Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Check Up : Βιοχημικές εξετάσεις (Μέρος Α')


Στο "Check Up : Γενική Αίματος" αναλύθηκαν οι αιματολογικές παράμετροι. Εδώ θα εξεταστούν μερικές βιοχημικές παράμετροι, χρήσιμες στην καθημερινή ιατρική πράξη. Βιοχημικές ονομάζονται όλες οι εξετάσεις προσδιορισμού μιας ουσίας στο αίμα (γίνεται αιμοληψία δηλαδή), γιατί αφορούν σε ανίχνευση οργανικών και ανόργανων ουσιών και γιατί χρησιμοποιούν βιοχημικές μεθόδους στον προσδιορισμό τους. Ελπίζω να είναι κατανοητή από όλους σας η ερμηνεία των αιματολογικών εξετάσεων.

ΓΛΥΚΟΖΗ (Glu)

Το λεγόμενο "ζάχαρο". Η γλυκόζη είναι το κύριο σάκχαρο του αίματος και η κυριότερη πηγή ενέργειας για τον οργανισμό μας (και αποκλειστική για τον εγκέφαλο). Είναι μια εξόζη (υδατάνθρακας δηλαδή) και τα πλέον γνωστά πολυμερή του είναι το άμυλο και το γλυκογόνο. Οι τιμές αναφοράς της γλυκόζης στον ορό ή στο πλάσμα του ατόμου που βρίσκεται σε νηστεία (με ενζυμικές μεθόδους προσδιορισμού) είναι:

Φυσιολογικές τιμές = 60 - 110 mg/dL ή mg% (3,5 - 6 mmol/L)

Παθολογικά αυξημένη γλυκόζη παρατηρείται στο σακχαρώδη διαβήτη. Τιμή πάνω από 200 mg/dL σε νηστεία είναι σχεδόν διαγνωστική του διαβήτη. Μέτρια αύξηση της γλυκόζης (κάτω από 200 mg/dL) εμφανίζεται σε υπερλειτουργία του θυρεοειδή, της υπόφυσης ή των επινεφριδίων, σε διάχυτες νόσους του παγκρέατος (παγκρεατίτιδα, καρκίνος), σε ενδοκρανιακές παθήσεις (μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα, όγκοι, αιμορραγία), αλλά και στα τελικά στάδια πολλών νόσων (στα πλαίσια της γενικότερης απορρύθμισης). Ελάττωση της γλυκόζης κάτω από 40 ή 50 mg/dL χαρακτηρίζεται ως υπογλυκαιμία. Συχνότερη αιτία παραμένει η υπέρβαση της δόσης της ινσουλίνης που παίρνει ο διαβητικός. Μπορεί ακόμη να οφείλεται σε υπολειτουργία του θυρεοειδή, της υπόφυσης ή των επινεφριδίων, καθώς και σε εξάντληση των αποθεμάτων γλυκογόνου απο ηπατική νόσο, έντονη μυϊκή άσκηση ή παρατεταμένη νηστεία. Σε άτομα που υποβλήθηκαν σε μερική γαστρεκτομή εκδηλώνεται αντιδραστική υπογλυκαιμία 1 ως 3 ώρες μετά το φαγητό. Εξαιρετικά μεγάλη υπογλυκαιμία παρατηρείται στο ινσουλίνωμα (όγκος του παγκρέατος).

Για την παρακολούθηση των διαβητικών αρρώστων μετράμε τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη Α1c, η οποία φυσιολογικά αποτελεί το 5- 8 % της ολικής αιμοσφαιρίνης και αυξάνει στο διαβήτη. Η τιμή της HbA1c εξαρτάται από τη μέση συγκέντρωση της γλυκόζης του αίματος τις τελευταίες 8 με 10 εβδομάδες, γι' αυτό και αποτελεί δείκτη της πορείας της νόσου.

ΟΥΡΙΑ

Παράγεται στο συκώτι και είναι το κύριο τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών. Τα επίπεδά της επηρεάζονται από το ποσό των πρωτεϊνών της διατροφής, γι΄αυτό σε άτομα με νεφρικές παθήσεις μια ελάττωση της ουρίας μπορεί να οφείλεται στη διατροφή και όχι σε βελτίωση της νόσου.

Φυσιολογικές τιμές = 14 - 50 mg/dL ή mg% (3,6 - 7,1 mmol/L)

Βρίσκεται αυξημένη σε ΟΛΕΣ τις νεφρικές παθήσεις (νεφρικά αίτια). Αυξάνει και από προνεφρικά αίτια, όπως σε αφυδάτωση (πολλοί εμετοί ή διάρροιες δίνουν μεγάλες αυξήσεις). Μέτρια αύξηση προκαλείται από αιμορραγία του πεπτικού, καθώς και από αύξηση του κατοβολισμού των πρωτεϊνών (σε μεγάλο πυρετό δηλαδή και σε μολύνσεις / τοξικές καταστάσεις). Μετανεφρικά αίτια αύξησης της ουρίας είναι οι καταστάσεις που προκαλούν επίσχεση ούρων (υπερτροφία του προστάτη, λίθοι στους ουρητήρες, μορφώματα στην κύστη και στένωση της ουρήθρας). Χαμηλές τιμές ουρίας παρατηρούνται σε ελαττωμένη πρόσληψη πρωτεϊνών, σε ασθενείς μετά από αιμοκάθαρση και σε νοσήματα του ήπατος (επηρεάζεται ο κύκλος σύνθεσης της ουρίας εκεί).

ΚΡΕΑΤΙΝΙΝΗ

Σχηματίζεται από την κρεατίνη. Δεν επηρεάζεται από τις πρωτεΐνες της διατροφής, γι' αυτό θεωρείται πιο αξιόπιστη από την ουρία στην εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.

Φυσιολογικές τιμές
- Στους άνδρες = 0,7 - 1,4 mg/dL (71 - 115 μmol/L)
- Στις γυναίκες = 0,6 - 1,1 mg/dL (53 - 97 μmol/L)

Αυξάνει σε νοσήματα των νεφρών (κυρίως όμως στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια), παράλληλα με την ελάττωση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (glomerular filtration rate, GFR). Αυξάνει και στον υποθυρεοειδισμό, αλλά και σε σοβαρά νοσήματα των μυών (μυϊκή δυστροφία, μυοσίτιδα). Ο GFR είναι ουσιαστικά ο ρυθμός "κάθαρσης" της κρεατινίνης από τα νεφρά και έχει φυσιολογικές τιμές: 95 - 140 mL/min για τους άνδρες και 85 - 125 mL/min για τις γυναίκες.

ΟΥΡΙΚΟ ΟΞΥ

Είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των εξωγενών και ενδογενών πουρινών (πχ των αζωτούχων βάσεων του DNA).

Φυσιολογικές τιμές
- Στους άνδρες = 2,5 - 8 mg/dL ή mg%
(0,15 - 0,48 mmol/L)
- Στις γυναίκες = 1,5 - 6 mg/dL ή mg%
(0,09 - 0,36 mmol/L)

Η αύξησή του αποτελεί κριτήριο για τη διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας. Στις κρίσεις της νόσου είναι σημαντικά αυξημένο, όχι όμως πάντα και όχι ανάλογα με τη βαρύτητα της κρίσης. Μεγάλη αύξηση του ουρικού οξέος παρουσιάζεται στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια λόγω ελάττωσης της αποβολής του. Αυξάνει μέτρια σε καταστάσεις μεγάλης καταστροφής κυττάρων, λόγω αύξησης της καταστροφής των νουκλεοτιδίων (των μονομερών του DNA και του RNA), πχ σε λευχαιμία, πολυκυτταραιμία, μεγαλοβλαστική αναιμία (από έλλειψη βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος). Το επίπεδο του ουρικού στο αίμα επηρεάζεται από τη διατροφή και από πολλά φάρμακα, επειδή αυξάνουν την κατακράτησή του.

(*) Ουρία, Κρεατινίνη και Ουρικό είναι εξετάσεις για τα νεφρά και μπορεί να βρεθούν ψευδώς αυξημένα και σε υπερκατανάλωση διουρητικών ουσιών (καφέδες, τσάι, μπύρα κτλ) ή σε συστηματικά αθλούμενα άτομα. Εκεί δε δίνουμε τόση σημασία και οι τιμές είναι οριακές.

ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ ή ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ

Οι πρωτεΐνες στο αίμα μπορεί να παίζουν ρόλο μεταφορικόλειτουργικό (ένζυμα, αλυσίδες αιμοσφαιρίνης) και αμυντικό (ανοσοσφαιρίνες, ινωδογόνο και συμπλήρωμα σε φλεγμονές και πήξη / επούλωση τραύματος). Είναι δομικά στοιχεία των κυττάρων και η διατήρησή τους σε επαρκή επίπεδα με τη διατροφή επιβάλλεται.

Φυσιολογικές τιμές
Ολικά λευκώματα = 5,5 - 8 g/dL (55 - 80 g/L)
Λευκωματίνες = 3,5 - 5,5 g/dL (35 - 55 g/L) και σε συμμετοχή 50 - 60 %
Σφαιρίνες = 1,5 - 3,5 g/dL (20 - 35 g/L) και συμμετοχή 40 - 50 %
Ινωδογόνο = 160 - 415 mg/dL ή mg% (0,5 - 1,4 μmol/L)
Συμπλήρωμα C3 = 55 - 120 mg%

Στην ηλεκτροφόρηση των σφαιρινών θα πρέπει να τηρείται η εσωτερική αναλογία: α1 = 4,2 - 7,2 %, α2 = 6,8 - 12 %, β = 9,3 - 15 % και γ = 13 - 23 %. Ουσιαστικά πρόκειται για την αναλογία των υποτύπων των ανοσοσφαιρινών (αντισωμάτων) στο αίμα.

Η αύξηση των ολικών λευκωμάτων οφείλεται σχεδόν πάντα (με εξαίρεση την αφυδάτωση) σε αύξηση των σφαιρινών και κυρίως των γ-σφαιρινών. Οι σφαιρίνες αυξάνουν σε προχωρημένες παθήσεις του ήπατος, στο πολλαπλό μυέλωμα, σε χρόνιες λοιμώξεις και σε νοσήματα του κολλαγόνου (αυτοάνοσα). Η ελάττωση των ολικών λευκωμάτων οφείλεται συνήθως σε ελάττωση της λευκωματίνης από τα ούρα (νεφρωσικό σύνδρομο), από το έντερο (εντεροπάθειες), από το δέρμα (εγκαύματα) και από μεγάλες αιμορραγίες. Άλλες αιτίες υπολευκωματιναιμίας είναι η μειωμένη σύνθεση λευκωμάτων σε βαριά ηπατική νόσο, η κακή διατροφή, η κακή απορρόφηση, αλλά και ο αυξημένος καταβολισμός λευκωμάτων (πχ εμπύρετες καταστάσεις, τραύματα). Η λευκωματίνη ονομάζεται και αλβουμίνη.

ΤΡΑΝΣΑΜΙΝΑΣΕΣ ήΑΜΙΝΟΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΕΣ (SGOT και SGPT)

Είναι ένζυμα μεταφοράς αμινοομάδων. Ηοξαλοξεική τρανσαμινάση (SGOT) υπάρχει σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο μυοκάρδιο και σε μικρότερες στο ήπαρ και στους μύες. Η τιμή της στον ορό αυξάνει στο έμφραγμα του μυοκαρδίου 3 με 9 ώρες μετά την εισβολή και φτάνει στη μέγιστη τιμή μετά από 24 ώρες. Αυξάνει, επίσης, σε σε παθήσεις των μυών (μυϊκή δυστροφία, μυοσίτιδα). Η πυροσταφυλική τρανσαμινάση (SGPT) βρίσκεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο συκώτι. Μαζί με τη SGOT αποτελούν ευαίσθητους δείκτες ηπατοκυτταρικής βλάβης. Μεγάλη αύξηση παρατηρείται στην οξεία ηπατίτιδα, ενώ μέτρια σε χρόνιες ηπατικές παθήσεις, αποφρακτικό ίκτερο (πχ "πέτρα στη χολή"), λοιμώδη μονοπυρήνωση ("νόσος του φιλιού") και σε όγκους του ήπατος. Διαπιστώνουμε χρόνιο αλκοολισμό όταν δούμε εργαστηριακά το λόγο SGOT/SGPT να είναι πάνω από 2.

Φυσιολογικές τιμές
SGOT = 5 - 40 U/mL
SGPT = 5 - 35 U/mL

Παλαιότερα, η οξαλοξεική τρανσαμινάση (SGOT) ονομαζόταν ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και η πυροσταφυλική τρανσαμινάση (SGPT) αλανινική τρανσφεράση (ALT).

ΦΩΣΦΑΤΑΣΕΣ

Είναι τα ένζυμα που καταλύουν την υδρόλυση των φωσφωρικών εστέρων. Η αλκαλική φωσφατάσηστο αίμα μας προέρχεται κυρίως από τα κόκαλα και το συκώτι μας. Αυξάνει σε παθήσεις των οστών, εφόσον υπάρχει έντονη οστεοβλαστική δραστηριότητα (πχ ραχίτιδα / έλλειψη βιταμίνης D). Μεγαλύτερη είναι η διαγνωστική της αξία σε παθήσεις του ήπατος και κυρίως στη διαφορική διάγνωση του ικτέρου. Αυξάνει περισσότερο στον αποφρακτικό ίκτερο (ενδοηπατική ή εξωηπατική στάση της χολής πχ από λίθο) και λιγότερο στον ηπατοκυτταρικό ίκτερο. Η όξινη φωσφατάση βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις φυσιολογικά στον προστάτη. Το επίπεδό της στο αίμα ανεβαίνει στον καρκίνο του προστάτη (το ειδικό προστατικό αντιγόνο PSA αποτελεί την πιο χρήσιμη εξέταση για προστάτη).

Φυσιολογικές τιμές
Αλκαλική φωσφατάση = 4 - 13 UKA (King-Armstrong) ή 2 - 4,5 U Bodansky
Όξινη φωσφατάση = 1 - 5 UKA ή 0,5 - 2 U Bodansky

ΧΟΛΕΡΥΘΡΙΝΗ

Παράγεται από τον καταβολισμό της αιμοσφαιρίνης. Είναι αδιάλυτη στο νερό και γι' αυτό στο αίμα μόνο συνδεδεμένη με λευκωματίνη μπορεί να βρεθεί (έμμεση χολερυθρίνη). Στο ήπαρ συνδέεται με γλυκουρονικό οξύ και γίνεται υδατοδιαλυτή (άμεση χολερυθρίνη).

Φυσιολογικές ανώτερες τιμές = 1 mg/dLγια την ολική και 0,35 mg/dL για την άμεση

Αύξηση της χολερυθρίνης προκαλείται από αυξημένη διάσπαση της αιμοσφαιρίνης (αιμολυτικός ίκτερος), από ανεπαρκή μεταβολισμό της χολερυθρίνης στο ήπαρ (ηπατοκυτταρικός ίκτερος) και από παρεμπόδιση εκροής της χολερυθρίνης στα χοληφόρα (αποφρακτικός ίκτερος). Η συχνότερη αιτία αυξημένης "χολής" είναι η "πέτρα".

γ-ΓΛΟΥΤΑΜΥΛΟΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΗ (γ-GT)

H γ-γλουταμυλική τρανσφεράση είναι ένζυμο που υπάρχει σε ήπαρ, νεφρούς και πάγκρεας. Αποτελεί τον πλέον ευαίσθητο, αλλά όχι ειδικό, δείκτη ηπατικής νόσου. Κοινώς, όταν είναι αυξημένος σημαίνει ότι το συκώτι μας δεν πάει καλά, αλλά για να δούμε από τι πρέπει να δούμε τους άλλους δείκτες. Μεγάλη αύξηση παρουσιάζει στον αποφρακτικό ίκτερο, σε μεταστατικούς όγκους του ήπατος και φυσικά σε χρόνια κατανάλωση οινοπνεύματος.

Φυσιολογικές τιμές
- Στους άνδρες =6- 28 U/L
- Στις γυναίκες = 4 - 18 U/L

ΓΑΛΑΚΤΙΚΗ ΑΦΥΔΡΟΓΟΝΑΣΗ ή ΔΕΫΟΔΡΟΓΟΝΑΣΗ (LDH)

Βρίσκεται σε όλα τα κύτταρα, όπου μετέχει στο μεταβολισμό της γλυκόζης. Είναι άφθονη στο μυοκάρδιο, στους μύες γενικότερα και στο ήπαρ. Το επίπεδό της στο αίμα αυξάνει όπως και της SGOT στο έμφραγμα του μυοκαρδίου και επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα σε 2 εβδομάδες. Επίσης, αυξάνει σε μυϊκή δυστροφία και σε αρκετές παθήσεις του ήπατος.

Φυσιολογικές τιμές στους 37οC = 240 - 480 U/L

ΚΙΝΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΕΑΤΙΝΗΣ (CPK)

Ονομάζεται και κρεατινοφωσφοκινάση. Καταλύει τη φωσφορυλίωση της κρεατίνης και βρίσκεται άφθονη στους μύες. Ειδικά στο μυοκάρδιο επικρατεί το ισοέζυμο ΜΒ (CK-MB), το οποίο αυξάνεται σε έμφραγμα του μυοκαρδίου σε 4 με 6 ώρες και φτάνει σε peak στις 24 ώρες. Η CPK αυξάνει και σε μυϊκή δυστροφία, αλλά και συχνά σε κακώσεις των μυών. Ακόμα και μια ενδομυϊκή ένεση μπορεί να δώσει ψευδώς αυξημένη CPK. Στους άνδρες ανώτερο όριο προτείνεται τα 80 U/L και στις γυναίκες τα70 U/L, αλλά αξιολογούμε την παράμετρο όταν η CPK περάσει τα 145 IU/mL.

ΛΙΠΗ

Τα λιπίδια του οργανισμού παίζουν σημαντικότατο ρόλο στο σχηματισμό των ορμονών (στεροειδών, φύλου), είναι υπεύθυνα για το σχηματισμό των μεμβρανών του κυττάρου και αποτελούν πολύτιμες αποθήκες ενέργειας. Η περίσσεια τους είναι ταυτόσημη με την έναρξη των διαδικασιών της αθηρωμάτωσης, της δημιουργίας πλακών δηλαδή εντός των αρτηριών και της στένωσης αυτών με όλα τα επακόλουθα (πίεση, εμφράγματα, εγκεφαλικά). Καλή λέμε την HDL (high density lipoprotein, υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) και κακή την LDL χοληστερόλη (low density lipoprotein, χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη).

Χοληστερόλη = 150 - 240 mg% (μην ακούτε το 200 που λένε για να γράφουν φάρμακα)
HDL χοληστερόληπάνω από 35 mg%
Ολική χοληστερόλη / HDL χοληστερόλημικρότερη του 4,5 - 5
Τριγλυκερίδια = 45 - 200 mg%
Φωσφολιπίδια = 150 - 250 mg%

Αυξημένη χοληστερόλη (αυτό που λέει ο κόσμος χοληστερίνη) παρατηρείται δευτεροπαθώς και σε έδαφος υποθυρεοειδισμού, διαβήτη και νεφρική ανεπάρκεια. Την HDL τη ρίχνουν η κορτιζόνη, τα οιστρογόνα, τα διουρητικά και οι β-αναστολείς (β-blockers, φάρμακα καρδιάς -συνήθως η ουσία τους λήγει σε -όλη). Το αλκοόλ φυσικά ανεβάζει τη χοληστερίνη στα ύψη.

ΑΜΥΛΑΣΗ

Αποτελεί την κύρια εξέταση για την οξεία παγκρεατίτιδα. Αμυλάση άνω του διπλάσιου του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (περί τα 240 U/mL δηλαδή) είναι διαγνωστική οξείας παγκρεατίτιδας. Αυξάνει μέσα σε 12 ώρες από την έναρξη της νόσου και φτάνει σε αιχμή σε 1 - 2 μέρες, μετά από όπου αρχίζει και πέφτει. Ψευδώς χαμηλότερα επίπεδα καταγράφονται όταν υπάρχει υπερλιπιδαιμία και χρειάζεται προσεκτική εκτίμηση.

Φυσιολογικές τιμές = 60 - 120 U/mL

ΛΙΠΑΣΗ

Έχει μεγαλύτερη ειδικότητα από την αμυλάση, αλλά η εξέταση δε διενεργείται στα περισσότερα εργαστήρια. Παραμένει σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την αμυλάση στην οξεία παγκρεατίτιδα.
Φυσιολογικές τιμές = 0,2 - 1,5 U/mL 0,1 N NaOH

Στο Μέρος Β' των βιοχημικών: οι ηλεκτρολύτες, οι βιταμίνες και μερικοί δείκτες φλεγμονής.


ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου