Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΕΚΑ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Νεύματα κεφαλιού

Σχεδόν πάντα συνοδεύει την ομιλία για να δείξει προσήλωση ή αλλαγή σειρών (Bαγιάτης, 1995)

Η Έκφραση του προσώπου


Από το πρόσωπο ξεκινούν όλες οι επαφές μεταξύ των ανθρώπων και επομένως εκεί έχουν αναπτυχθεί και οι πρώτες εκφράσεις χαιρετισμού. 

Ακόμη από το πρόσωπο εξάγονται τα πολυτιμότερα συμπεράσματα για τον ψυχοσυναισθηματικό και πνευματικό κόσμο των ανθρώπων. 

Σύμφωνα με τον Ekman, υπάρχουν επτά κύριες συγκινησιακές καταστάσεις που διαγράφονται στο πρόσωπο και μπορούν να αποκωδικοποιηθούν σωστά από τους περισσότερους. Αυτές είναι η χαρά, η έκπληξη, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη, η αηδία και το ενδιαφέρον ( Hogg, 1995)

Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας ότι το χαμόγελο αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κοινωνικές αμοιβές και ότι συχνά χρησιμοποιείται στις συνομιλίες για να ενθαρρύνει τη συζήτηση. 

Αντίθετα, κατά την επικοινωνία νοσηλευτή - ασθενούς, η συνοφρύωση και η έλλειψη χαμόγελου φανερώνουν έλλειψη κατανόησης και δυσαρέσκεια και διαταράσσουν σοβαρά ή και διακόπτουν εντελώς τις αλληλεπιδράσεις. 

Η απλή έλλειψη του χαμόγελου όπως και το κατέβασμα των φρυδιών δεικνύουν υπεροχή και συνήθως αν εκδηλωθούν από το νοσηλευτή συχνά απομακρύνουν τον ασθενή και τονίζουν την ανισότητα των ρόλων. Τα φρύδια ακόμα δραστηριοποιούνται όταν υπάρχει δυσπιστία. Εκφράσεις προσώπων και απορία και το γρήγορο ανεβοκατέβασμά τους χρησιμοποιείται και ως γρήγορος χαιρετισμός, ο οποίος έχει και οικουμενικό χαρακτήρα (Παπαδάκη, 1995). 


Μπορεί να μεταφέρει συναίσθημα και/ ή ανάδραση στον αποστολέα ως αντίδραση για αυτό που λέγεται. Οι προσδοκίες και η κριτική ενός επαγγελματία συνήθως εκπέμπονται καθαρά και αναγκαστικά από τις εκφράσεις του προσώπου. 

Η έκφραση μπορεί εύκολα να μεταφέρει την αηδία ενός νοσηλευτή προς κάποιο τραύμα, τον θυμό του γιατρού για τον ασθενή που αποτυγχάνει να ακολουθήσει την θεραπεία καθώς και τον φόβο του για την πιθανή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. 

Με την κατάλληλη εκπαίδευση και το κατάλληλο κίνητρο, οι εκφράσεις του νοσηλευτή μπορούν να μεταφέρουν την συμπάθεια της νοσηλεύτριας ή την θετική παρατήρηση του γιατρού. 

Συμπεραίνεται έτσι, ότι ο ασθενής που δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα μη λεκτικά μηνύματα και επηρεάζεται από την φύση της αλληλεπίδρασης, μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από τις εκφράσεις του προσώπου του νοσηλευτή (Josien, 1995). 

Η κόπωση ενός ατόμου αντανακλάται στο πρόσωπο του για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η δυσπιστία εμφανίζεται μόνο στιγμιαία. 

Εντούτοις, αυτό που προσδίδει στις εκφράσεις του προσώπου ιδιαίτερο ενδιαφέρον και κάποιες φορές δυσχεραίνει την αποκωδικοποίηση τους, είναι ότι περισσότερο από κάθε άλλη μορφή μη λεκτικής επικοινωνίας, μπορεί να τεθούν υπό έλεγχο. 

Έρευνες δείχνουν ότι όταν οι νοσηλευτές έχουν την ικανότητα να ελέγχουν τις συναισθηματικές τους εκφράσεις και μεταδίδουν μόνο ότι είχαν σκοπό να μεταδώσουν οι ασθενείς τους ήταν αρκετά ικανοποιημένοι με την νοσηλευτική φροντίδα που έλαβαν. 

Επιπλέον έχει διαπιστωθεί ερευνητικά ότι όταν οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να αποκωδικοποιήσουν το μήνυμα που μεταδίδει η έκφραση του προσώπου των ασθενών τους τότε οι τελευταίοι εκφράζουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη θεραπεία και η μεταξύ τους συνεργασία είναι πιο αποδοτική (DiMatteo, 2006). 

Σήμερα οι έρευνες έχουν προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που αποδεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την ομοιομορφία των εκφράσεων ανά τον κόσμο και τους διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. 

Συνήθως τα αποτελέσματα προκύπτουν από ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο σύνολο ανθρωπομετρικών μετρήσεων, το οποίο χρησιμοποιεί 47 σημεία ορόσημο για να περιγράψει το πρόσωπο. Όλες οι δυνατές εκφράσεις που μπορεί να αποτυπώσει ένα πρόσωπο οφείλονται ουσιαστικά στους χιλιάδες πιθανούς συνδυασμούς των μυών που βρίσκονται στο πρόσωπο. 

Ο αριθμός των μυών που παίρνουν μέρος στις εκφράσεις του προσώπου είναι, σύμφωνα με την επιστήμη της ανατομίας 20 με 26. Έτσι, ο καθένας που παρατηρεί προσεκτικά τους συνδυασμούς αυτούς, είναι σε θέση να γνωρίσει τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από αυτό το πρόσωπο όποιας εθνικότητας και ηλικίας και αν είναι το άτομο αυτό (Καρπούζης, 2010). 
 Η Χειρονομία 

Είτε ταυτόχρονα με την ομιλία για ενίσχυση είτε αντί για την ομιλία ως επεξήγηση. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται το χέρι εκφράζει μεγάλη σημασία. 

Όταν το χέρι είναι ανοικτό, η παλάμη προσφέρεται, η οποία είναι διπλά πιο ευαίσθητη από ότι το πίσω μέρος του χεριού. 

Όποιος προσφέρει ένα ανοικτό ευαίσθητο χέρι, προσφέρει εμπιστοσύνη, φιλικότητα και συμπόνια. 

Η διάθεση για συγκάλυψη εκφράζεται με τα χέρια τοποθετημένα είτε σε τραπέζι, είτε σε χερούλια μίας καρέκλας ή στους γοφούς κάτω από το τραπέζι. 

Συζητήσεις που διεξάγονται με την χρήση τεταμένου δακτύλου συνήθως παίρνουν μέρος από τη κυρίαρχη θέση. Κάποιος που σπρώχνει μακριά τα ανοιχτά του χέρια δηλώνει ότι θέλει να απαλλαχτεί από κάτι. 

Η χειρονομία της ανοικτής προσφοράς και λαβής συμβολίζεται με το ανοικτό χέρι (η εικονογράφηση των θρησκευτικών πινάκων, της ευλογίας, της προσφοράς και της παράκλησης). 

Το ανοικτό χέρι δίδει το μήνυμα ότι ο άλλος είναι σεβαστός, και ταυτόχρονα την προσφορά μίας συμμετρικής και αμοιβαίας σχέσης. 

Το αντίθετο προκύπτει με την χειρονομία της καλυμμένης παλάμης, δηλαδή όταν η ευαίσθητη παλάμη είναι από κάτω και το πίσω μέρος του χεριού είναι προς τα πάνω. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος κρύβει την ευαίσθητη πλευρά του από τον υπόλοιπο κόσμο γύρω του. 

Άτομα που συνεχώς δείχνουν το πίσω μέρος του χεριού τους στα άτομα τα οποία απευθύνονται, προστατεύουν τον εαυτό τους είτε επειδή έχουν έλλειψη σιγουριάς ή επειδή επιθυμούν να κρύψουν κάτι. Αυτοί οι άνθρωποι τις περισσότερες περιπτώσεις επιτυγχάνουν με δυσκολία την οποιαδήποτε συνεργασία (Βρεττός, 2008). 

 Η Οπτική επαφή 

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μεταφέρει το ενδιαφέρον στους υπόλοιπους συμμέτοχους, για να υποδείξει το ενδιαφέρον σε αυτό που λέγεται, ή για να προάγει την αλλαγή των σειρών. 

Τα μάτια είναι τα σημαντικότερα όργανα του σώματος που συμμετέχουν στην μετάδοση πληροφοριών. Μπορούν να μεταδώσουν τα πιο διακριτικά μηνύματα. 

Η αποδοχή του άλλου ατόμου πάντα αποδεικνύεται με την οπτική επαφή. Το άδειο κοίταγμα μετατρέπει τον άλλον σε ανώνυμο ή μειώνει τον άλλον ως άνθρωπο. 

Συνήθως η οπτική επαφή παίρνει μέρος στην αρχή κάθε συζήτησης, και εξαρτώμενη από αυτό που λέγεται και την διαμόρφωση του χώρου, ακολουθεί περισσότερη ή λιγότερη οπτική επαφή. 

Ματιές από μία συμπαθητική νοσηλεύτρια μπορεί να ενθαρρύνουν έναν ασθενή που αντιμετωπίζει δύσκολες στιγμές, ή να βοηθήσουν έναν ασθενή να αναφέρει ένα ευαίσθητο και άβολο θέμα. Αντιθέτως μία αποτυχία στην προσπάθεια για οπτική επαφή μπορεί να φανεί ως ένα μέρος της διαδικασίας της αποκτήνωσης, όπου ο ασθενής αρχίζει να αισθάνεται σαν μέρη σώματος και όχι σαν άνθρωπος (DiMatteo, 2006). 

Παρατεταμένο και επίμονο κοίταγμα προς έναν ασθενή, χωρίς κανέναν σκοπό, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις, για παράδειγμα ο ασθενής μπορεί να κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του και να μην μιλάει καθόλου με αποτέλεσμα να αγανακτήσει ο νοσηλευτής, ή μπορεί να αισθανθεί ο ασθενής ότι έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. 

Η άρνηση της οπτικής επαφής ή το συνεχές κοίταγμα του στήθους ενός ασθενή που υπέστη μαστεκτομή, καθώς και αποφυγή ή η παρατεταμένη οπτική επαφή με έναν ασθενή που πεθαίνει μπορεί να στείλει το μήνυμα στον ασθενή ότι υπάρχει πρόβλημα στην συνεργασία. 

Επομένως διαπιστώνεται ότι η μη λεκτική πτυχή του κοιτάγματος μπορεί να αποτελέσει σημαντική επιρροή, είτε θετική ή αρνητική, στην συνεργασία μεταξύ του ασθενή και του νοσηλευτή. 

Ωστόσο το σύνηθες πρόβλημα στις ιατρικές αλληλεπιδράσεις δεν είναι η υπερβολικού βαθμού βλεμματική επαφή. 

Τις περισσότερες φορές οι επαγγελματίες υγείας δεν κατορθώνουν να διατηρήσουν αρκετά την οπτική επαφή με τους ασθενείς τους. 

Κοιτάζουν το ιατρικό διάγραμμα η το σώμα των ασθενών περισσότερο από ότι το πρόσωπο τους, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την οικειότητα και την αμεσότητα που επιφέρει η συνάντηση των βλεμμάτων. 

Όταν οι νοσηλευτές πράγματι εστιάζουν το βλέμμα τους στους ασθενείς, είναι γενικά περισσότερο ικανοί να αντιληφθούν το επίπεδο της δυσφορίας του άγχους τους. 

Αυτό το γεγονός είναι δυνατόν να προσδώσει στον νοσηλευτή ένα σαφές πλεονέκτημα στην προσπάθεια του να δεσμεύσει τον ασθενή σε έναν πιο αποδοτικό διάλογο. Δεν μπορούμε να ορίσουμε με ακρίβεια τον ιδανικό βαθμό βλεμματικής επαφής. 

Οι νοσηλευτές πρέπει να κρίνουν πόσο επηρεάζουν τους ασθενής με την συμπεριφορά τους, έτσι ώστε να προσδιορίσουν τι αποτελεί σωστή συμπεριφορά και τι όχι. 

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ασθενούς, το πολιτισμικό υπόβαθρο, το φύλλο και το επίπεδο της συναισθηματικής διέγερσής του αποτελούν όλα παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη δεκτικότητα του στην βλεμματική επαφή. 

Παρόλα αυτά ένα είναι σίγουρο: πρόκειται για ένα εξαιρετικά ισχυρό μέσο μετα-επικοινωνίας. Αν χρησιμοποιηθεί με σύνεση, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τη θετική συναισθηματική επίδραση που ασκεί η θεραπευτική σχέση και κατά συνέπεια να συμβάλει στην προαγωγή της ευεξίας του ασθενούς (DiMatteo, 2006). 
Σύμβολα παράπλευρα με τη γλώσσα 

Μη λεκτικές πτυχές της ομιλίας. Περιλαμβάνει τις παύσεις, τον τόνο, την ποιότητα της φωνής, την ένταση, την συχνότητα ομιλίας, τις χρονικές ακολουθίες, την ταχύτητα ομιλίας κ.τ.λ. 

Οι κοινωνικοί λειτουργοί χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο για να περιγράψουν τα μη λεκτικά προφορικά μηνύματα. 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι μέσω των οποίων η φωνή μας επικοινωνεί εκτός της ομιλίας, όπως μέσω της ταχύτητας, του τόνου, του ύψους, της έντασης και τον αριθμό και την διάρκεια των παύσεων. 

Ο σαρκασμός είναι μία υπόδειξη όπου η έμφαση και ο τόνος της φωνής βοηθούν να μετατρέψουν την έννοια μίας δήλωσης σε κάτι αντίθετο από το λεκτικό μήνυμα. 

Μία έρευνα αποδεικνύει ότι οι ακροατές δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα προφορικά μηνύματα παρά στις λέξεις που εκφωνούνται, όταν ζητούνται να προσδιορίσουν την διάθεση των εκφωνητών. 

Σε ένα χώρο υγείας, έρευνες έχουν αποδείξει πως υπάρχει σχέση μεταξύ την ικανότητα του νοσηλευτή να εκφράσει τα συναισθήματα του μέσω του τόνου της φωνής, και με τον τρόπο που αξιολογείται αργότερα από τους ασθενείς. 

Οι νοσηλευτές που μπορούν να εκφράσουν με ακρίβεια τα συναισθήματα τους μέσω του τόνου της φωνής τους, είναι πιθανότερο να έχουν ασθενείς που να είναι εντέλει ευχαριστημένοι με την διαπροσωπική συμπεριφορά τους. 

Συνεπώς, μη λεκτικά μηνύματα που μεταφέρονται μέσω της ομιλίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημαντικά εργαλεία για την εξέλιξη της επικοινωνίας μεταξύ του ασθενή και του νοσηλευτή. Τα παραγλωσσικα φαινόμενα είναι επίσης δείκτες της ψυχικής διάθεσης των ατόμων που επικοινωνούν.

 Οι μελαγχολικοί, για παράδειγμα, μιλάνε αργά και χαμηλόφωνα. Ιδιαίτερο ρόλο στη μη λεκτική επικοινωνία παίζει και η προφορά ενός ατόμου, η οποία μεταφέρει πολλαπλά μηνύματα και συνεισφέρει ιδιαίτερα στη δημιουργία των πρώτων εντυπώσεων (Λιονής, 2011). 

Πτυχιακή Εργασία: «Οι μη λεκτικές επικοινωνιακές δεξιότητες των νοσηλευτών και η εφαρμογή τους στους ασθενείς» 

Υπεύθυνη Εκπαιδευτικός: Ε. Παπαγιαννοπούλου 

Φοιτήτρια: Ελένη Μπούρα Ιωάννινα 

2012

Επιμέλεια Κειμένου
Παναγιώτης Σπανός
Διασώστης ΕΚΑΒ Ρόδου

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου