστικά καθήκοντα κατά τη διάρκεια μιας καταστροφής, αποτελούν επίσης ισχυρούς στρεσογόνους παράγοντες. Αυτά τα ευρήματα είναι σύμφωνα και με μελέτες άλλων τύπων τραύματος όπου η διάρκεια της έκθεσης σχετίζεται με PTSD .

Οι αντιδράσεις σε τραυματικές καταστάσεις είναι πιο πιθανές μεταξύ αυτών που τα καθήκοντά τους απαιτούν ασυναίσθητη αλληλεπίδραση με τους επιζώντες.

Η κοινωνική υποστήριξη θεωρείται ως ένας ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για την ανάκαμψη από τις τραυματικές εμπειρίες που βιώνονται κατά τη διάρκεια μιας καταστροφής καθώς και για μετά-τραυματική ανάπτυξη.

H έλλειψη πρότερης επαγγελματικής εμπειρίας σχετίζεται άμεσα με αισθήματα άγχους που μπορεί να βιώνει το άτομο και τα συμπτώματα PTSD.Η προηγούμενη εμπειρία εργασίας με επιζώντες φαίνεται να αποτελεί ένα προστατευτικό παράγοντα.
Το προσωπικό έκτακτης ανάγκης που εργάζεται σε μια περιοχή μπορεί παράλληλα να ανήκει στους επιζώντες της καταστροφής. Η περίπτωση να έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες και βλάβες είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες μακροχρόνιας πρόβλεψης ψυχολογικής δυσφορίας.

ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ

Οι εθελοντές μπορεί να είναι ένας σημαντικός πόρος σε ανθρώπινο δυναμικό, δεξιότητες, ικανότητες και δραστηριότητες υποστήριξης. 

Συχνά, η εθελοντική βοήθεια είναι σημαντική, γιατί μπορεί να παρέχεται γρήγορα από τους ανθρώπους-επιζώντες της καταστροφής, που συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία της ανάκαμψης ή που ζουν ή εργάζονται κοντά σε κατεστραμμένες περιοχές. 

Ποικίλουν ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους, την πρότερη κατάρτιση και εμπειρία τους. Είναι συνήθως νέοι 18-30 ετών, άμεσης διαθεσιμότητας και σε μεγάλο βαθμό αξιόπιστοι.

Υπάρχει ένα «ρήγμα» της γνώσης στη βιβλιογραφία σχετικά με την ψυχοσωματική επίδραση της καταστροφής στους εθελοντές. 

Τα ερευνητικά ευρήματα δείχνουν ότι τα μακροπρόθεσμα επίπεδα των ψυχολογικών συμπτωμάτων και ιδίως του PTSD σε εθελοντές βρέθηκαν να είναι σημαντικά πιο υψηλά σε σχέση με το επαγγελματικό προσωπικό έκτακτης ανάγκης, πολλές φορές παρόμοια ή κάπως μικρότερα με αυτά των επιζώντων, αν και λόγω των διαφορών στις μεθοδολογίες των διαφόρων ερευνών, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να υποστηριχθεί με αυστηρότητα.

Το PTSD κυμαίνεται στους εθελοντές από 24,5 έως 46% σχετιζόμενο με μια ποικιλία παραγόντων, όπως: τον τύπο της καταστροφής τη διάρκεια της έκθεσης και την επαγγελματική κατάρτιση, το χρονικό διάστημα της μελέτης.

Η χρήση των εθελοντών δεν μπορεί να αποφευχθεί, λόγω των επιπτώσεων μεγάλης κλίμακας τέτοιων συμβάντων. 

Η εθελοντική απόκριση θα συμβεί ανεξάρτητα από την αίτηση συνδρομής της. 

Η «παρόρμηση» και το αίσθημα ευθύνης των ανθρώπων «να κάνουν κάτι», μπορεί να φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα για εκείνους που δεν έχουν ένα επίσημο ρόλο στην απόκριση. 

Ακόμη και αν δεν τους ζητηθεί, οι άνθρωποι θα ανταποκριθούν στις ανάγκες που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν. Όμως το ταίριασμα των εθελοντών στις επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης μπορεί να είναι μια πρόκληση, αφού οι επίσημοι κρατικοί οργανισμοί συχνά αποστρέφονται τους εθελοντές γιατί δεν είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτούς. 

Οι μεγάλοι αριθμοί εθελοντών που μπορεί να καταφθάσουν προκειμένου να συνδράμουν σε ένα συμβάν, μπορεί να ξεπεράσει την ικανότητα τους να τους αξιοποιήσουν αποτελεσματικά και να τους ενσωματώσουν στο σχεδιασμό τους. 

Σε περίπτωση απουσίας ενός ισχυρού συστήματος διαχείρισης εθελοντών, τότε τα άτομα επιδιώκουν να παρέχουν υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μόνο τη δική τους κρίση και στενή άποψη για το περιστατικό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα υγιεινής και ασφάλειας.

Έτσι συχνό είναι το φαινόμενο - και αντίθετα από τους επαγγελματίες εργαζόμενους έκτακτης ανάγκης- οι εθελοντές να αναλαμβάνουν καθήκοντα με κριτήριο τις ανάγκες που προκλήθηκαν από μια καταστροφή και όχι την εμπειρία τους την κατάλληλη προετοιμασία τους και κατάρτιση. 

Ο ρόλος τους, τους εκθέτει πολλές φορές σε ιδιαίτερα δύσκολα και αρκετά απαιτητικά καθήκοντα ειδικά όταν η έκταση ή/και η ένταση της καταστροφής έχει εξαντλήσει τους επαγγελματικούς πόρους όπως: η απομάκρυνση πτωμάτων ή η διαλογή τραυματιών, η έκθεσή τους σε επικίνδυνα περιβάλλοντα, η διανομή τροφίμων και νερού σε πληθυσμούς που η βοήθεια που τους παρέχεται είναι περιορισμένη και δεν είναι ικανοποιημένοι γι αυτό.

Οι εθελοντές είναι πιθανότερο να χρησιμοποιήσουν την άρνηση προκειμένου να διατηρήσουν τα καθήκοντά τους έναντι των επαγγελματιών εργαζόμενων.

Γενικά στη βιβλιογραφία διαπιστώνεται ότι η εστιασμένη αντιμετώπιση του προβλήματος συσχετίζεται άμεσα με την καλή έκβαση της υγείας ενώ αντίθετα η αμυντική αντιμετώπιση με καταστολή των συναισθημάτων ή άρνηση αυτών μπορεί να είναι προστατευτική για μικρό χρονικό διάστημα και το άτομο να συνεχίζει να λειτουργεί σε αυτό αλλά μακροπρόθεσμα επιφέρει σοβαρά προβλήματα υγείας.

Παράλληλα οι εθελοντές της κοινότητας έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναγνωρίσουν θύματα που μπορεί να είναι γείτονες ή φίλοι, γεγονός που αποτελεί ισχυρό παράγοντα κινδύνου για PTSD και άλλων συμπτωμάτων όπως η κατάθλιψη και η σωματοποίηση τόσο έντονα, όσο και μακροπρόθεσμα.

Επίσης, οι εθελοντές προέρχονται από διαφορετικά επαγγέλματα και δεν ανήκουν σε ένα χώρο εργασίας με δομημένο δίκτυο υποστήριξης όπως γίνεται με το επαγγελματικό προσωπικό έκτακτης ανάγκης πχ η αστυνομία ή η πυροσβεστική. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και για να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους μπορεί να κάνουν και εβδομάδες. 

Μετά το έργο τους στην αντιμετώπιση της καταστροφής επιστρέφουν στις οικογένειές τους, στους χώρους της εργασίας τους ή τα σχολεία τους όπου οι άνθρωποι εκεί δεν μπορούν να καταλάβουν ή δεν συζητούν μαζί τους την εμπειρία τους από την καταστροφή και επομένως να λάβουν κοινωνική υποστήριξη . 

Οι Dyregrov et al. 1996 μελέτησαν τις ομοιότητες και τις διαφορές στις αντιδράσεις μεταξύ επαγγελματιών και εθελοντών που συμμετείχαν σε ένα ατύχημα με λεωφορείο σε μια μικρή κοινότητα στη Νορβηγία. Το 75% των εθελοντών σε σχέση με το 43% των επαγγελματιών εργαζομένων βίωσε αισθήματα δυσφορίας μετά την καταστροφή από την έλλειψη της κοινωνικής στήριξης, δηλαδή τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν να συζητήσουν την εμπειρία της καταστροφής με τους συναδέρφους και την οικογένειά τους.

Ένα ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι η συμμετοχή σε εθελοντικές δράσεις αποτελεί σημαντικό προγνωστικό δείκτη των θετικών συναισθημάτων στην εργασία με τα θύματα των καταστροφών. Ίσως γιατί αισθάνονται μια μεγαλύτερη αίσθηση του σκοπού τους σε τέτοιες δραστηριότητες παρόμοια με τα κίνητρά τους για τη συμμετοχή σε εθελοντική εργασία.

Ο εντοπισμός των κινδύνων ή οι παράγοντες ανθεκτικότητας για τη σωματική και ψυχική νοσηρότητα βοηθάει τους οργανισμούς στον εντοπισμό των εθελοντών που θα μπορούσαν να τους ανατεθούν λιγότερο απαιτητικές εργασίες. Περαιτέρω έρευνα απαιτείται προκειμένου να συγκεντρωθούν οι επιστημονικές πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το σχεδιασμό των κατάλληλων κατευθυντήριων γραμμών και παρεμβάσεων για προγραμματικές προσεγγίσεις και εκπαίδευση.

Ερευνητικά Παραδείγματα

·         Η έρευνα των Mitchell et al. (2004) που αφορούσε το αεροπορικό ατύχημα της Swiss Air πτήση 111, που έγινε στις 2-9-1998, με 229 νεκρούς εξαιτίας φωτιάς που εξαπλώθηκε γρήγορα στο πιλοτήριο, έδειξε ότι τα συμπτώματα PTSD εμφανίστηκαν στο 46% των εθελοντών ενώ το ποσοστό των εθελοντών που εκτέθηκαν σε ανθρώπινα λείψανα άγγιζε το 71% έναντι του 17% εκείνων που δεν εκτέθηκαν άμεσα.

·         Οι Karanci et al. (2005) διερεύνησαν την κατάρτιση των εθελοντών ως σημαντικό προγνωστικό παράγοντα για το Post –Traumatic Growth (μετά-τραυματική ανάπτυξη). Συγκεκριμένα εξέτασαν 200 εθελοντές - επιζώντες από το σεισμό του Μαρμαρά που έπληξε την Τουρκία το 1999 με 15.000 νεκρούς και χιλιάδες άλλους τραυματίες. Οι μισοί από αυτούς που άνηκαν προηγουμένως σε οργανωμένη Εθελοντική Ομάδα για περιπτώσεις καταστροφών, ήταν πιο αισιόδοξοι με μεγαλύτερη ικανότητα επίλυσης προβλημάτων.

·         Σύμφωνα με την έρευνα των Hagh‐Shenas et al. (2005) τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έργο τις διάσωσης οι εθελοντές είναι πιο ευάλωτοι από τους επαγγελματίες. Διερευνήθηκαν οι ψυχολογικές συνέπειες στους εθελοντές από το σεισμό Bam που έπληξε το Ιράν το Δεκέμβριο του 2003 με μέγεθος 6,6R, 26.271 νεκρούς και πάνω από 30.000 τραυματίες. Οι εθελοντές που προέρχονταν από το τοπικό πανεπιστήμιο χωρίς τυπική εκπαίδευση στην καταστροφή, πληρούσαν τα κριτήρια σε PTSD σε ποσοστό 34% ενώ το επαγγελματικό εκπαιδευμένο προσωπικό των διασωστών ήταν μόλις στο 5,5% και των πυροσβεστών σε 2,78%.

·         Ο Paton (1994) μελέτησε την αποτελεσματικότητα των επαγγελματιών πυροσβεστών έναντι των εθελοντών που εργάστηκαν στον σεισμό της Αρμενίας στις 7 Δεκεμβρίου 1988 (ένας από τους φονικότερους σεισμούς της ανθρωπότητας με 6,9R και 50.000 νεκρούς). 

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κατάρτιση και η εμπειρία των πυροσβεστών δεν ήταν επαρκής συνιστώσα προκειμένου να τους προετοιμάσει για τα καθήκοντα που είχαν να αντιμετωπίσουν σε αυτήν την καταστροφή. 

Αντίθετα με τις προσδοκίες οι πυροσβέστες ήταν πιο πιθανό να αντιληφθούν τις απαιτήσεις της καταστροφής ως στρεσογόνες καταστάσεις. Ανέφεραν ψυχολογικές επιπτώσεις και συμπτώματα σε μεγαλύτερη ένταση έναντι των εθελοντών. Η μελέτη αυτή αντανακλά τους νέους τύπους καταστροφών όπου οι επαγγελματίες μπορεί να αισθάνονται σίγουροι για τους ρόλους τους σε σχέση με την καθημερινή τους εργασία αλλά ένας σεισμός μπορεί να είναι κάτι νέο γι αυτούς. Νέοι ρόλοι και άγνωστα καθήκοντα αναλαμβάνονται με αποτέλεσμα σύγχυση ρόλων.






























 πηγή: Διδακτικές σημειώσεις των εξής μαθημάτων:
"Δράσεις αποκατάστασης μετά από θεομηνίες για ΟΤΑ Α και Β βαθμού", ΙΝΕΠ, http://www.ekdd.gr/
"O ανθρώπινος παράγοντας στη διαχείριση κινδύνων, κρίσεων και καταστροφών", ΔΣΠΣΣ Ανάλυση και Διαχείριση Ανθρωπογενών και Φυσικών Καταστροφών"
http://mandisastermsc.teiemt.gr


ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου