Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΕΚΑ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΙ ΔΕΚΑ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ - ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το 1972, o Argyle επινόησε δέκα διαστάσεις της μη λεκτικής επικοινωνίας για περαιτέρω παρακολούθηση. Αυτές οι πτυχές αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 90% της εξέλιξης της επικοινωνίας, ενώ η λεκτική επικοινωνία αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10%. Παρακάτω θα γίνει περαιτέρω ανάλυση στις διαστάσεις της μη λεκτικής επικοινωνίας όπως προκύπτουν από την εφαρμογή τους από τους νοσηλευτές προς τους ασθενείς (Siegal, 1978). 
 Η Σωματική επαφή 

Το άγγιγμα μεταξύ των συμμέτοχων είναι ένα γεγονός της επικοινωνίας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τραβήξει την προσοχή των άλλων ή για να μεταφέρει συναίσθημα ή κατανόηση. Το άγγιγμα μπορεί επίσης να παίξει σημαντικό ρόλο στο πως αντιδράμε στους υπόλοιπους και στο περιβάλλον μας, για παράδειγμα, μπορεί να αυξήσει την αυτόαποκάλυψη και την έκφραση με λέξεις σε ασθενείς, καθώς και να αυξήσει την ενδοτικότητα (Willis και Hamm, 1980 ). Οι ασθενείς μπορεί να αισθανθούν καλύτερα μετά από μία σωματική εξέταση ρουτίνας όπου νοσηλευτής χρησιμοποιεί την πραγματογνωμοσύνη του παρά να περιορίζεται μόνο σε ερωτήσεις. Εξάλλου είναι γνωστό ότι οι παθολόγοι είναι καλά εκπαιδευμένοι για να κεντρίζουν, να νιώθουν, και να αγγίζουν τους ασθενείς με σκοπό την διάγνωση (Friedman, 1980). 




Το άγγιγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί διακριτικά λαμβάνοντας υπόψη το πολιτιστικό υπόβαθρο και τα προσωπικά πιστεύω του ασθενούς σε σχέση με το άγγιγμα ενός αγνώστου. 


Ο νοσηλευτής θα πρέπει να έχει την σύμφωνη γνώμη του ασθενούς για να τον αγγίξει. Τα μηνύματα που συνοδεύονται από ένα άγγιγμα, μπορούν να προσθέσουν ένα αίσθημα στοργής και συμπόνιας. 


Αγγίζοντας έναν ασθενή με ζεστασιά στον ώμο και λέγοντας του «Χαίρομαι που το φάρμακο απάλυνε τον πόνο σας», ο νοσηλευτής υποδηλώνει ότι ενδιαφέρεται πραγματικά. 


Το άγγιγμα πρέπει να είναι ευεργετικό για τον ασθενή, δεν πρέπει να γίνεται για να ικανοποιεί ανάγκες του νοσηλευτή. Ο νοσηλευτής πρέπει να λάβει υπόψη του πως ο ασθενής θα αντιληφθεί και θα ερμηνεύσει το άγγιγμα, προτού εκφράσει το ενδιαφέρον του κατά αυτόν τον τρόπο (Dewit, 2001). 


Η σωματική επαφή είναι δυνατόν να αποτελέσει ισχυρή ένδειξη φροντίδας, ενδιαφέροντος και συμπαράστασης ή ενδέχεται απλά να αποτελεί ένδειξη ισχύος. 


Οι επαγγελματίες στον χώρο της υγείας αγγίζουν τους ασθενείς αλλά συνήθως δεν συμβαίνει το αντίστροφο. 


Στην πραγματικότητα αν κάποιος απλώσει το χέρι του και αγγίξει πρώτος τον νοσηλευτή, τότε είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει μια άχαρη και δυσάρεστη στιγμή διαπροσωπικής αμηχανίας. Το νόημα αυτού του αγγίγματος δεν θα είναι τόσο σαφές όσο θα ήταν στην περίπτωση που ο νοσηλευτής είχε την πρωτοβουλία αυτής της επαφής. 


Οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να αγγίξουν πρώτοι τους άλλους (ιδιαίτερα μάλιστα αν το άγγιγμα δεν ανταποδίδεται) θεωρούνται συχνά ισχυροί και κυριαρχικοί. Όπως έχει διαπιστωθεί αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί κατά κύριο λόγο μεταξύ ασθενών και νοσηλευτών. 


Επομένως είναι εσφαλμένη η υπόθεση ότι το άγγιγμα του ασθενούς από τον νοσηλευτή αποτελεί πάντα θετική κίνηση. Όπως συμβαίνει με όλες τις μη λεκτικές ενδείξεις το άγγιγμα που υποδηλώνει συμπαράσταση και βοήθεια εξαρτάται από το πλαίσιο. 


Για παράδειγμα σε μια μελέτη αναλύθηκαν 34 βιντεοσκοπημένες αλληλεπιδράσεις, οι οποίες παρουσίαζαν την πρώτη επίσκεψη των ασθενών στον νοσηλευτή. 


Το εύρημα της μελέτης που προκάλεσε έκπληξη ήταν ότι, όσο περισσότερο άγγιζαν οι νοσηλευτές τους ασθενείς τόσο λιγότερο ικανοποιημένοι ήταν οι ασθενείς από την επίσκεψη. 


Οι ερευνητές πρότειναν ως εξήγηση για αυτό το εύρημα το γεγονός ότι οι αλληλεπιδράσεις που αναλύθηκαν αφορούσαν την πρώτη συνάντηση ασθενούς-νοσηλευτή. 


Ως εκ τούτου, ήταν πιθανό οι ασθενείς να παρερμήνευσαν την σωματική επαφή, εκλαμβάνοντας την όχι ως ένδειξη υποστήριξης αλλά περισσότερο ως ένδειξη επιβολής και ισχύος.


 Επομένως φαίνεται ότι οι νοσηλευτές θα έπρεπε να είχαν εδραιώσει μια συναισθηματική σχέση με τους ασθενείς τους προτού τους αγγίξουν. Ένα ακόμη εύρημα ήταν ότι οι ασθενείς που τους είχαν αγγίξει περισσότερο είχαν επίσης κατανοήσει λιγότερα από όσα τους είχαν πει οι νοσηλευτές, πιθανώς επειδή αυτή η επαφή κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης τους αποσπούσε την προσοχή ή τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση ή αμηχανία (DiMatteo, 2006).




Η Γειτνίαση 
Η απόσταση μεταξύ των συμμέτοχων. Αυτό μπορεί να βοηθήσει το ξεκίνημα ή τον τερματισμό μίας συνάντησης. Η σωματική απόσταση μεταξύ του νοσηλευτή και του ασθενή πρέπει να είναι η κατάλληλη όταν ο νοσηλευτής και ο ασθενής μιλάνε. Αν δεν επιτευχθεί αυτό, το αίσθημα της ανησυχίας μπορεί να προκύψει, και ίσως να οδηγήσει σε σοβαρή αναταραχή της συζήτησης. 
Το φαινόμενο αυτό είναι βασισμένο πάνω στο γεγονός ότι υπάρχουν αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων στους διάφορους τύπους των επικοινωνιακών περιπτώσεων, οι οποίες τις αισθάνεται κανείς υποσυνείδητα, με σιωπηλή κατανόηση. Αυτές οι αποστάσεις εξαρτώνται από την κουλτούρα, την εθνικότητα, την φυλή, το κοινωνικό επίπεδο, το φύλο, την ηλικία, καθώς και την ψυχοσύνθεση. 
Ο καθένας έχει τον δικό του "προσωπικό χώρο", που είναι παρόλο αυτά, πολύ παρόμοιο σε ομογενής ομάδες ανθρώπων. Αν αυτή απόσταση υποστεί αλλαγή, είτε καταπατηθεί είτε επιμηκυνθεί, μεγάλες διαταραχές της επικοινωνίας μπορεί να προκύψουν. 
Υπάρχει πάντα μία συμβολική έννοια της απόστασης μεταξύ των ανθρώπων, και αυτό υπολογίζεται ως ένα μέσο έκφρασης της μη λεκτικής επικοινωνίας. Η χρήση της διαπροσωπικής απόστασης στο χώρο συνιστά σημαντικό δείκτη στη μη λεκτική επικοινωνία για τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Κοινωνικοί κανόνες καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων ανάλογα με τη μεταξύ τους απόσταση. Η Argyle αναφέρει ένα πολύπλοκο σύνολο κανόνων στην Ινδία που καθορίζει την απόσταση μεταξύ όσων ανήκουν σε διαφορετικές κάστες (Κούρτη, 2007) 
Πόσο χώρο χρειάζεται κάποιο άτομο; 
Ο Julius Fast, ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές όσον αφορά την γλώσσα του σώματος, περίγραψε ένα γεγονός που προέκυψε να είναι ένα σπουδαίο μάθημα της γλώσσας του σώματος. Ο Fast καθόταν σε ένα τραπέζι με έναν ψυχίατρο που ήταν και φίλος του. 
Κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλον σε ένα τραπέζι για δύο άτομα σε ένα εστιατόριο, και έτρωγαν μεσημεριανό. 
Ο φίλος του έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα, άναψε ένα και τοποθέτησε το πακέτο του ακριβώς μπροστά από το πιάτο του Fast ενώ συνέχισε να μιλάει. Ο Fast ένιωσε άβολα, αλλά δεν μπορούσε να το διευκρινίσει με περισσότερη λεπτομέρεια. Αυτή η ανησυχία αυξήθηκε καθώς ο φίλος του έσπρωξε το πιάτο του προς το πακέτο με τα τσιγάρα. 
Όταν μετά ο φίλος έσκυψε πάνω από το τραπέζι προς τον Fast, ο τελευταίος ένιωσε τέτοιο εκνευρισμό που διέκοψε την συζήτηση. Τότε ο φίλος του έγειρε προς τα πίσω και του είπε «μόλις σου απέδειξα ένα βασικό γεγονός της γειτνίασης. Αρχικά έσπρωξα το πακέτο προς το μέρος σου. 
Είχαμε όμως ήδη διαχωρίσει το τραπέζι στα δύο, με βάση την εγκατάσταση της έδρας, το ένα μισό για εμένα και το άλλο μισό για εσένα. 
Στην φαντασία μας είχαμε σημειώσει τις αντίστοιχες περιοχές μας. Κανονικά θα έπρεπε να είχαμε χωρίσει ευγενικά το τραπέζι στα δύο και να σεβόμασταν ο ένας την περιοχή του άλλου. Εγώ έβαλα το πακέτο μου εσκεμμένα στο δικό σου μισό, και με αυτόν τον τρόπο διέκοψα την συμφωνία μας. Παρόλο που δεν ήξερες τι συνέβαινε, ένιωσες ανήσυχος. 
Όταν έκανα και άλλη μία κίνηση προς την περιοχή σου, σπρώχνοντας το πιάτο μου προς την μεριά σου, και μετά γέρνοντας προς τα εσένα, ένιωθες όλο και πιο άβολα και απειλούμενος, αλλά πάλι χωρίς να ξέρεις το γιατί» (Hall, 1995). 
Αυτό που περιγράφει ο Fast είναι η κλασσική αντίδραση προς την απειλή για την περιοχή κάποιου ή την κίνηση προς τον προσωπικό χώρο του καθένα ξεχωριστά. Μελέτες για τον συγκεκριμένο χώρο που απαιτούν οι άνθρωποι, και η κατάλληλη απόσταση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις επικοινωνίας, έχουν γίνει μία νέα επιστήμη, που ονομάζεται "γειτνίαση". 
Ο E.T. Hall, ένας ανθρωπολόγος, περιέγραψε τα πιο σημαντικά γεγονότα του προσωπικού χώρου μεταξύ των ανθρώπων. 
Ο Hall διέκρινε τέσσερις ζώνες απόστασης, με τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι επικοινωνούν: 
Η οικεία απόσταση. 
Η προσωπική απόσταση. 
Η κοινωνική/ επαγγελματική απόσταση. 
Η απόσταση της δημόσιας ομιλίας. 
Η περιγραφή της ύπαρξης των τεσσάρων αυτών αποστάσεων, είναι μία βοηθητική επεξήγηση των λόγων όπου οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται συγκεκριμένες αποστάσεις μεταξύ των άλλων είτε σωστές είτε λανθασμένες (Hall, 1995). 

  Ο Προσανατολισμός Ζωτικός Χώρος -- Διακόσμηση 
Η γωνία από όπου αντικρίζονται οι συμμέτοχοι. Αυτό διαφέρει ανάλογα με τον σκοπό της συνάντησης και τον χαρακτήρα των συμμέτοχων. Υπάρχουν δύο τρόποι καθίσματος που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις συζητήσεις μεταξύ νοσηλευτή και ασθενή: πρόσωπο με πρόσωπο και θέσεις με κάποια γωνία (Λιονής, 2011). 
Η θέση πρόσωπο με πρόσωπο αποδεικνύει ότι ο ένας είναι πλήρης αφοσιωμένος στον άλλον και τελείως συγκεντρωμένος σε αυτόν και μόνο. 
Ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο για μερικούς ανθρώπους, που αντιθέτως αισθάνονται να έρχονται αντιμέτωποι με τον άλλον. 
Περιφράγματα μπορούν να δημιουργηθούν και από χαρτιά, φακέλους, στυλό ή ακτινογραφίες. Να κάθεται κανείς αντίθετα είναι η τυπική θέση για συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο (Λιονής, 2011). 

Η θέση με κάποια γωνία (μεταξύ 90 και 150 μοίρες) έχει τα πλεονεκτήματα της. Αποφεύγεται η περιστασιακή αναπόφευκτη μετωπική επίθεση από κάποιον που κάθεται πρόσωπο με πρόσωπο. Η διακύμανση της γωνίας δίνει χώρο και στους συμμετέχοντες να κινούνται με συγκεκριμένη ελαστικότητα. Η περίπτωση του πλάγιου γραφείου (να κάθεται κανείς στο αριστερό πλάγιο μέρος του γραφείου) δίνει την ευκαιρία στο νοσηλευτή, που κατευθύνει την συζήτηση, να μελετάει αρχεία χωρίς να χρειάζεται να τα σηκώνει ψηλά ούτε να τα απλώνει ανάμεσα σε αυτόν και τον ασθενή. Επίσης είναι ευκολότερο να εισάγει κανείς παύσεις. Αλλαγές στην θέση από οποιονδήποτε συμμέτοχο, δεν παρατηρούνται έντονα από τον άλλον, αντιθέτως με το αν βρίσκονταν στην θέση πρόσωπο με πρόσωπο. Τέλος, η απόσταση μεταξύ των δύο μπορεί να κυμαίνεται ευκολότερα, παρόλο που δεν θα πρέπει να ξεπερνάει την ακτίνα των εκατοστών. Μεγαλύτερες αποστάσεις μπορεί να ερμηνευτούν ως έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά μικρότερες μπορεί να ερμηνευτούν ως εισβολή του προσωπικού χώρου και να απελευθερώσουν ανησυχία και επιθετικότητα (Λιονής, 2011). 
Υπάρχουν νοσηλευτές που τους αρέσει να κάθονται στην ίδια μεριά του γραφείου με τον ασθενή. Αυτή η κατάταξη των θέσεων εκφράζει την επιθυμία να μην υπάρχει ασυμμετρία μεταξύ νοσηλευτή και ασθενή. Πολλοί ασθενείς το εκτιμάνε αυτό, αλλά το μειονέκτημα είναι ότι ο νοσηλευτής δεν μπορεί να κρατάει σημειώσεις και μερικοί ασθενείς καθισμένοι δίπλα από έναν νοσηλευτή νιώθουν την καταπάτηση της οικείας τους περιοχής (DiMatteo, 2006). 
Ο ζωτικός προσωπικός χώρος σχηματίζεται κυκλικά γύρω από το σώμα του κάθε ατόμου και εξυπηρετεί την προστασία του. Όταν παραβιάζεται οι άνθρωποι αισθάνονται και εκδηλώνουν έντονη δυσφορία και αμηχανία και κάνουν διορθωτικές κινήσεις που συμβάλλουν στη διατήρηση του χώρου αυτού. Κατά την επικοινωνία μας με τον ασθενή όταν επιχειρούμε να παραβιάσουμε τον ζωτικό του χώρο με φυσική εισβολή είτε πλησιάζοντάς τον είτε ακουμπώντας τον συχνά, δημιουργούνται ισχυρές απωθητικές δυνάμεις εκ μέρους του και αυτόματα εκτελεί διορθωτικές κινήσεις αποκατάστασης της ισόρροπης απόστασης. Τέτοιες κινήσεις όμως εκτελούμε και οι ίδιοι στη περίπτωση που ο ασθενής εισβάλει στο ζωτικό μας χώρο (Λιονής, 2011). 
Είναι αποδεδειγμένο ότι το περιβάλλον επηρεάζει τα συναισθήματα των ανθρώπων σε μεγάλο βαθμό αλλά και τη συμπεριφορά τους. Τα διαφορετικά είδη περιβάλλοντος δημιουργούν και διαφορετική ατμόσφαιρα. Ο υπέρμετρος πλούτος και ο μεγάλος όγκος δημιουργούν ένα αυστηρό και τυπικό περιβάλλον. Η ατμόσφαιρα σ αυτό το περιβάλλον προκαλεί φόβο και συναισθήματα υποταγής και αφανισμού. 
Εν αντιθέσει, το ζεστό περιβάλλον με τη χρήση κατάλληλων υλικών και χρωμάτων προκαλεί χαλάρωση στους ανθρώπους και αίσθηση οικειότητας. Η έλλειψή της φέρνει ένταση, εγρήγορση και έλλειψη άνεσης. Τέτοια συναισθήματα δημιουργούν στον ασθενή ένα περιοριστικό περιβάλλον με την αναλογία μικρού ζωτικού χώρου για κάθε άτομο. Οι μεγάλοι λιτοί και αυστηροί χώροι επιτρέπουν τη δημιουργία τυπικών επαγγελματικών σχέσεων και όχι διαπροσωπικών. Στα δωμάτια των ασθενών τα έπιπλα χρειάζεται να είναι λιτά και πρακτικά, ενώ αποφεύγεται η περίπλοκη διακόσμηση των τοίχων. Ο σχεδιασμός των θέσεων στο χώρο ώστε να ευνοείται η ανάπτυξη σχέσεων και κοινωνικών επαφών είναι μια σημαντική προέκταση των κοινωνικών ικανοτήτων. Για παράδειγμα, η αντιμέτωπη διάταξη στις καρέκλες ευνοεί την ανταγωνιστικότητα, ενώ η συνεργασία ευνοείται με τον σχηματισμό γωνιών μεταξύ τους (Κομνηνάκης, 1998). 
 Η Εμφάνιση 
Η παρουσίαση του εαυτού μας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στείλει μηνύματα για την κοινωνική θέση και την ψυχολογική κατάσταση. Η εμφάνιση του καθενός έχει μία άμεση υποσυνείδητη επίδραση σε όλους τους γύρω. Μέσα σε δευτερόλεπτα κρίνονται και δημιουργείται μία εντύπωση, θετική ή αρνητική. Η γοητεία, η φυλή, το ύψος, το βάρος, το σχήμα του σώματος, και η ενδυμασία αξιολογούνται. Μεταξύ των άλλων, η εμφάνιση ενός ανθρώπου τείνει να είναι πιο φανερή μέσω των ρούχων του. Τα ρούχα εκτός από το να μας προστατεύουν από τα στοιχεία της φύσης, έχουν μεγάλη σημασία για την μη λεκτική επικοινωνία (Mehrabian, 1976). Κάποιος άλλος ερευνητής πρότεινε ότι τα ρούχα στέλνουν τουλάχιστον δέκα διαφορετικά μηνύματα στους γύρω. 
Αυτά είναι: 
Οικονομικό Επίπεδο 
Οικονομικό Ιστορικό 
Εκπαιδευτικό Επίπεδο 
Εκπαιδευτικό Ιστορικό 
Κοινωνική Στάση 
Κοινωνικό Ιστορικό 
Εμπιστοσύνη 
Ηθικός Χαρακτήρας 
Επίπεδο Σοφίας 
Επίπεδο Επιτυχίας 

Οι κρίσεις μας για τους άλλους εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ελκυστικά βρίσκουμε τα άτομα με τα οποία επικοινωνούμε. Η ένδυση, η κόμμωση, το μακιγιάζ, το τατουάζ, τα αξεσουάρ κ.λπ. αν και πολιτισμικά καθορισμένα επηρεάζουν την κρίση μας και τον τρόπο επικοινωνίας μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε (Λιονής, 2011). 
Οι άνθρωποι στις καθημερινές τους σχέσεις, ειδικά σε ένα καινούριο και άγνωστο περιβάλλον, αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν πιο έμμεσους τρόπους αυτοπαρουσίασης, όπως αυτόν της εμφάνισης για την προβολή τους. 
Ο παράγοντας ενδυμασία που επηρεάζει την εμφάνιση αντανακλά την ατομικότητα και μοναδικότητά του κάθε ατόμου. Αν ο στόχος είναι η προβολή του επαγγελματικού μας ρόλου, αυτός εξασφαλίζεται με τη χρήση της στολής εργασίας του νοσηλευτή. Η στολή είναι ένα σταθερό και συνήθως επίσημο μοντέλο ρούχου που δηλώνει ξεκάθαρα ότι ο χρήστης ανήκει σε μια ομάδα, όπως και ποια ιεραρχική θέση κατέχει σ αυτήν. Αποτελεί έμπρακτη απόδειξη υποταγής και ένταξης του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο και σέβεται τον τρόπο ντυσίματος της ομάδας στην οποία ανήκει. 
Είναι ένα είδος συμμόρφωσης και συμβιβασμού του κάθε νοσηλευτή με τους κανόνες του αποδεκτού τρόπου ντυσίματος. 
Η στολή του νοσηλευτή βέβαια τονίζει την υπάρχουσα κοινωνική απόσταση, αλλά χρησιμοποιείται συχνά σαν μέσο εντυπωσιασμού στα εκτός ομάδας άτομα. 
Αν περιοριστούμε απλά στην επίτευξη του δεύτερου στόχου για να πείσουμε ότι διαθέτουμε υψηλό επίπεδο επιρροής και ισχύος, χρειάζεται να αποκτήσουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στις γνώσεις και ικανότητές μας, καθώς ένας τέτοιος στόχος αντανακλά εσωτερική μα και επαγγελματική ανασφάλεια. Η καλλιέργεια αυτογνωσίας είναι ένα από τα μέσα που σίγουρα βοηθούν στην κατανόηση και προβολή του επαγγελματικού μας ρόλου (Παπαδάκη,1995). 
 Η Στάση και κίνηση του σώματος 
Η στάση του σώματος κατά την ορθοστασία, το κάθισμα, ή το ξάπλωμα. Η στάση του σώματος αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας. Ο Mehrabian όρισε ότι κλειδιά των στάσεων για την αποκάλυψη των συναισθημάτων είναι αυτά της έντασης και της χαλάρωσης. Ανέφερε ότι ο άνθρωπος παίρνει χαλαρή στάση όταν δεν βρίσκεται σε απειλητική κατάσταση, και σφίγγεται όταν απειλείται. Βασιζόμενος σε αυτήν την παρατήρηση, ανέφερε ότι μπορεί κανείς να καταλάβει αρκετά για τον άλλον απλά παρατηρώντας πόσο ανήσυχος ή χαλαρός εμφανίζεται. Έτσι όταν ο νοσηλευτής εμφανίζεται ανήσυχος και αμυντικός και ο ασθενής το αναγνωρίσει αυτό, μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά η συνάντηση από την αρχή (Mehrabian, 1976). Οι άνθρωποι είναι σε θέση να ελέγξουν τις εκφράσεις του προσώπου τους, αλλά συνήθως δεν ελέγχουν πολύ καλά τις αντιδράσεις του σώματος τους. 

Έχει αποδειχθεί ερευνητικά ότι η έκφραση των συναισθημάτων διοχετεύεται και «διαρρέει» ακούσια μέσα από το κανάλι των σωματικών κινήσεων. 
Συνεπώς, το άγχος η θλίψη και η δυσφορία ενός ασθενούς ή αντίστροφα, η ενέργεια και η θετική στάση του είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν μέσω της παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο περπατά, κινείται στον χώρο αλλάζει θέση κ.λπ. Ακόμα και το βάδισμα ενός ατόμου ενδέχεται να υποδηλώνει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία σχετικά με το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση της υγείας του. Οι νευρικές κινήσεις και το άγγιγμα κάποιων σημείων του σώματος (όπως το τράβηγμα των λοβών του αυτιού ή το νευρικό παιχνίδι με μια τούφα μαλλιών) αποτελούν ενδεχομένως ενδείξεις ότι το άτομο  είναι ανήσυχο και αβέβαιο σε σχέση με αυτό που δηλώνει λεκτικά. 
Οι ίδιες συμπεριφορές είναι πιθανόν να υποδηλώνουν ακόμη και προσπάθειες εξαπάτησης. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τι δηλώνει μια μη λεκτική ένδειξη, ορισμένες κινήσεις και στάσεις του σώματος μεταδίδουν πράγματι κάποια συγκεκριμένα μηνύματα. Οι ασθενείς έχουν την τάση να εκλαμβάνουν θετικά κάποιες συγκεκριμένες χειρονομίες του νοσηλευτή. 
Για παράδειγμα ενώ η στάση του σώματος στην οποία τα χέρια είναι σταυρωμένα ή κλειστά τείνει να μεταδίδει ένα μήνυμα ψυχρότητας, επιφυλακτικότητας και απόρριψης, η ανοιχτή θέση των χεριών μεταδίδει θέρμη και αμεσότητα. 
Σε μια μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι νοσηλευτές που θεωρούνταν ότι είχαν καλή συναισθηματικοί επαφή με τους ασθενείς τους, υιοθετούσαν στάσεις στις οποίες τα άκρα του σώματος ήταν περισσότερο ανοικτά, το σώμα έκλεινε περισσότερο προς τα εμπρός και ήταν περισσότερο προσανατολισμένο στον ασθενή. 
Επίσης οι νοσηλευτές που είχαν περισσότερο συναισθηματική επαφή με τους ασθενείς τους συνήθιζαν να μην κρατούν μεγάλη απόσταση, αλλά να κάθονται αρκετά κοντά τους. 

Έχει βρεθεί κατεύθυνση του σώματός προς τον ασθενή. ότι οι ασθενείς είναι περισσότερο ικανοποιημένοι από έναν νοσηλευτή που προσανατολίζει το σώμα του προς την κατεύθυνση του δικού τους, και ο οποίος κλείνει προς το μέρος τους αντί να γέρνει προς τα πίσω και μακριά από αυτούς. 
Αντίστοιχα σε έρευνες όπου συμμετείχαν ψυχοθεραπευτές, βρέθηκε ότι τα νεύματα του κεφαλιού, οι ήρεμες κινήσεις των χεριών και η ελαφρά κλήση του σώματος προς το μέρος των πελατών κατά την διάρκεια της συνεδρίας ενισχύει την αντίληψη τους ότι ο ψυχοθεραπευτής είναι συναισθηματικά ζεστός και φιλικός (DiMatteo, 2006). 
Ο νοσηλευτής που θέλει να επιβληθεί στον ασθενή του, να προβάλλει την αυτοπεποίθησή του και να δείξει σιγουριά, υιοθετεί την όρθια στάση του σώματός του ώστε να τονίζεται ο όγκος του σώματος. 
Όμως σιγουριά αντανακλά και η χαλαρή στάση η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντασης στο μυϊκό σύστημα, την ασύμμετρη θέση των άκρων, την πλάγια κλίση του σώματος. 
Η υιοθέτηση αυτής της στάσης - ιδιαίτερα από τους άνδρες απαιτεί προσοχή διότι μπορεί να θεωρηθεί ως απόρριψη ή έλλειψη σεβασμού απέναντι στον ασθενή. 
Ενώ η αμεσότητα επιτυγχάνεται με τη μειωμένη απόσταση, τη συμμετρική κλίση και τον αμοιβαίο προσανατολισμό των σωμάτων των αλληλεπιδρώντων, όπως και τα συχνά βλέμματα και χαμόγελα. Δηλώνεται έτσι η διάθεση προσφοράς βοήθειας εάν χρειαστεί. Αντίθετα, όταν το σώμα κλίνει προς τα πίσω αποκρινόμενο από τον συνομιλητή φανερώνει  αντιπάθεια ή αμηχανία με αποτέλεσμα τη μείωση ή τη διακοπή της αλληλεπίδρασης ή τη δημιουργία ψυχρού κλίματος. Από την άλλη η λεγόμενη κινητική ηχώ (στάση κατοπτρισμού ή αντανάκλασης των κινήσεων των σωμάτων των αλληλεπιδρώντων) συμβάλλει στην επιπλέον διαμόρφωση θετικών συναισθημάτων μεταξύ νοσηλευτή ασθενούς (Josien, 1995). 
Οι στάσεις και οι χειρονομίες σχετίζονται με τα αισθήματα και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου. 
Μπορούμε έτσι να ανακαλύψουμε από τη θέση που παίρνουν τα χέρια του ασθενή, το πως αισθάνεται: τα σταυρωμένα σφιχτά χέρια μπροστά στο στήθος ή τη κοιλιά δηλώνουν διαφωνία ή αμυντική στάση. 
Τα ανοικτά χέρια που εκτείνονται προς τα εμπρός δηλώνουν αποδοχή ή πρόσκληση ενώ όταν ακουμπούν τους γοφούς μεταφέρουν αρνητικά ή επιθετικά μηνύματα. Ως προς τη συχνότητα των χειρονομιών έχει διαπιστωθεί ότι αυξάνεται σε ανθρώπους που έχουν αυξημένη λεκτική ικανότητα (ευφράδεια). 
Ενώ ο περιορισμός της κινητικότητας διαταράσσει σοβαρά τη λεκτική επικοινωνία του ατόμου. Οι χειρονομίες μπορούν να αντικαταστήσουν τις λέξεις, να συνοδεύσουν το λόγο και να φανερώσουν την συναισθηματική μας κατάσταση. Για παράδειγμα, το ελαφρό χτύπημα στη πλάτη είναι ένδειξη συμπαράστασης και ενθάρρυνσης. Αντίθετα με τις χειρονομίες, οι κινήσεις που κατευθύνονται στο ίδιο το άτομο, οι λεγόμενες δραστηριότητες μετάθεσης ενώ φαίνονται άσκοπες και στερεότυπες, όμως απελευθερώνουν τις εσωτερικές εντάσεις που βιώνει το άτομο (Κομνηνάκης, 1998) 
Ανάλυση της στάσης του σώματος των ασθενών σε καθιστή θέση 
Απαραίτητο είναι να αναλυθεί περαιτέρω η στάση του σώματος κατά το κάθισμα, αφού οι περισσότερες συναντήσεις νοσηλευτών με τους ασθενείς γίνονται σε καθιστή θέση. Ο τρόπος με τον οποίο κάθεται κανείς επιτρέπει την ερμηνεία της άμεσης διάθεσης του, την ψυχική του διάθεση, την φύση του και την συμπεριφορά του προς του άλλους. Ο S. Molcho αναλύει την έννοια της έκφρασης της στάσης του σώματος ως εξής (Bαγιάτης, 1995): 
Η στάση του κορμού: κάθετη, άγρυπνη στάση που εκπέμπει δυναμισμό και ζωντάνια, αντίθετα με το σώριασμα που εκπέμπει έλλειψη ενεργητικότητας και πιθανή καταθλιπτική διάθεση. Το λύγισμα του άνω μέρους του κορμιού προς τον άλλον αντανακλά ενδιαφέρον και παροτρύνει διάλογο. 



Το λύγισμα προς τα πίσω υπονοεί σκεπτικισμό, απόσυρση ή αποφυγή. Αυτό σημαίνει ότι η γλώσσα του σώματος και οι λέξεις μπορούν να διαψεύσουν το ένα το άλλο. Κάποιος που συμφωνεί λεκτικά αλλά λυγίζει προς τα πίσω, διαφωνεί με τις λέξεις του.  Σε περίπτωση αμφισβήτησης, εφαρμόζεται ο κανόνας ότι το σώμα δεν ψεύδεται (Bαγιάτης, 1995). 


Προσεκτική θέση στην άκρη της καρέκλας εκπέμπει το μήνυμα της πίεσης του χρόνου ή της υπερέντασης. Επίσης μπορεί να είναι σημάδι κατωτερότητας ή αβεβαιότητας, καθώς και της επιθυμίας να λήξει η συζήτηση. Το υπερβολικό λύγισμα προς τα πίσω, ακόμη και στο σημείο να στηρίζεται κανείς στα πίσω πόδια της καρέκλας. Κάθισμα στην άκρη της αποκαλύπτει την υποχώρηση από τον ρόλο του παρατηρητή, ο οποίος καρέκλας κοιτάει και περιμένει. Το να σηκώνεται κάποιος απότομα ή να μετακινείται στο κάθισμα του είναι ένδειξη ανησυχίας και ένα μη λεκτικό μήνυμα ότι επιθυμεί να φύγει (Bαγιάτης, 1995). 



Η στάση των ποδιών ενώ κάθεται κάποιος μπορεί να είναι επίσης ένα σημαντικό σημάδι. Αν τα πόδια εφάπτονται στον αστράγαλο, μπορεί να υπονοεί επιφυλακή, εσωτερική ένταση και θυμός. Αν τα πόδια τυλίγουν τα πόδια της καρέκλας, τότε η θέση είναι δύσκαμπτη και δύσκολα αλλάζεται. 


Αντιθέτως αν τα πόδια είναι χαλαρά σταυρωμένα, εκπέμπεται το μήνυμα της ελευθερίας με κάποιο βαθμό επιφυλακής (Bαγιάτης, 1995).



Μία ελεύθερη ξεκούραστη θέση με τα πόδια απλωμένα υποδεικνύει εμπιστοσύνη, αλλά και εδαφική απαίτηση. 


Ένα φαρδύ κάθισμα με τα πόδια τοποθετημένα στα πλάγια υποδεικνύει προστατευτικό εμπόδιο. Αν δύο άτομα κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον με τα πόδια πόδια στα πλάγια απλωμένα σταυρωμένα και τα δάχτυλα των ποδιών τους να δείχνουν προς την κατεύθυνση του άλλου, τότε επιδιώκεται επικοινωνία. Ωστόσο, παρατηρούνται σε αυτούς που τα δάχτυλα δείχνουν την αντίθετη κατεύθυνση ότι επιθυμούν την απομάκρυνση και ότι υπάρχουν διαφορές (Bαγιάτης, 1995). 



Η κάθετη θέση με κλειστά τα γόνατα και πόδια, πιθανόν με μία τσάντα σφικτά κρατημένη στους μηρούς, παρατηρείται περισσότερο στις γυναίκες. Αυτή η στάση του σώματος είναι μήνυμα καλής ανατροφής, παρόλο που μπορούν να κρύβονται από πίσω αβεβαιότητες (Bαγιάτης, 1995).

Πτυχιακή Εργασία: «Οι μη λεκτικές επικοινωνιακές δεξιότητες των νοσηλευτών και η εφαρμογή τους στους ασθενείς» 

Υπεύθυνη Εκπαιδευτικός: Ε. Παπαγιαννοπούλου 

Φοιτήτρια: Ελένη Μπούρα Ιωάννινα 

2012

Επιμέλεια Κειμένου
Παναγιώτης Σπανός
Διασώστης ΕΚΑΒ Ρόδου

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου